Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Μετά το 1922

Η μεγάλης κλίμακας ανατολική πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου τελειώνει με τις μοιραίες εκλογές της 1.11.1920, όπως τελειώνει και η ιστορικών διαστάσεων πολιτική του παρουσία. Έκτοτε, δεν υπάρχει ανατολική πολιτική στην Ελλάδα. Κατά τον Λόϋδ Τζώρτζ οι εκλογές της 1.11.1920 συγκρινόταν με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Δεν φανταζόταν τότε, ότι αυτό που θα επακολουθούσε θα ήταν ακόμη τρομερότερο. Η μομφή για τον Βενιζέλο πρέπει να δοθεί για τη δυσκολοεξήγητη απόφαση των εκλογών εκείνων, όπως και για την έλλειψη τόλμης και για ηττοπάθεια τον Σεπτέμβριο του 1922. Βέβαια, η μομφή απευθύνεται στον Βενιζέλο, γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοι του, παρά τον πατριωτισμό τους, διέπραξαν τεράστια σφάλματα, και ήταν σαφώς ανίκανοι να δώσουν λύση στη μικρασιατική εμπλοκή, την οποία ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε δημιουργήσει. Ο Βενιζέλος ήταν ο μόνος που διέθετε την τόλμη, το διεθνές κύρος και τις ικανότητες που ήταν απαραίτητες για την απόφαση απεμπλοκής από τη Μικρά Ασία, όταν ήταν πια φανερό το αδιέξοδο και οι διεθνείς συγκυρίες ήταν πια δυσμενείς, και όταν ήταν ακόμη δυνατό να διασωθεί ο Ελληνισμός της Ανατολής, η Ανατολική Θράκη και ίσως και η Κωνσταντινούπολη.
Όσο για τον Μεταξά, ο εγωκεντρισμός του τον εμπόδισε να γίνει μεγάλος. Θα έπρεπε βέβαια να σπεύσει στη Μικρά Ασία, ακόμη κι αν δεν το είχε ζητήσει φορτικά ο Γούναρης.
Ο Ελληνισμός έδωσε το 1922 κρίσιμες μάχες που έκριναν την πορεία του για τους επόμενους αιώνες. Οι αγώνες αυτοί έγιναν στην πραγματικότητα χωρίς πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Αφήνω κατά μέρος το ότι πολέμησε τότε τμήμα μόνο του Ελληνισμού.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης το 1922 ( 2 )

Στη συνομιλία του με τον άγγλο υπουργό εξωτερικών Λόρδο Κώρζον στις 19.9.1922 ο Ελ. Βενιζέλος αρνήθηκε τη δυνατότητα αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολική Θράκη πριν από τη Διάσκεψη της Ειρήνης, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε τίποτε προς διαπραγμάτευση. Κατά τον Κωρζον, η νύξη της εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης, έκανε τον Βενιζέλο ανίσχυρο να διατηρήσει τη συνηθισμένη του ψυχραιμία. Ωστόσο, μετά τρεις μόνο μέρες, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στον Κωρζον ότι συνέστησε στην Ελληνική Κυβέρνηση να δεχθεί αμέσως την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Δεν είναι γνωστό το τι μεσολάβησε. Στη διάσκεψη των Μουδανιών που οργανώθηκε από τους Συμμάχους για τη σύναψη της ανακωχής, (20 έως 28.9.22), η Ελλάδα έπαιξε τον ρόλο βωβού παρατηρητή στον οποίο ανακοινώθηκαν οι εις βάρος του όροι, ωσάν οι Σύμμαχοι να ήσαν πραγματικά οι εμπόλεμοι με την Τουρκία. Η διάσκεψη ανακωχής των Μουδανιών είχε σκοπό που σαφώς σχεδίασε ο Πουανκαρέ : οι Έλληνες θα έπρεπε να αποσυρθούν την Ανατολική Θράκη. Το αντάλλαγμα εκ μέρους των Τούρκων ήταν ο σεβασμός της ουδέτερης συμμαχικής ζώνης και των Στενών μέχρι την τελική διάσκεψη Ειρήνης μεταξύ των Σύμμαχων και των Τούρκων. Οι Έλληνες εκλήθησαν στα Μουδανιά για να αποδεχθούν τα σε βάρος τους τετελεσμένα γεγονότα. Έγινε δηλαδή εκεί, μία διευθέτηση των συμμαχικών σχέσεων με την Τουρκία, εξόδοις της Ελλάδας. Τη συμπεριφορά αυτή των υποτιθέμενων σύμμαχων της αντιμετώπισε η Ελλάδα κατ' επανάληψη και πριν και μετά την κρίσιμη Μικρασιατική Επιχείρηση. Οι Έλληνες θα πρέπει να θεωρούμε το επισφαλές της γεωστρατηγικής μας θέσης, την εξωστρέφεια της χώρας μας και τη συνακόλουθη ανάγκη για εξεύρεση συμμαχιών, ως πηγές μεγάλων κινδύνων. Αυτό θα πρέπει να μας οδηγεί πάντα σε πολιτικές που μας απομακρύνουν από τήν ανάγκη προστατών και σε αποφυγή της ανάδειξης ενός συναισθηματικού στοιχείου στις σχέσεις μας με τους σύμμαχους μας. Έχουμε πάντα τη μόνιμη τάση της συναισθηματικής προσήλωσης και της αναπόφευκτης ιδιεολογικοποίησης των διεθνών σχέσεών μας. Οι διεθνείς μας συγκυριακές δεσμεύσεις τοποθετούνται έτσι στο κέντρο των μόνιμων πολιτικών και ιδεολογικών διχασμών, που χαρακτηρίζουν όλη την ιστορική παρουσία μας. Κατά τη σχετικά πρόσφατη περίοδο ύπαρξης του Ελληνικού Κράτους, οι διχασμοί μας και η συναισθηματική φόρτιση των ιδεολογημάτων μας είναι σταθερά εργαλεία στα χέρια των μέτριων πολιτικών, αλλά ικανών δημαγωγών που συνεχώς αναδεικνύουμε. Έτσι, καταλήγουμε στην ολέθρια ανάμειξη της εξωτερικής πολιτικής με βραχυπρόθεσμες εσωτερικές σκοπιμότητες και δημαγωγικές πρακτικές.

Η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης το 1922 ( 1 )

Λίγο γνωστά είναι τα δραματικά γεγονότα του 1922 και κυριολεκτικά άγνωστα παραμένουν τα γεγονότα τα σχετικά με την εγκατάλειψη και εκκένωση της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922. Η απώλεια της Ανατολικής Θράκης, –της κύριας εστίας του Θρακικού Ελληνισμού, που βρισκόταν υπό ελληνική διοίκηση από τον Ιούλιο του 1920 και είχε ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών–, θεωρείται σήμερα ότι συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή˙ στην πραγματικότητα όμως είναι αποτέλεσμα και επακόλουθό της. Ίσως είναι καιρός να μιλήσουμε και για τη Θρακική Καταστροφή η οποία παραμένει άγνωστη, ανεξήγητη και κυριολεκτικά αδικαιολόγητη. Η Μεγάλη Βρετανία,– άτυπη σύμμαχος των Ελλήνων –που βασιζόταν στην ασπίδα του Ελληνικού Στρατού για την κάλυψη των Στενών, της Κωνσταντινούπολης και της ουδέτερης ζώνης που κατείχε στη Μικρά Ασία, φάνηκε αμέσως μετά την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τους Έλληνες, να επιδιώκει σαφώς, στην αρχή, την ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση του Λόυδ Τζωρτζ ετοιμάζονταν για πολεμική σύγκρουση με την κεμαλική Τουρκία. Αντίθετα οι Γάλλοι, σε ανοικτή ρήξη προς τους Άγγλους, είχαν εκχωρήσει την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους, ακόμη και πολύ πριν τον Αύγουστο του 1922. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1922 εκδηλώθηκε κρίση στις αγγλογαλλικές σχέσεις. Η Γαλλία διαχώρισε τη θέση της και υποστήριξε την απαίτηση των Τούρκων για προσάρτηση στην Τουρκία της Ανατολικής Θράκης και των Στενών, που οι Τούρκοι θα ουδετεροποιούσαν. Τότε, η διάσταση στις γνώμες των Βρετανών ιθυνόντων και απροθυμία της αγγλικής κοινής γνώμης και των αποικιών για πολεμική εμπλοκή με τους Τούρκους, οδήγησαν, μαζί με την αφόρητη πίεση της Γαλλίας, στην απόφαση των Συμμάχων να εκκενωθεί από τους Έλληνες η Ανατολική Θράκη και να παραδοθεί στην Τουρκία ως αμοιβή για την προσέγγισή της στους Συμμάχους. Η θετική διάθεση ορισμένων Άγγλων προς τους Έλληνες, όπως αυτή του Λόυδ Τζωρτζ και του λόρδου Κώρζον, δεν ενισχύθηκε από τη μαχητικότητα, την τόλμη και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων που, δυστυχώς, δεν υπήρξαν. Η απόφαση για την εκκένωση της Θράκης επικυρώθηκε από τους Συμμάχους στις 9.9.1922 μετά από θυελλώδεις συσκέψεις τριών ημερών στο Παρίσι, μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού Πουανκαρέ και του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κώρζον. Οι παρακλήσεις του Βενιζέλου αντιμετωπίστηκαν την επαύριο παγερά από τον Πουανκαρέ. Στο εύλογο ερώτημα του Λόρδου Κώρζον: "Ποιός θα υποχρεώσει τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη;", απάντησαν οι ίδιοι οι Έλληνες. Η Ανατολική Θράκη εγκαταλείφθηκε εθελόδουλα, ώστε να μην βρεθεί η Μεγάλη Βρετανία στη δυσάρεστη θέση να συγκρουσθεί με την Τουρκία. Παραμένει το γεγονός ότι ο τουρκικός στρατός δεν ήταν σε θέση να διαπλεύσει την Προποντίδα και να επιτύχει την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Οι Τούρκοι δεν διέθεταν ναυτική δύναμη και η δύναμη πυρός των ελληνικών θωρηκτών ήταν σημαντική με τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Υπήρχε επίσης και μία στρατηγική συνιστώσα στο να αρνηθούν οι Έλληνες να εκκενώσουν την Ανατολική Θράκη. Μία τέτοια κατάσταση έφερνε αμέσως σε ευθεία αντιπαράθεση τους Συμμάχους με την Τουρκία και το λιγότερο που θα κέρδιζαν οι Έλληνες ήταν πολύτιμος χρόνος. Η διάβαση των Τούρκων από τον Βόσπορο ή τον Ελλήσποντο, που κατείχαν με ασθενείς δυνάμεις οι Άγγλοι, σήμαινε Αγγλο-Τουρκική σύγκρουση, κάτι που εξυπηρετούσε τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας. Βρισκόταν δηλαδή η νικημένη Ελλάδα σε θέση που της έδινε τη δυνατότητα να δημιουργήσει μία αγγλική ασπίδα και να αποφύγει νέα σύγκρουση με τους Τούρκους. Παρατίθεται εδώ ως δείγμα άνισης διπλωματίας εις βάρος της Ελλάδας

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Ο Ανατολικός Ελληνισμός

Αρχαιότατες είναι οι σχέσεις των Ελλήνων με την Ανατολή και παλαιότατες οι εγκαταστάσεις ελληνικών πληθυσμών σε χώρους εκείθεν του Αιγαίου. Η οικουμενικότητα, μάλιστα, της ελληνικής αρχαιότητας και του μεγάλου πολιτισμού του Βυζαντίου έχει ως κύριο γεωγραφικό χώρο ανάπτυξης τον χώρο που ονομάζουμε Ανατολή. Το ποιοί ήταν όμως οι Ανατολικοί Έλληνες, αυτοί που ονομάζονται Ρωμηοί, μπορεί καλύτερα να περιγράψει η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί τον 19ο αιώνα. Ο 19ος αιώνας είναι μία περίοδος μεγάλης ακμής για τον Ελληνισμό γενικότερα. Του πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση ακολούθησε η ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, το οικονομικό ενδιαφέρον των Δυτικών και με τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται από τον 18ο αιώνα συνθήκες, οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μιας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι άπιστοι Ρωμηοί, υπήκοοι δεύτερης κατηγορίας, ανέρχονται και γίνονται σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν στη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Θράκη και τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών ευημερούν και νέες κοινότητες δημιουργούνται. Πρόκειται για τους χώρους που ονομάσθηκαν "καθ΄ ημάς Ανατολή". Τους γεωγραφικούς εκείνους χώρους δηλαδή, που βρίσκονται στην Ανατολή, κατοικούνται και από Έλληνες, οι οποίοι ως ένα βαθμό προσδιορίζουν τον χαρακτήρα και τον πολιτισμό τους. Ως αποτέλεσμα, οι ελληνικές κοινότητες της Ανατολής συνιστούν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το 13% σύμφωνα με την απογραφή του Πατριαρχείου το 1912) και δημιουργούν μια πραγματικότητα, στην οποία είναι μεν πολιτικά υποταγμένες, γίνονται, όμως, οικονομικά κυρίαρχες και κοινωνικά και πολιτιστικά ανεξάρτητες. Μπορούμε να πούμε ότι, λήγοντος του 19ου αιώνα, οι Έλληνες αποτελούν ένα λαό με χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες και προνομιούχο θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τον Εύξεινο. Οι ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαθέτουν, πριν το 1922, οικονομική ισχύ δυσανάλογη προς τους αριθμούς τους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο και ελέγχουν σημαντικό τμήμα του τραπεζικού συστήματος, της βιομηχανίας και της μεταποίησης. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Η Ελληνική είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνοούσε την τουρκική. Είναι ενδιαφέρον και εξόχως επίκαιρο το ότι οι Ρωμηοί γίνονται φορείς του εκσυγχρονισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατορθώνοντας να διατηρήσουν τις ιδιαιτερότητές του και να παραμείνουν συσπειρωμένοι γύρω από την πνευματική τους ηγεσία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η ασύλληπτης έκτασης Μικρασιατική Καταστροφή και η δραματική εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922, μετά τη συνθήκη Ανακωχής των Μουδανιών, υποχρέωσε τους Ρωμηούς να φύγουν για πάντα από τους χώρους της Ανατολής, όπου κατοικούσαν για 30 αιώνες. Ο Ανατολικός Ελληνισμός υφίσταται τρομακτική φθορά. Οι εστίες του και τα μνημεία του χάνονται. Οι θεσμοί του, ο πλούτος του και τα επιτεύγματά του καταστρέφονται. Η καταστροφή αφορά και το πολιτισμικό υπόβαθρο, το οποίο είναι αδύνατο να αναπληρωθεί. Η σημασία της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί. Η ιδέα του κρατικοποιημένου έθνους, που δρομολόγησε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός λαμβάνει στην Ανατολή απόλυτες μορφές˙ με κατάληξη τις εθνικές εκκαθαρίσεις στα Βαλκάνια και την εξαφάνιση όλων των χριστιανικών μειονοτήτων στην Ανατολή. Η Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία ακόμη συνεχίζεται με διάφορες μορφές, αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, κεντρικό γεγονός της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Οι Έλληνες, μετά από οδυνηρές διαδικασίες, βρίσκονται τώρα όλοι συγκεντρωμένοι στην ιστορική ευρωπαϊκή τους εστία. Αυτό είναι ιστορικά πρωτοφανές. Οι Έλληνες δημιουργούν το εθνικό τους κράτος στο παλαιό ιστορικό τους κέντρο, το οποίο όμως παρέμεινε περιθωριακή περιοχή για πολλούς αιώνες. Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού μετατίθεται πάλι προς τη νότιο Βαλκανική. Η Κωνσταντινούπολη, η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη πόλη των Ελλήνων για δεκαέξι αιώνες, δεν κατοικείται πλέον από Έλληνες. Μετά τα γεγονότα αυτά ο Νέος Ελληνισμός είναι κάτι διαφορετικό, ενώ εντείνεται η διαχρονική κρίση ταυτότητας που τον χαρακτηρίζει. Η Μικρασιατική ήττα της Ελλάδας και η εγκατάλειψη από τους Έλληνες της Ιωνίας, της Ανατολής, της Ανατολικής Θράκης, της Κωνσταντινούπολης και του Πόντου δημιουργούν συνθήκες που τροφοδοτούν μία κρίση ταυτότητας και στις δυο χώρες. Στην Τουρκία, με το να παραμένει μετέωρη και εύθραυστη, σαν τις κρεμαστές γέφυρες του Βοσπόρου, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, ανάμεσα σε ένα ψευδεπίγραφο δυτικό προσανατολισμό και σε μία ασιατική ταυτότητα και ένα ασιατικό πολιτισμό. Στην Ελλάδα, τροφοδοτείται η κρίση ταυτότητας, με την προσκόλληση σε ένα φαντασιακό δυτικό ευρωπαϊκό ιδεώδες και μία αστική παράδοση, που δεν είναι δικά της, ενώ η λαϊκή ψυχή και οι πνευματικές δομές επιμένουν στον ιστορικό τους πολιτισμικό πυρήνα. Η Ελλάδα γίνεται μία χώρα σε συνεχή αντίθεση προς τον εαυτό της. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα πορεύεται πια, χωρίς την ανατολική της συνιστώσα και στρέφει τα νώτα της προς τους ανατολικούς χώρους, που συνδέονται με την ιστορική και πνευματική της παρουσία.