Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Η ανακήρυξη της Παλιάς Ξάνθης ως διατηρητέου οικισμού.



Η απογείωση της εθνικής οικονομίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν ακολουθήθηκε με τον ίδιο ρυθμό από τις πόλεις της Θράκης. Η περιθωριοποίηση και η οικονομική παρακμή της Θράκης καθυστέρησαν την ανοικοδόμηση στις πόλεις της. Τις δεκαετίες του 1950 και 1960, όταν η χώρα αντιμετώπιζε αποτελεσματικά το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που κληροδότησαν οι καταστροφές της δεκαετίας του 1940 και η αστικοποίηση που επέβαλε η μεταπολεμική ταχύρυθμη ανάπτυξη, οι πόλεις της Θράκης παρέμειναν όπως είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα και τον μεσοπόλεμο. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η πόλη της Ξάνθης βρέθηκε σε πλήρη αναπτυξιακή πορεία η οποία προξένησε έντονη ζήτηση κατοικίας. Παράλληλα, η εγκατάσταση πληθυσμών από την περιφέρεια ενίσχυσε τη ζήτηση. Η απάντηση ήταν, βέβαια, η πολυκατοικιοποίηση, η οποία είχε ήδη επιβληθεί ως επιτυχές μοντέλο στέγασης των αστικών πληθυσμών της υπόλοιπης χώρας. Το σύστημα της αντιπαροχής είχε αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό για την παραγωγή σύγχρονων κατοικιών, ώστε οι ελληνικοί πληθυσμοί να στεγασθούν με υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης.

Η πολυκατοικιοποίηση των ελληνικών πόλεων συνέβη σε εποχή που επικράτησε η αντίληψη ότι ο λαϊκός πολιτισμός ήταν πια ξεπερασμένος. Τόσο, ώστε οι νέες μορφές στο δομημένο περιβάλλον έπρεπε να συμφωνούν με την αντίληψη του μοντέρνου. Παράλληλα, η εξασφάλιση εισοδήματος και κέρδους στους ιδιοκτήτες γης, αλλά και τα υψηλά κέρδη που πραγματοποιούσαν οι εργολάβοι επέβαλαν την χωρίς όριο εκμετάλλευση του χώρου. Η επιλογή λοιπόν της ανοικοδόμησης σε υψηλή πυκνότητα, που ικανοποιούσε αμφότερους τους ιδιοκτήτες και τους εργολάβους, κατέληξε σε αρνητικό αποτέλεσμα για όλες τις ελληνικές πόλεις. Δημιουργήθηκε ένα άξενο αστικό περιβάλλον υψηλών κτηρίων σε όλο το μήκος των στενών οδικών αξόνων. Η καταχρηστική εφαρμογή των όρων δόμησης και οι ανεξέλεγκτες υπερβάσεις επιβάρυναν τον αστικό χώρο σε βαθμό που έγινε άσχημος και καταπιεστικός. Τα βιοκλιματικά στοιχεία αγνοήθηκαν, η αισθητική ξεχάσθηκε, περιοχές χωρίς ορθολογική ρυμοτομία ανοικοδομήθηκαν, ο δημόσιος χώρος έπαψε να υπάρχει. Αλλά και η συνεχής παραγωγή νέων κατοικιών απαξίωσε το ιστορικό περιβάλλον. Η αισθητική του δομημένου περιβάλλοντος στον ελλαδικό χώρο είναι πλέον ενιαία και οι ελληνικές πόλεις έχασαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα και την ιδιαίτερη ατομικότητα που τις ξεχώριζε. Αλλά και η προστασία συγκεκριμένων κτισμάτων που κηρύσσονται διατηρητέα δημιουργεί ασύμμετρες πραγματικότητες. Η πόλη της Ξάνθης ευτύχησε να αποφύγει για το παλιό τμήμα της τη μοίρα αυτή.

Το έτος 1976 αποτέλεσε ορόσημο για την πόλη της Ξάνθης. Μετά την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών ελήφθησαν σύνθετα μέτρα για την σε μαρασμό ευρισκόμενη πόλη: εγκαταστάθηκε εκεί το Δ΄ Σώμα Στρατού, ιδρύθηκαν σχολές του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, και νομοθετήθηκαν ειδικά κίνητρα για την εγκατάσταση μεταποιητικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων στη Θράκη. Τα οικονομικά κίνητρα προξένησαν την ίδρυση δεκάδων ιδιωτικών και συνεταιριστικών βιομηχανικών μονάδων. Σύντομα, με την έλευση και εγκατάσταση των στρατιωτικών και των φοιτητών, η ζήτηση κατοικίας έλαβε διαστάσεις πρωτοφανείς για την πόλη. Την πόλη συγκροτούσε τότε η Νέα Πόλη που οικοδομήθηκε μετά το 1923 για να στεγάσει τους πρόσφυγες και η Παλιά Πόλη που είχε ανοικοδομηθεί μετά το 1829, όταν ισοπεδώθηκε από σεισμούς, επάνω στα ίχνη της βυζαντινής πόλης. Η Παλιά Πόλη αποτελούσε δημιούργημα του ελληνικού κοινοτισμού και διατηρούσε την ατμόσφαιρα της καθ’ ημάς Ανατολής. Τα δύο οικιστικά σύνολο συνυπήρχαν αρμονικά. Ωστόσο, το 1939 είχε επιχειρηθεί πολεοδομικός εκσυγχρονισμός με τη χάραξη νέων δρόμων στον παραδοσιακό οικισμό και τη σύνταξη νέου πολεοδομικού σχεδίου. Η εφαρμογή των πολεοδομικών νεωτερισμών θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του οικισμού της Παλιάς Πόλης ο οποίος λόγω οικονομικής παρακμής είχε παραμείνει μέχρι το 1976 σχεδόν άθικτος.

Τότε, συνέβη κάτι μοναδικό για τα πολεοδομικά μας πράγματα. Με πρωτοβουλία του Νομάρχη Κωνσταντίνου Θανόπουλου ο Υπουργός Πολιτισμού Κωνσταντίνος Τρυπάνης εξέδωσε απόφαση διάσωσης και προστασίας ολόκληρης της Παλιάς Ξάνθης, ώστε η Νέα Πόλη να αποτελέσει πλέον το πεδίο της ανοικοδόμησης και πολυκατοικιοποίησης.

Κινούμενοι από τις αντικειμενικές ανάγκες και τις νοοτροπίες της εποχής εκείνης οι κάτοικοι και ιδιοκτήτες των ακινήτων της Παλιάς Πόλης αντέδρασαν μαζικά στην ανακήρυξή της ως διατηρητέας. Το σύνολο των αιρετών εκπροσώπων του Δήμου και του Νομού, των επαγγελματικών, εμπορικών συνδικαλιστικών, και πολιτιστικών φορέων υποστήριξαν τις αντιδράσεις των κατοίκων. Η αντίδραση κλιμακώθηκε με διαμαρτυρίες, δημοσιεύσεις, συγκεντρώσεις και ψηφίσματα και διάρκεσε σχεδόν τρία χρόνια. Ευτυχώς, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε όλη την Ελλάδα, η πολιτεία δεν υποχώρησε και έτσι η Παλιά Ξάνθη σώθηκε. Η Βόρεια Ελλάδα πλουτίσθηκε με ένα ανοικτό μουσείο εκφράσεων, ρυθμών και αρχιτεκτονικής που μαρτυρά, χαρακτηρίζει και περιγράφει τις πραγματικότητες των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής κατά τον 19ο αιώνα.

Αλλά η ιστορικότητα που διατηρεί σήμερα η πόλη της Ξάνθης δεν αφορά μόνον την τοπική ιστορία, δεν έχει μόνον στενό τοπικό ενδιαφέρον, αλλά έχει βαρύτητα γενικότερη.

Εκείνο που το περιβάλλον της Ξάνθης μεταφέρει σε μας, σύγχρονους πολίτες μιας παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας, είναι γενικές αρχές που διατηρούν σημασίες. Και οι σημασίες αυτές είναι συγκεκριμένες. Σημαίνουν την ταυτότητα και οδηγούν στην ελευθερία. Αφού η ασφαλέστερη ανεξαρτησία είναι η πολιτισμική ανεξαρτησία, ενώ η χειρότερη υποταγή είναι η πολιτισμική υποδούλωση. Αλλά και αφού η θρησκευτική μας πίστη, η παράδοση, η ιστορία, η γλώσσα είναι τα στοιχεία της ελευθερίας μας.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να παρουσιάσουμε με απλά λόγια τις σημασίες που μεταφέρει και διατηρεί η προστατευόμενη σήμερα Παλιά Ξάνθη.

Πρώτα-πρώτα, στη χωροταξική διάταξη της Ξάνθης διακρίνονται ακόμη οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για καθαγίαση του χώρου. Έπειτα, η πόλη, όπως διατηρείται, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα οικισμού της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά είναι και το πληρέστερα διατηρούμενο στον ελλαδικό χώρο δομημένο παράδειγμα της κοινοτικής οργάνωσης του νεότερου Ελληνισμού κατά την ύστερη Τουρκοκρατία. Κτίτορας της Ξάνθης είναι η ρωμαίικη κοινότητα με την καθοδήγηση της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι πόροι για την ανέγερση της πόλης προέρχονται από την εμπορική και οικονομική δραστηριότητα της κοινότητας. Η Ξάνθη είναι δημιούργημα του ελληνικού κοινοτισμού. Η εκ βάθρων ανέγερση της κατεστραμμένης από σεισμούς πόλης γίνεται από μπουλούκια οικοδόμων από την Ήπειρο και την Μακεδονία. Αυτοί μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στην Ξάνθη και στη Θράκη. Μεγάλη είναι η κινητικότητα των πληθυσμών της πόλης, η οποία αποτελεί ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων. Στη διατηρούμενη Παλιά Πόλη της Ξάνθης απαντώνται στοιχεία της λαϊκής, της "αρχοντικής" και της εκκλησιαστικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τα παραδοσιακά στοιχεία συνυπάρχουν με στοιχεία της κεντροευρωπαϊκής μπελ επόκ, της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής των αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του νεοκλασσικισμού του Νέου Ελληνικού Κράτους. Η Παλιά Πόλη είναι ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο, καθρέπτης της εξωστρέφειας του Ελληνισμού και του κοσμοπολιτισμού των Ρωμηών της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και τόπος αρμονικής συμβίωσης πληθυσμών με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.

Έχουμε, δηλαδή, εδώ την ζώσα και ορατή παρουσία όσων συνιστούν την εθνική και πολιτισμική μας ιδιοπροσωπία: Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός, καθ’ ημάς Ανατολή, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, Κοινότητες των Ρωμηών κατά την Τουρκοκρατία, Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως οι σημασίες που μεταφέρει η Παλιά Πόλη της Ξάνθης δεν αφορούν μόνο το ιστορικό περιβάλλον, αλλά απλώνονται και στη σύγχρονη προβληματική, όπως συνειδητά η ασυνείδητα τη βιώνουμε.

Διαστημικοί δορυφόροι, ερτζιανά κύματα, ψηφιακή καλωδίωση, συστήματα πληροφόρησης υφαίνουν σήμερα ένα παγκόσμιο πλέγμα που απομακρύνει το εμπειρικό, το γνώριμο και το οικείο. Το παγκόσμιο αντικαθιστά το τοπικό. Το πρόσκαιρο καταργεί το ιστορικό. Ο τόπος φαίνεται να χάνει τη δύναμή του να αποκαλύπτει σημασίες. Η οικείωση είναι πια δύσκολη και γίνεται συνεχώς πιο σπάνια. Ο τόπος αποκτά πλέον χαρακτήρα διαδικαστικό κενό από σημασίες. Γίνεται χώρος που δεν είναι μόνιμος, που χρησιμεύει μόνο για να μας μεταφέρει εκεί που είναι ανάγκη να πάμε. Ο τόπος γίνεται μη τόπος. Ουσιαστική είναι η διαπίστωση ενός μεγάλου σύγχρονου διανοητή ότι «η έλλειψη πατρίδας είναι σήμερα ένα παγκόσμιο πεπρωμένο». Η διαπίστωση αυτή δεν είναι ιδεολογική και έχει την εξήγησή της, πάντα κατά τον ίδιο διανοητή, στην αποχώρηση του ιστορικού στοιχείου μέσα από το Είναι. Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μέσα σε ένα «διαρκές παρόν». Στα καθ’ ημάς, υπάρχει επί πλέον η πραγματικότητα του αστικού εφιάλτη, που είναι το αντίθετο αυτού που κατά παράδοση ονομάζουμε πόλη, δηλαδή του οικισμού που ξεχωρίζει και ανυψώνεται γιατί διαθέτει μια χαρακτηριστική ψυχή.

Μετά το 1922, με την καταστροφή του ευρύτερου Ελληνισμού, η Ελλάδα περιορίζεται όλο και περισσότερο σε μία χώρα των συνόρων. Τα σύνορά μας δεν βρίσκονται πια μόνο στον Έβρο, το Αιγαίο η την Κύπρο, αλλά και παντού εκεί όπου φθάνει η παιδεία μας, η αίσθηση του τόπου και η συνείδηση της ταυτότητας. Τα σύνορα παύουν να είναι γραμμικά και απλώνονται και διακλαδώνονται παντού στον εμπειρικό και στον νοητικό χώρο. Φαίνεται πια καθαρά ότι είναι απολύτως αναγκαίο να επασυνδεθούμε σταθερά με αυτό που μας καθορίζει.

Ιδού λοιπόν σήμερα εδώ μία πόλη σύνορο που στέκεται ως τόπος, απ’ όπου μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό που μας φαίνεται μακρινό, να συνδέσουμε το πρόσκαιρο με το διαρκές και να αντικαταστήσουμε το άξενο με το οικείο.

Η καταστροφή του Ανατολικού Έλληνισμού.

Με την αναφορά μας στον Ανατολικό Ελληνισμό εννοούμε τους σημαντικούς ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ιστορικά κατοικούσαν έξω από τα σύνορα του Νέου Ελληνικού Κράτους και ανατολικά του Αιγαίου. Μετά την τρομερή, ασύλληπτης έκτασης, Μικρασιατική Καταστροφή, ο Ανατολικός Ελληνισμός δεν υπάρχει πια σήμερα.
Κατά τις αρχές του κοσμογονικού 20ου αιώνα, λίγο πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, οι Έλληνες αποτελούσαν ένα λαό με σαφείς ιδιαιτερότητες, που κατοικούσε στους γεωγραφικούς χώρους όπου υπήρξε η οικουμενική Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το Ελληνικό Κράτος είχε ήδη μία ζωή δεκαετιών. Σε απόλυτους αριθμούς, στις αρχές του 20ου αιώνα, στο Ελληνικό Κράτος κατοικεί μόλις το 1/4 των Ελλήνων.

Το Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε με τη βοήθεια των Δυτικών, οι οποίοι το βοήθησαν να συγκροτηθεί ως βασίλειο πρότυπο του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού στην Ανατολή. Για τους δυτικούς Ευρωπαίους, το Ελληνικό Κράτος αποτελούσε την πραγμάτωση της φαντασιακής και ρομαντικής αντίληψής τους για την αναβίωση της ελληνικής αρχαιότητας.
Στην ευρύτερη και μεγάλη Ανατολή ο Ανατολικός Ελληνισμός, πολιτικά υποταγμένος, πλην πολιτισμικά και οικονομικά κυρίαρχος, είχε πετύχει μία μορφή εκσυγχρονισμού, που του επέτρεπε να διατηρεί, σε μεγάλο βαθμό, τις ιδιαιτερότητές του.

Τους πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση ακολούθησε η ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και με τις προσπάθειες του σούφι Σελίμ του Γ' και του Μουράτ του Β' για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται συνθήκες που επιτρέπουν τη δημιουργία μίας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι άπιστοι Τζιμμήδες, υπήκοοι δεύτερης κατηγορίας, ανέρχονται και γίνονται η αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες δημιουργούνται.

Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευματικής τάξης. Το Φανάρι πέφτει σε δεύτερη μοίρα. Η Κωνσταντινούπολη, "πόλις παλαιόθεν Ἑλληνίς", η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για 16 αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων. Στη Σμύρνη, ακμαίο οικονομικό και εμπορικό κέντρο, κατοικούσαν 160.000 Έλληνες.

Οι Ρωμαίικοι πληθυσμοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν από συγκεντρώσεις Θράκη, τη Βιθυνία, στις ακτές του Αιγαίου (Αιολία και Ιωνία), στη νοτιοδυτική Μικρά στην Ανατολική Ασία, στην κεντρική Μικρά Ασία (Λυκαονία και Καππαδοκία) και στην εκτεταμένη περιοχή του Πόντου. Διάσπαρτες κοινότητες Ελλήνων υπήρχαν σε όλη την έκταση της Μικράς Ασίας.

Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1914, ο συνολικός πληθυσμός των Ρωμηών στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη ανέρχονταν σε 1.756.239 άτομα (δηλαδή αντιπροσώπευαν το 11% του συνολικού πληθυσμού). Η Πατριαρχική απογραφή του 1912, καταμέτρησε στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη 2.068.402 Ρωμηούς (δηλαδή αντιπροσώπευαν το 13% του συνολικού πληθυσμού).

Τα υπάρχοντα στοιχεία συγκλίνουν, χωρίς αμφιβολία, στο συμπέρασμα ότι ο Ανατολικός Ελληνισμός αποτελούσε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με υψηλή μορφωτική και οικονομική στάθμη. Σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, στην Κωνσταντινούπολη, στη Δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο οι Έλληνες συχνά κυριαρχούσαν.

Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφαλαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε, ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρονιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Ρωμηούς και μόλις το 12% σε Τούρκους. Το 1914 πάλι, 'Ελληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνοούσε την τουρκική.

Με την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 αρχίζει ο σχηματισμός της τουρκικής εθνικής ταυτότητας. Είναι μία διαδικασία, η οποία, σε συνδυασμό με τον τουρκικό εθνικισμό και τις ισλαμικές αντιλήψεις, καταλήγει σε εθνικές εκκαθαρίσεις με κολοσσιαία κλίμακα.

Είναι γνωστές οι προθέσεις της ηγεσίας των Νεότουρκων, οι οποίοι από το 1911 απερίφραστα διατυπώνουν τη διάθεση για την εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός είναι ένας από τους κύριους παράγοντες, οι οποίοι οδηγούν το ελληνικό κράτος στην παράτολμη και μοιραία Μικρασιατική Επιχείρηση.

Με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν αναπόφευκτη η μοιρασιά. Σύμφωνα με την περίφημη "αρχή των εθνοτήτων", η μοιρασιά θα έπρεπε να καταλήξει στη δημιουργία εθνικών κρατών στο χώρο της πολυεθνικής Μικράς Ασίας. Η Συνθήκη των Σεβρών στις 28.7.1920 προέβλεπε την προσάρτηση εδαφών από το Ελληνικό Κράτος, που ανέρχονταν γύρω στο 7% της επιφάνειας της σημερινής Τουρκίας. Αυτό αντιστοιχούσε στο 13%, το οποίο αποτελούσαν οι ρωμαίικοι πληθυσμοί. Οι κατηγορίες, λοιπόν, για ιμπεριαλιστικό και κατακτητικό πόλεμο δεν δικαιολογούνται για το Ελληνικό Κράτος, όταν αυτό αναγκάζεται να επιδιώξει με τα όπλα την εφαρμογή της Συνθήκης των Σεβρών, ώστε να αντιμετωπίσει τον τουρκικό εθνικισμό. Οι κατηγορίες αυτές αδικούν τον ελληνικό λαό.

Είναι πια καιρός να παραμερίσουμε τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και τους διχασμούς και να τιμήσουμε τη στρατιά που αποβιβάσαμε στη Μικρά Ασία, αναγνωρίζοντας τον απελευθερωτικό χαρακτήρα του αγώνα της.

Είναι γνωστό το τι επακολούθησε. Ο Ανατολικός Ελληνισμός ξεριζώθηκε και υπέστη τρομακτική φθορά. Αυτό, όμως, που συνέβη δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τα στοιχεία και να διαλύσουμε τη σύγχυση που υπάρχει.

Τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε είναι τα ακόλουθα:

· Αρχικά. Ο πρώτος διωγμός, τον οποίο οι Νεότουρκοι άρχισαν το 1913 στο εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης, και γενίκευσαν το 1914 στα παράλια της Μικράς Ασίας. Εκτός από το κλίμα τρόμου δεν φαίνεται να έγιναν τότε σημαντικές σφαγές. Ένας αριθμός από 86.363 πρόσφυγες εγκαταστάθηκε στις ελεύθερες ελληνικές περιοχές και κυρίως την Μακεδονία, όπου υπέστησαν μεγάλη φθορά από την ελονοσία.

· Ακολούθησαν οι μεγάλοι οργανωμένοι διωγμοί του 1915, που συνεχίστηκαν μέχρι το 1918, όταν 483.212 άτομα από τα παράλια της Μικράς Ασίας, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο, εκτοπίσθηκαν στα ενδότερα της Ανατολής υπό εξοντωτικές συνθήκες. Οι εκτοπισμοί οργανώθηκαν μετά από υπόδειξη του Γερμανού αρχιστράτηγου του Τουρκικού Στρατού, Λίμαν φον Σάντερς. Σύμφωνα με την "Κεντρική Πατριαρχική Επιτροπή", που οργάνωσε την παλιννόστηση των εκτοπισμένων μετά την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου, επαναπατρίσθηκαν μόλις 200.000 άτομα.

· Τέλος, ο Μικρασιατικός Πόλεμος από το 1919 έως το 1922 με την Μικρασιατική Καταστροφή, όταν συνέβησαν οι γνωστές ακρότητες. Ακριβείς στατιστικές των απωλειών κατά την περίοδο αυτή δεν είναι δυνατές. Είναι όμως δυνατό να προσεγγίσουμε μια τάξη μεγέθους.

Σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές έρευνες που πραγματοποιήσαμε, εκτός από τα επίσημα κείμενα της Νεοτουρκικής ηγεσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της ηγεσίας του Κεμαλικού κινήματος, εκτός από τα γραπτά, τις ανταποκρίσεις και τις εντυπώσεις ξένων, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών εκδόσεων, που αφορά αναμνήσεις και μαρτυρίες σχετικές με τον αφανισμό των ρωμαίικων πληθυσμών.

Ωστόσο, από τα στοιχεία αυτά, είναι αδύνατο να συμπεράνουμε αριθμούς και να τεκμηριώσουμε το μέγεθος και την πραγματικότητα της καταστροφής του Ανατολικού Ελληνισμού.

Γι' αυτό, μελετήσαμε τις επίσημες οθωμανικές απογραφές από το 1906 μέχρι το 1914, καθώς και ανεπίσημες στατιστικές, και ιδίως την ανεπίσημη πληθυσμιακή απογραφή των ρωμαίικων πληθυσμών που διενήργησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το 1910 έως το 1912. Το σκεπτικό ήταν να προσδιορίσουμε τον ρωμαίικο πληθυσμό, που κατοικούσε στα εδάφη της σημερινής Τουρκικής Δημοκρατίας πριν το 1922, ώστε να τον συγκρίνουμε με τον αριθμό αυτών που κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ή αλλού. Τον αριθμό των προσφύγων τον έχουμε ως σταθερή παράμετρο από την απογραφή του Ελληνικού Κράτους του 1928, η οποία δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί. Τότε οι πρόσφυγες απογράφηκαν σύμφωνα με τον τόπο της προέλευσής τους. Δεν είναι επίσης δυνατό να αμφισβητηθεί και η απογραφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γιατί απέβλεπε στον όσο το δυνατό πιο ακριβή προσδιορισμό του αριθμού των Ρωμηών, ώστε να εξασφαλισθεί ή ανάλογη εκπροσώπηση στην Οθωμανική Βουλή. Παράλληλα, οι ελληνικές προξενικές αρχές βοήθησαν στην απογραφή γιατί το Ελληνικό Κράτος επιθυμούσε, μεταξύ άλλων, να γνωρίζει το ποσοστό των Ρωμηών στον τουρκικό στρατό. Είναι, αντίθετα, αμφισβητήσιμη η επίσημη τουρκική απογραφή του 1914, τουλάχιστον όσον αφορά τους Ρωμηούς, οι οποίοι είχαν κάθε λόγο να μην απογραφούν, ώστε να αποφύγουν τη στράτευση στον οθωμανικό στρατό και τη φορολόγηση από το οθωμανικό κράτος.


Οι υπολογισμοί μας έδειξαν ότι υπάρχει ένα βέβαιο πληθυσμιακό έλλειμμα, το οποίο κυμαίνεται από έναν κατώτερο αριθμό 410.000 ατόμων, μέχρι έναν ανώτερο αριθμό που υπερβαίνει τις 780.000. Με τα μεγέθη αυτά συμφωνούν όλοι σχεδόν οι μελετητές και απορούμε γιατί αυτό συνήθως δεν αναφέρεται.

Πέρα, λοιπόν, από τις προθέσεις, τις μαρτυρίες και τα πολυπληθή άλλα στοιχεία, υπάρχει ένα τρομακτικό έλλειμμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Τέτοια φθορά δεν εξηγείται από τους εκατέρωθεν πολεμικούς βαρβαρισμούς, αλλά μόνον, ως αποτέλεσμα μίας συστηματικής, οργανωμένης και καθολικής προσπάθειας αφανισμού.

Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να ονομάσουμε το γεγονός αυτό;


ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1914-1922 ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ



Πατριαρχική απογραφή 1910-1912
Έλληνες
Τουρκική απογραφή 1914

Έλληνες
Ελληνική απογραφή προσφύγων 1928
Ανατολική Θράκη
   290.690
   224.459
  256.635
Κωνσταντινούπολη
   318.605
   250.546
    38.458
Μικρά Ασία
1.459.107
1.281.234
  774.123
Σύνολο Ρωμηών
2.068.402
1.756.889
1.069.216




Κιλικία
      20.000
-
-




Αναγωγή στο 1922
   + 125.304
   + 83.670
-
Απεβίωσαν, 1922-1928
-
-
   + 75.000
Πρόσφυγες προς τη Ρωσία
-
-
   + 80.000
Άλλοι πρόσφυγες
-
-
   + 66.000
Παρέμειναν στην Τουρκία
-
-
   + 140.000




Σύνολο
2.213.706
1.840.559
1.430.216




Απωλέσθηκαν
783.496
410.343
-