Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Ο τουρισμός στην Ξάνθη.



Η πόλη της Ξάνθης γνωρίζει τα τελευταία χρόνια πανελλήνια προβολή και γίνεται ευρύτερα γνωστή. Ωστόσο, οι επισκέψεις τουριστών στην Ξάνθη και την περιοχή της παραμένουν περιορισμένες. Γενικότερα η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα ως μία χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Η κατασκευή της Εγνατίας Οδού την τελευταία δεκαετία έφερε τη Θράκη πολύ κοντύτερα στον κορμό του ελληνικού χώρου. Πιστεύουμε ότι η περιοχή της Ξάνθης έχει τις δυνατότητες ώστε να καταστεί εσωτερικός τουριστικός προορισμός με ανάλογη οικονομική, κοινωνική και εθνική ωφέλεια.
Ο εξωτισμός έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου ψάχνει να ανακαλύψει. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής, Ελλάδας παραμένει το αίτημα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη είναι ένα πολιτισμικό κεφάλαιο, που δημιουργήθηκε μετά τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και της βαλκανικής ενδοχώρας, στενά δεμένης με την ιστορία μας. Ως τέτοιο πολιτισμικό κεφάλαιο η Ελληνική Θράκη είναι χώρος για την ανάπτυξη εσωτερικού τουρισμού. Ο νομός Ξάνθης με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που τον χαρακτηρίζει παρουσίαζε μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.
Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Τα δάση της ορεινής περιοχής, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η μεγάλη ακτή του Θρακικού Πελάγους, η λίμνη Βιστωνίδα και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα αρχαία Άβδηρα, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεότερος οικισμός των Αβδήρων συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής.
Ο Νομός Ξάνθης διαθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του Νομού.
Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της Γενισέας αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό εποικισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκονται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου αποτυπώνονται τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμενοποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα. Η ξενοδοχειακή υποδομή της Ξάνθης παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Τα μουσεία της Ξάνθης μπορούν να αναπτυχθούν και να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της πόλης. Υπάρχει ήδη στη Γενισέα κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα τρία αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Έκδοση βιβλίου για τη Γενισέα Θράκης.



Ο Δήμος Βιστωνίδος εξέδωσε το βιβλίο «Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου - τόπος συνάντησης πολιτισμών», το οποίο έγραψαν ο Δημήτρης Μαυρίδης και ο Γιώργος Τσιγάρας με τη συνεργασία ομάδας ιστορικών και αρχιτεκτόνων. Το βιβλίο έχει 142 σελίδες και περιλαμβάνει 192 φωτογραφίες, 5 σχέδια και 3 χάρτες.

Πρόκειται για πλήρη παρουσίαση και μελέτη του ιστορικού οικισμού της Γενισέας και της σχέσης της με τη γειτονική Ξάνθη. Παρουσιάζονται η ίδρυση και η ιστορία του οικισμού, τα θρησκευτικά του μνημεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά, η σχέση του οικισμού με τον καπνό, οι καπναποθήκες της Γενισέας και η ανέγερσή τους από Ηπειρώτες μαστόρους και πετράδες, τα σπίτια της Γενισέας και παρατίθενται μαρτυρίες ταξιδιωτών και περιηγητών για τον οικισμό.

Η Γενισέα ιδρύθηκε ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο της μουσουλμανικής διοίκησης λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς Τούρκους τον 14ο αιώνα. Η μικρή πόλη και η περιοχή της εποικίσθηκαν από Τουρκομάνους νομάδες που μεταφέρθηκαν τότε από τη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη της γειτονικής Ξάνθης, που παρέμεινε χριστιανική, δημιούργησε ένα ιδιότυπο πολεοδομικό δίπολο, όπου οι δύο πόλεις η μουσουλμανική Γενισέα και η χριστιανική Ξάνθη συνυπήρχαν αρμονικά για σχεδόν πέντε αιώνες.

Είναι ενδιαφέρουσες οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες οι Τουρκομάνοι νομάδες έποικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έγιναν αγρότες στενά δεμένοι με τη γη τους. Με την εισαγωγή μάλιστα της καλλιέργειας του καπνού στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά τον 17ο αιώνα οι μουσουλμάνοι αγρότες της περιοχής της Γενισέας φθάνουν να παράγουν την καλύτερη ποιότητα καπνού στον τότε κόσμο. Η μεγάλη εποχή του καπνού κατά τον 18ο αιώνα συμπίπτει με την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Ο πλούτος της Γενισέας που βασίζεται στον καπνό θα προσελκύσει γρήγορα Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαστόρους και εμπόρους και θα γίνει η προϋπόθεση της συνεργασίας των παραγωγών μουσουλμάνων και των εμπόρων χριστιανών, οι οποίοι αναλαμβάνουν και την επεξεργασία του καπνού. Ταυτόχρονα οι Ηπειρώτες μαστόροι που αναλαμβάνουν την ανοικοδόμηση των καπναποθηκών της Γενισέας και μετά της Ξάνθης μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στη Θράκη.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται ενδιαφέρον εικαστικό υλικό σχετικό με την καλλιέργεια και την κατεργασία του καπνού, όπως και περιγραφές και σχέδια των καπναποθηκών που ανήγειραν οι Ηπειρώτες μαστόροι σε τοπικό ύφος, το οποίο είναι και μοναδικό.
Η ακμή της Γενισέας θα φθάσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870, όταν η Ξάνθη ανοικοδομείται και γίνεται πλέον η πρωτεύουσα του καπνού.

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Ακύλας Μήλλας: "Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος - Δέρκων"

Ακύλας Μήλλας: «Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων»
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σσ. 456

Με τον τόμο αυτό ο ακούραστος ιστοριοδίφης συνεχίζει τη μελέτη της παρουσίας των Ρωμιών στην ελληνική Ανατολή, παίρνοντας ως αφορμή τις εκκλησιαστικές, κοινοτικές, σχολικές, συντεχνιακές ή εμπορικές σφρα­γίδες που σώζονται σε έγγραφα κυρίως του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα. Οι μελέτες του συγγραφέα αριθμούν ήδη, μεταξύ άλλων, τρία εξαντλητικά βιβλία για τα Πριγκηπόννησα της Προποντίδας, ενώ η μελέτη της ρωμαίικης παρουσίας με βάση τα σφραγίσματα άρχισε με τον τόμο «Σφραγίδες Κων­σταν­τι­νου­πόλεως» (1996).
Ο νέος τόμος καλύπτει τις μητροπόλεις Χαλκηδόνος και Δέρκων οι οποίες πλαισιώνουν την Κωνσταντινούπολη Δυτικά και Ανατολικά, στην Ευρώπη και την Ασία. Περιλαμβάνει δηλαδή οικισμούς και κοινότητες της ασιατικής ακτής του Βοσπόρου, της Βιθυνιακής ακτής της Προποντίδας από τη Χαλκηδόνα μέχρι το Ρύσιο (Αρετσού), των Πριγκιποννήσων, καθώς και τα δεκάδες χωριά ή κοινότητες της εκκλησιαστικής επαρχίας Δέρκων, δηλαδή την ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, με τις παρά την Πόλη ακτές της Προποντίδας και οικισμούς της μεσόγειας Θράκης.
Οι οικισμοί αυτοί, εκκενώθηκαν κατά την πλειονότητά τους, από τους Ρωμιούς μετά την συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών (1923), ενώ αριθμός τους στον Βόσπορο και στα Πριγκηπόννησα κατοικούνται από λίγους Ρωμιούς μέχρι σήμερα.
Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι περιοριστικός, η αποτύπωση των σφρα­γίδων αποτελεί την αρχή για παράθεση πλήθους στοιχείων, σχε­δίων, εγγράφων, χαρτών και φωτογραφιών που αναφέρονται στις χριστια­νικές κοινότητες.
Ο συγγραφέας σχεδίασε ο ίδιος μαζί με την Ιόλη Μήλλα τις ποικιλό­­μορφες σφραγίδες, συχνά από αχνά ελλιπή ίχνη και απο­τυ­πώματα. Παράλληλα, ο ίδιος ο συγγραφέας ζωγράφισε όψεις χαμένων, ως επί το πλείστον, οικισμών, μνημείων, επιγραφών και διακοσμήσεων και τους χάρισε μία νέα ύπαρξη.
Μετρήσαμε στο νέο τόμο σχεδόν οκτώ εκατοντάδες σφραγίδες και πάνω από εκατό λεπτομερή τοπιογραφικά ή αρχιτεκτονικά σχέδια, που συμπλη­ρώνονται από δεκάδες διακοσμήσεις, φωτογραφίες, σχέδια επιγραφών και τους απαραίτητους χάρτες.
Τα κείμενα είναι γλαφυρά, περιεκτικά και τεκμη­ριω­μένα. Η εκτύ­πωση των κειμένων των σχεδίων και των φωτογραφιών είναι πολύ καλή. Το ύφος, η σχεδίαση, το σχήμα του βιβλίου και οι γραμματο­σειρές είναι τα ίδια με τα προηγμένα βιβλία που αναφέραμε, δίνοντας σωστά την εντύπωση της σειράς και της συνέχειας. Η βιβλιογραφία είναι εξαντλητική.
Είναι συγκινητική η προσπάθεια του συγγραφέα και ζωγράφου για την διάσωση και αποτύπωση των μνημείων και των σπαραγμάτων της ρωμαίικης παρουσίας, εκεί όπου ο αστικός εφιάλτης της Κων­σταντινούπολης των 15 εκατομμυρίων νεήλυδων από την Ανατολή σαρώνει τα πάντα και εξαφανίζει και αλλοτριώνει τα ίχνη της ελλη­νικής πολιτισμικής, ιστορικής και φυσικής παρουσίας.
Ο συγγραφέας, σταθερός κληρονόμος μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσης, γνωρίζει ότι πρέπει να βιαστεί. Κάθε στιγμή κάποια από τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης αίρονται από το ετερό­δοξο, το αλλότριο και το τυχαίο. Ο χρόνος καταστρέφει, η μνήμη προσπαθεί να διασώσει. Ο συγγραφέας βρίσκεται αντιμέ­τωπος όχι μόνο με το χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλο­τρίωσης. Ένας μανιασμένος άνεμος παρασύρει τα αδύναμα οχυ­ρώματα που έστησε με υπομονή η μνήμη. Τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης και της ιστορίας πρέπει επειγόντως να κατα­γρα­φούν και να αποτυπωθούν. Ο Ακύλας Μήλλας αντιμετωπίζει με τόλμη τη διάλυση και τη φθορά. Από τα ερείπια του χρόνου μας χαρίζει, την τελευταία στιγμή, μία παρήγορη και ελπιδοφόρα μορφή αθανασίας.
Η έλλειψη πληρότητας στην παρουσίαση του χώρου και των σφραγίδων, δεν μειώνει, κατά τη γνώμη μας, το βιβλίο, αφού ο γεωγραφικός και ο ιστορικός χώρος είναι τεράστιος, ενώ ο αριθμός τέτοιων σφραγίδων φαίνεται να είναι μεγάλος και νέες σφραγίδες ανακαλύπτονται μέρα με τη μέρα. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μας, κάποια μεθοδολογικά προβλήματα στην οργάνωση και την παρου­σίαση της ύλης. Τα κεφαλαία δεν είναι εύκολα διακριτά για τον αναγνώστη, οι χάρτες δεν αντιστοιχούν χρηστικά στα κείμενα και δεν αναφέρονται στα περιεχόμενα, ώστε ο αναγνώστης να αναγκά­ζεται να ξεφυλλίζει το βαρύ βιβλίο. Πολλές λεζάντες είναι φτωχές και θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την εικονογράφηση με πρό­σθετες πληροφορίες. Τα περιεχόμενα είναι περιληπτικά και βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου.
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες. Το πάθος και το αίσθημα του συγ­γραφέα και ζωγράφου, ο πλούτος και η ευρύτητα των στοιχείων και των πληροφοριών, η εντύπωση πληρότητας πού δίνουν η ει­κονο­γράφηση και η έκδοση, χαρακτηρίζουν το βιβλίο.
Ο Κωνσταντινουπολίτης συγγραφέας μένει πιστός στην παράδοση των «πατριδογράφων» και τιμά πάλι με το νέο του βιβλίο τους υψηλούς και ευγενείς στόχους που ο ίδιος έχει θέσει.
Του ευχόμαστε να αξιωθεί να συνεχίσει, ολοκληρώνοντας το έργο του και με τους υπόλοιπους τόμους για τις θρακικές και μικρα­σια­τικές μητροπόλεις.