Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες


Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες (Θρακική Βιβλιοθήκη 8), Εργαστήριο Παλαιογραφίας–Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνή, 2005, σχήμα 30Χ24  σσ 464

Παρά τους προσδιορισμούς στον τίτλο επιμένει ο συγγραφέας να διευκρινίζει και να προσθέτει στον εσώτιτλο κάτω από τον τίτλο του βιβλίου: Οι τάφοι λαλούσι. Και έτσι είναι. Μέσα από το βιβλίο προσεγγίζουμε ένα τεθνεώτα Ελληνισμό που συνεχίζει την πνευματική και πολιτιστική ακτινοβολία του, χάρη στην προσπάθεια και τον μόχθο του συγγραφέα να ταξινομήσει και να περιγράψει, ώστε να προστατεύσει και να εξασφαλίσει την ιστορική παρουσία των Ρωμηών της Κωνσταντινούπολης. Ο γιγαντισμός και η ανεξέλεγκτη επέκταση του σύγχρονου αστικού εφιάλτη της Κωνσταντινούπολης εξαφανίζει τα ίχνη του παρελθόντος.  Δεν είναι μόνο η φθορά του χρόνου, αλλά κυρίως η θύελλα των εκατομμυρίων νεήλυδων που κατακυριεύουν τον χώρο και δημιουργούν νέες πραγματικότητες.
Παρά την νομοθετική προστασία ο μεγάλος αριθμός των κτηρίων, που συνθέτουν την πολιτιστική κληρονομιά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, κινδυνεύει και απειλείται. Η δημογραφική παρακμή της ρωμαίικης μειονότητας αποστερεί το δομημένο περιβάλλον της από φορείς ζωής. Τα ελληνικού ενδιαφέ­ροντος κτήρια της Κωνσταντινούπολης είναι εκτεθειμένα στους κινδύνους της εντατικής αστικοποίησης, και κυρίως απειλούνται οι χώροι των δεκαοκτώ νεκροταφείων που διαθέτει ο Ελληνισμός στο κέντρο της Πόλης και στα προάστια του Βοσπόρου.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποτυπώσει τον τεράστιο πλούτο που συσσώρευσε το πέρασμα των γενεών σε ένα από τα σημαντικότερα νεκροταφεία του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και το σημαντικότερο της Κωνσταντινούπολης: το Νεκροταφείο του Σισλί στις παρυφές του Γαλατά. Πρόκειται για φιλόδοξο εγχείρημα μεγάλων διαστάσεων και ιδιαίτερης σημασίας.
Ο συγγραφέας αποθησαυρίζει φωτογραφίες και πληροφορίες για τα πρόσωπα που αναπαύονται στο μεγάλο αυτό νεκροταφείο, και για τα μνημεία τα ίδια. Εκεί αναπαύονται τα πιο σημαντικά μέλη της ρωμαίικης κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, εποχή μεγάλης οικονομικής ακμής  και πολιτιστικής ανόδου της Κωνσταντινούπολης ειδικότερα και του Ελληνισμού γενικότερα. Συγκεντρώνει πληροφορίες για τους καλλιτέχνες και τους μαστόρους που κατέθεσαν εκεί την τέχνη και την τεχνική τους. Παραθέτει επιγραφές και επιτάφια επιγράμματα, αλλά και παραστάσεις και κοσμήματα που συγκροτούν ένα απόθεμα στοιχείων για τον ιστορικό, τον λαογράφο, τον κοινωνιολόγο, αλλά και τον απλό ευαίσθητο αναγνώστη. Εντυπωσιάζει η επιμονή και η φροντίδα του συγγραφέα για να αποτυπώσει ό,τι είναι δυνατόν να αποτυπωθεί φωτογραφικά, να το αποθησαυρίσει και να το παραδώσει ως χάρτινη αιωνιότητα, πιο ασφαλή σίγουρα από τα ίδια τα υλικά αντικείμενα. Άλλωστε χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση σε σημείωση του συγγραφέα, αμέσως μάλιστα πριν τον πρόλογο του βιβλίου, για τις καταστροφές που έγιναν μέσα σε μόλις τρία χρόνια ,που μεσολάβησαν από τη φωτογράφηση μέχρι την έκδοση του βιβλίου.
Στο νεκροταφείο του Σισλί διακρίνεται με ενάργεια η πραγματικότητα και τα επιτεύγματα του Ελληνισμού της Ανατολής σε μια περίοδο δημογραφικής, οικονομικής και εθνικής ακμής του. Με την αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα εμφανίζονται στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μιας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Στα τέλη του 18ου το ρωμαίικο μιλλέτ της Αυτοκρατορίας διεκδικεί όχι μόνο την εθνική του αποκατάσταση, αλλά και με τους Φαναριώτες τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση και την συνδιαχείριση ολόκληρης της Αυτοκρατορίας. Η ελληνική επανάσταση θα σημάνει την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους στις παρυφές του τότε Ελληνισμού, αλλά και την συντριβή των Φαναριωτών από τον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄. Ωστόσο, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης κατορθώνουν να ανορθωθούν με χαρακτη­ριστική ταχύτητα. Οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της Αυτο­κρατορίας στα μέσα του 19ου αιώνα τους επιτρέπουν να αναλάβουν ξανά μεγάλους ρόλους. Οι άπιστοι Τζιμμήδες, υπήκοοι δεύτερης κα­τηγορίας, ανέρχονται και γίνονται η αστική τάξη της Οθω­μα­νικής Αυτοκρατορίας. Δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι ρωμαίικες κοινότητες παραμένουν πολιτικά υποταγ­μένες, αλλά γίνονται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά κυρίαρχες. Παράλλη­λα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοη­θούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες δημιουργούνται.
Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυ­ριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευ­ματικής τάξης. Το Φανάρι πέφτει σε δεύτερη μοίρα. Η Κωνσταντινού­πολη, "πόλις παλαιόθεν Ἑλληνίς", η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για 16 αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων.
Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφα­λαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν από­λυτα στο εισαγωγικό και το εξαγω­γικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέ­ρουμε, ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρο­νιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Ρωμηούς και μόλις το 12% σε Τούρκους. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχι­τε­κτό­νων, το 37% των μηχανι­κών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρα­τορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσω­πεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρα­τορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνο­ούσε την τουρ­κική.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα, η οποία εικονίζεται στο ταφικό περιβάλλον του Σισλί και αυτή την πραγματικότητα προσπαθεί να περιγράψει ο συγγραφέας, ώστε να διασφαλιστεί η μνήμη της. Ας επανέλθουμε, όμως, στο βιβλίο προσπαθώντας να περιγράψουμε τα περιεχόμενα και τη διάρθρωσή του. 
Η βιβλιογραφία εστιάζεται στην αστική κοινότητα του Γαλατά των μέσων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού και παρατίθεται μετά τον πρόλογο του συγγρα­φέα. Η εξαντλητική εισαγωγή παρουσιάζει το κοιμητήριο του Σισλί και αναλυτικά πληροφορίες και στοιχεία για τους σημαντικότερους συγκεκριμένους δημιουργούς, όπως γλύπτες και αρχιτέκτονες, που εργάσθηκαν εκεί. Ακολουθεί περιγραφή των μνημείων και κατάταξή τους σε τύπους με χωριστή ανάλυση της αρχιτεκτονικής, των διακοσμήσεων και των επιγραφών.
Στο κύριο σώμα του βιβλίου παρουσιάζονται αναλυτικά και με εξαντλητικές λεπτομέρειες τα ταφικά μνημεία του Σισλί που αφορούν εμπόρους και τραπεζίτες. Παρουσιάζονται σε 375 πυκνοτυπωμένες σελίδες 142 ταφικά μνημεία, έκαστο των οποίων ανήκει σε μία οικογένεια.
Κάθε ταφικό μνημείο περιγράφεται εξαντλητικά σε χωριστά κεφάλαια. Στην αρχή εικονίζεται το μνημείο και δίνονται τα γενικά χαρακτηριστικά του: τύπος, διαστάσεις, υλικό, όνομα, χρονολόγηση, υπογραφή, κατάσταση. Ακολουθούν αναλυ­τική περιγραφή, παράθεση όλων των επιγραφών, παράθεση των επιγραμ­μάτων. Τα ιστορικά του μνημείου δίδονται με εντυπωσιακή πληρότητα και αφορούν την ιστορία των τεθαμμένων και των οικογενειών τους με την παράλληλη παράθεση φωτογραφιών και κειμένων από τα έντυπα της εποχής. Συχνά δίδονται γενεολογικά δένδρα. Η περιγραφή συμπληρώνεται με εξαντλητική βιβλιογραφία την οποία εντόπισε ο ακαταπόνητος ερευνητής σε εφημερίδες, έγγραφα και έντυπα της εποχής. Η βιβλιογραφία πλαισιώνεται με αποσπάσματα εφημερίδων με αγγελίες και νεκρολογίες.
Ο τόμος κλείνει με πίνακες και ευρετήρια που δίνουν όλα τα ονόματα των τεθνεώτων, χρόνο γέννησης, θανάτου, καταγωγή, επάγγελμα, όπως και ευρετήριο συμβολικών παραστάσεων των  μνημείων.
Ο μεγάλος πολυτελής τόμος τυπώθηκε στην Κομοτηνή. Το αναφέρουμε αυτό σαν ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι η τυπογραφία στην ελληνική επαρχία δεν μπορεί πια να χαρακτηρισθεί επαρχιώτικη και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτά που γίνονται στην Αθήνα. Η γραφιστική επεξεργασία, η εκτύπωση των φωτο­γραφιών και η βιβλιοδεσία του τόμου είναι πολύ ικανοποιητικές. Ωστόσο, δεν κρύβουμε την προτίμησή μας στην "όρθια" διάταξη τέτοιων βιβλίων, ακόμη και αν περιέχουν πλήθος φωτογραφιών. Κατά την αντίληψή μας δεν συντρέχει λόγος για τη σχεδίαση του συγκεκριμένου βιβλίου σε "πλάγια" διάταξη, αφού μάλιστα οι φωτογραφίες δεν απαιτούν τέτοια παρουσίαση. Η "πλάγια" διάταξη συνηθίζεται σε βιβλία τοπιογραφικού περιεχομένου και δημιουργεί προβλήματα στην ανάγνωση και στη βιβλιοθέτηση.
Το όλο έργο είναι αφιερωμένο στη Μεγάλη Εκκλησία και στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Χορηγός είναι το " Ίδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος".
 Ευχόμαστε στον συγγραφέα να συνεχίσει, όπως ο τίτλος του τόμου υπόσχεται, και να πραγματοποιήσει και την έκδοση άλλων τόμων, ολοκληρώνοντας τη μνημειώδη παρουσίαση, όπως φιλοδοξεί.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Η καθ’ ημάς Ανατολή δεν υπήρξε ποτέ





Οι εορτασμοί, οι εκδηλώσεις και οι εκθέσεις που πρόσφατα διοργανώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με ευκαιρία την ανακήρυξή της ως «πολιτισμικής πρωτεύουσας της Ευρώπης» δίνουν μια καθαρή εικόνα του ιδεολογικού κλίματος και των εθνικών στόχων που κυριαρχούν στη γειτονική χώρα. Το δόγμα, ότι η ασφαλέστερη ανεξαρτησία βασίζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία ενώ η μονιμότερη υποδούλωση ξεκινά από την πολιτισμική αλλοτρίωση, επιβεβαιώνεται ότι ισχύει όχι μόνον για τη σημερινή Τουρκία, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, αλλά δυστυχώς και για τη δική μας χώρα, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του. Δεν θα σταθώ στα ενθουσιώδη φληναφήματα των κ.κ. Παύλου Γερουλάνου, Νικήτα Κακλαμάνη και Αλέκου Φασιανού, ούτε θα επισημάνω την σημειολογική μόνιμη επισήμανση της οθωμανικής «κατάκτησης», η οποία διατυμπανίζεται ως θεμελιώδης «αρετή» του τουρκικού έθνους σε κάθε ευκαιρία. Θα αναφερθώ απλώς πρόχειρα σε χαρακτηριστικές  περιπτώσεις που βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία και συνέχεια με την αντίληψη περί του πολιτισμικού υπόβαθρου που συγκροτεί η τουρκική παρουσία, όπως μας την παρουσίασε πρόσφατα ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Η εκδοτική δραστηριότητα, η σχετική με θέματα της τουρκικής ταυτότητας και της τουρκικής παρουσίας, βρίσκεται σήμερα σε έξαρση στην Τουρκία. Και όχι μόνο αυτό. Ποικίλες μελέτες και δραστηριότητες, μέσα σε πλαίσια μίμησης του εργαλειακού χαρακτήρα που κυριαρχεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια, έχουν ως αντικείμενο την ιστορική αλλά και τη σημερινή Τουρκία.
Είναι ενδιαφέρον και μας αφορά άμεσα το ότι η ιστορική και γενικότερη επιστημονική έρευνα στην Τουρκία, όπως και η πιστοποίηση και η αυτογνωσία των ίδιων των Τούρκων, είναι ασύμβατα όχι μόνο με τη δική μας πιστοποίηση και αυτογνωσία, αλλά και με τα ιστορικά δεδομένα και τα συμπεράσματα της σχετικά αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας.
Αυτό επίσης, το οποίο είναι ασύμβατο με τη δική μας ιστοριογραφία και πιστοποίηση, είναι η απόλυτη αντίληψη των Τούρκων για μηδενική βάση στην ιστορική αντίληψη για τον χώρο τον οποίο σήμερα κατέχουν. Εννοούμε την ανεδαφική αντίληψη του ότι η ιστορική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια αρχίζει με την τουρκική κατάκτηση. Έτσι, για παράδειγμα, τα ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αλλά και γενικότερα οι μορφές των παραδοσιακών κατοικιών στη Μικρά Ασία θεωρούνται ως εξέλιξη του γιούρτ, της αρχαίας σκηνής των νομάδων Τούρκων, η οποία συναντάται ακόμη σήμερα στην Κεντρική Ασία. Έτσι, με μια τερατώδη ιστορική προσαρμογή αγνοείται το γεγονός ότι οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι, οι οποίοι κατέκλυσαν μετά τον 11ο αιώνα τη Μικρά Ασία, βρέθηκαν σε ένα χώρο με αστική και οικιστική παράδοση πολλών αιώνων1.
Αυτά όμως είναι κοινότοπο να τα λέμε και να τα επαναλαμβάνουμε. Το παρελθόν δεν έχει στην Τουρκία αντικειμενική υπόσταση. Η μνήμη είναι επιλεκτική ή κατασκευασμένη. Το παρελθόν είναι ό,τι επιβάλλεται και ό,τι διδάσκεται και γράφεται. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επικυρωθεί έμπρακτα από εξέχουσες προσωπικότητες της Τουρκίας, όπως ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Τουργκούτ Οζάλ2 και βρίσκονται πάλι στην επικαιρότητα χάρη στον κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την αντίληψη την οποία καλλιεργούν οι Τούρκοι σχετικά με το ιστορικό βάθος του χώρου, τον οποίο σήμερα κατέχουν, με τη γνωστή ρήση του Όργουελ: «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον : αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν».
Σήμερα, σαρώνονται και εξαφανίζονται τα ίχνη της παρουσίας των Ανατολικών Ελλήνων στους τόπους όπου κατοικούσαν μέχρι πρόσφατα. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με τον χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Τα εκατομμύρια των νεήλυδων από την Ανατολή κατακυριεύουν τους χώρους και δημιουργούν ένα νέο δομημένο χώρο. Η Δυτική Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Βιθυνία και ο Πόντος σαρώνονται από την ανοικοδόμηση. Μόνο η φτωχή και περιφερειακή Καππαδοκία φαίνεται να αποφεύγει προς το παρόν αυτό που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως Τρίτη Άλωση.
Ειδικότερα στην Προποντίδα, που για αιώνες ήταν «θάλασσα της Ρωμηοσύνης», αλλά και στη Θράκη, αρχαία κοιτίδα Ελληνισμού, τα ιστορικά δεδομένα παραποιούνται, αλλά και αγνοούνται με τρόπο τερατώδη.

Ο Δήμος του Τεκίρ Νταγκ στην Προποντίδα εξέδωσε πρόσφατα ένα λεύκωμα για να περιγράψει και να διαφημίσει την πόλη του, που δεν είναι άλλη από την αρχαία πόλη της Ραιδεστού, της οποίας το όνομα, όπως και τα ονόματα Βισάνθη, Ρησιστός ή Ροσιστός ή Ροδόστος ή Ροντόστο, πουθενά δεν αναφέρονται. Το λεύκωμα αρχίζει την ανάπτυξη του θέματός του από την προϊστορία. Στη σελίδα 13, μετά από κείμενο μιας σελίδας, αναφέρεται η τουρκική κατάκτηση, χωρίς να έχει γίνει λόγος για Έλληνες, ελληνικό πολιτισμό, ή Βυζάντιο. Ακολουθούν 190 σελίδες και 400 περίπου φωτογραφίες, όπου παρουσιάζονται ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία και προβάλλεται η πόλη. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο παντελώς απουσιάζουν. Χωρίς να γίνεται αναφορά σε Έλληνες, ή έστω σε Ρωμηούς, εικονίζεται στη σελίδα 22 ένα παραδοσιακό σπίτι που αναφέρεται ως «σπίτι του Κωνσταντίνου». Στη σελίδα 29 εικονίζονται ρωμαϊκά νομίσματα της γειτονικής Περίνθου. Οι συγγραφείς δεν γνωρίζουν, ή θέλουν να αγνοούν, ότι το Τεκίρ Νταγκ ως αποικία των Σαμίων με το όνομα Βισάνθη και ως τόπος εγκατάστασης των Αθηναίων κληρούχων είχε κόψει ήδη νομίσματα από τον 4ο  πΧ αιώνα. Στη σελίδα 40 υπάρχει μεγάλη φωτογραφία του τεμένους του Ρουστέμ Πασά, κτισμένου το 1537, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ότι στον χώρο όπου κτίσθηκε το τέμενος υπήρχε το βυζαντινό κάστρο του Χριστού, έργο του Ιουστινιανού κατά τον 6ο  μΧ αιώνα και, αργότερα, το πάλαι ποτέ πτωχοκομείο του Πανοικτίρμονος, το οποίο ίδρυσε ο Μιχαήλ Ατταλειάτης το 1077. Στις σελίδες 68 έως 74 υπάρχουν παλιές φωτογραφίες των κεντρικών συνοικιών του Τεκίρ Νταγκ με τα παλιά χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αρκετά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για τις μέχρι το 1922 κεντρικές συνοικίες της πόλης της Ραιδεστού, στην οποία οι τουρκικές συνοικίες βρισκόταν στην περιφέρεια μακριά από την θάλασσα. Μόνο στη σελίδα 69 σε παλιά φωτογραφία η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας αναφέρεται ως «προτεσταντική εκκλησία»! Η εκκλησία αυτή έχει σήμερα κατεδαφισθεί, στη θέση της υψώνεται η λέσχη των αξιωματικών της φρουράς του Τεκίρ Νταγκ. Στη σελίδα 75 παρουσιάζονται φωτογραφίες από την απελευθέρωση της Ραιδεστού τον Ιούλιο του 1920. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως Γιουνάν και εμφανίζονται ως κατακτητές, ώστε οι φωτογραφίες αυτές να ακολουθούνται από φωτογραφίες εορτασμών της επανόδου των Τούρκων. Στη σελίδα 82 παρουσιάζεται παλιά φωτογραφία της κεντρικής παραθαλάσσιας συνοικίας της Παναγίας της Φανερωμένης, η οποία ονομάζεται μαχαλάς Ερτουγκρούλ, όνομα που φέρει σήμερα προς τιμήν του ομώνυμου τούρκου κατακτητή. Ακολουθούν φωτογραφίες με ανάλογη ιστορική αντίληψη, με την εξαίρεση μιας φωτογραφίας στη σελίδα 96, όπου γίνεται αόριστη αναφορά σε Ρωμηούς. Περιττό να σημειώσουμε ότι πουθενά δεν φαίνεται να γίνεται λόγος για το μεγάλο πλήθος των Αρμενίων που ζούσαν στην πόλη της Ραιδεστού από τον 16ο  αιώνα. Όσο για τα λαμπρά εκπαιδευτικά ιδρύματα των Ρωμηών, τα νεοκλασικά πέτρινα κτήριά τους διασώζονται και χρησιμοποιούνται ακόμη ως σχολεία, όμως οι παλιές ελληνικές επιγραφές στα υπέρθυρα έχουν σβηστεί με κτυπήματα με καλέμι.
Αλλά, η οργουελλιανή μεταχείριση της ιστορίας από τους Τούρκους διανοούμενους, πολιτικούς και το τουρκικό κράτος δεν περιορίζεται στα εδάφη τα οποία κατέκτησαν οι Τούρκοι και τα οποία βάσει συνθηκών κατέχουν σήμερα, αλλά απλώνεται και στις γειτονικές χώρες, κατακτήσεις κάποτε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελληνική Θράκη είναι βέβαια ένας χώρος όπου τρέφονται επιβουλές και καλλιεργούνται διεκδικήσεις. Έτσι, σε τεύχος του προπαγανδιστικού περιοδικού Cornucopia –που εκδίδεται στην Αγγλία– και σε άρθρο για την παρουσία των Τούρκων στη Θράκη αποκαλύπτεται η σύγχρονη τουρκική αντίληψη για την Ελληνική Θράκη. Σε πληθώρα ωραίων και μεγάλων φωτογραφιών δίδεται μία τουρκική-ισλαμική εικόνα της Ελληνικής Θράκης, όπου οι Έλληνες εμφανίζονται σχεδόν ως κατακτητές. Έτσι, φωτογραφίζεται η συνοικία της Μητροπόλεως στο κέντρο της Παλιάς Ξάνθης ως κατοικούμενη από Τούρκους, πράγμα που ποτέ δεν έγινε, αφού οι κεντρικές συνοικίες της Ξάνθης βρισκόταν πάντα υπό τον έλεγχο της ισχυρής ρωμαίικης κοινότητας. Όπως είναι γνωστό, η Ξάνθη και η Ραιδεστός διατήρησαν καθ’ όλη την Τουρκοκρατία την παρουσία των Ρωμηών στις κεντρικές τους συνοικίες και είναι αμφότερες παλιές βυζαντινές πόλεις, όπου διακρίνονται εισέτι στον πολεοδομικό τους σχεδιασμό οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την οργάνωση και την καθαγίαση του χώρου. Ο πληρωμένος Άγγλος δημοσιογράφος ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι η σύγχρονη Ξάνθη ιδρύθηκε από τους Τούρκους μπέηδες εμπόρους που εγκατέλειψαν την γειτονική Γενισέα μετά την καταστροφή της, το 1870. Ψευδέστατος και αναιδέστατος είναι αυτός ο ισχυρισμός. Όχι μόνο η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η παρουσία των Ρωμηών στην πόλη της Ξάνθης είναι συνεχής, καθοριστική και αδιάσπαστη3, αλλά και η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι η ζώσα, μόνιμη και σταθερή απόδειξη της ελληνικότητάς της.
Δεν είναι μόνο η Ελληνική Θράκη πεδίο για την κακοποίηση της τοπικής ιστορίας από τους Τούρκους. Όπως διαβάζουμε πρόσφατα στην εφημερίδα Αντιφωνητής, που εκδίδεται στην Κομοτηνή, και η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη, κέντρο Ελληνισμού και ελληνικής παιδείας, έχει επιλεγεί ως πεδίο παραχάραξης της ιστορίας. Συνεργάτης της εφημερίδας βρέθηκε στη Φιλιππούπολη, όπου διάβασε κάποιο άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται στην Τουρκία. Στο άρθρο αυτό δίνεται μία εικόνα της Φιλιππούπολης ως αμιγώς τουρκικής πόλης και της αρχιτεκτονικής της ως αμιγώς τουρκικής, παρόμοιας με αυτή των τουρκικών πόλεων όπως η Προύσσα. Δεν αναφέρεται καν η παρουσία της κυρίαρχης κοινότητας των Ρωμηών, ούτε βέβαια το ότι η πόλη ιδρύθηκε από τους Μακεδόνες Έλληνες. Αγνοείται πλήρως η βουλγαρική παρουσία, αν και η Φιλιππούπολη βρίσκεται σήμερα στη βουλγαρική επικράτεια. Αναφέρονται μόνο οι τρεις λόφοι ως ανοικτό μουσείο τουρκικής αρχιτεκτονικής. Τίποτε για τα λαμπρά ελληνικά εκπαιδευτήρια, τα παρακείμενα στους λόφους της ελληνικότατης Φιλιππούπολης.



1. Αναφερόμαστε στο βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Ο εκτουρκισμός της Μικράς Ασίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998.
2. Αναφερόμαστε στο Ινστιτούτο Ιστορικών Μελετών που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ και στο βιβλίο του Τουργκούτ Οζάλ Η Τουρκία στην Ευρώπη. Βλέπε και το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Το τουρκικό κράτος και η Ιστορία, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998.
3. Βλέπε μεταξύ άλλων το πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος – 17ος αι.), Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2008.