Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Γιάννης Παπακώστας, «Διά τόν σύνδεσμον τοῦ ἀπανταχοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μείζων Ἑλληνισμός καί ἑλληνικά γράμματα στίς ἀπαρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἄγνωστες ἐκθέσεις πρός τόν ΣΩΒ γιά το Α΄ ἐκπαιδευτικό συνέδριο του 1904», Σύλλογος πρός Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι 2010, σχῆμα 17x24, σελ. 452.



Οἱ ἐκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις, πού περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα, ἀναγκάσθηκε νά παραχωρήσει στούς ὑπηκόους της ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἔγιναν ἡ ἀφορμή καί ὁδήγησαν στήν ἄνοδο καί στή συμμετοχή τῶν Ρωμηῶν τῆς Αὐτοκρατορίας στή νεοπαγή ἀστική δυτικόστροφη τάξη της. Τό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης δέν ἐξελίσσεται μόνο σέ καθρέπτη τοῦ ἐκδυτικισμοῦ τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί γίνεται ἐπίσης τό κέντρο τῆς δράσης καί τῆς ἐπιτυχίας τῆς ρωμαίικης κεφαλαιουχικῆς καί ἐμπορευματικῆς τάξης.
Οἱ ἑλληνικές κοινότητες ἐλέγχουν, πρίν τό 1922, τό 50% τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐπενδεδυμένου στή βιομηχανία τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως καί τό 60% τῶν θέσεων ἐργασίας στούς μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχοῦν ἀπόλυτα στό εἰσαγωγικό καί τό ἐξαγωγικό ἐμπόριο. Ἀναφέρεται ὅτι τό 1914 τό 46% ἀπό τούς ἰδιοκτῆτες τραπεζῶν καί τραπεζίτες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἦταν Ρωμηοί. Τήν ἴδια χρονιά, ἀπό τίς 6.507 βιομηχανίες καί βιοτεχνίες τῆς Αὐτοκρατορίας, τό 49% ἀνῆκε σέ Ρωμηούς. Τό 1912, ἀπό τίς 18.063 ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις τῆς Αὐτοκρατορίας, τό 43% βρισκόταν σέ ἑλληνικά χέρια, τό 23%  ἀνῆκε σέ Ἀρμένιους, τό 15% σέ Μουσουλμάνους καί τό ὑπόλοιπο σέ ἄλλους. Τό 1914 πάλι, Ἕλληνες ἦταν τό 52% τῶν γιατρῶν, τό 49% τῶν φαρμακοποιῶν, τό 52% τῶν ἀρχιτεκτόνων, τό 37% τῶν μηχανικῶν καί τό 29% τῶν δικηγόρων τῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ Ρωμηοί μαθητές ἀντιπροσωπεύουν σέ ἀπόλυτους ἀριθμούς τό διπλάσιο σχεδόν τῶν Μουσουλμάνων μαθητῶν σέ ὅλη τήν Αὐτοκρατορία. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ Ἑλληνίδες, σέ ἀντίθεση πρός τίς μουσουλμάνες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἐργάζονταν μαζικά στή βιομηχανία, τήν ταπητουργία καί τήν παραγωγή τροφίμων. Ἡ ἑλληνική γλώσσα εἶχε γίνει ἡ γλώσσα τῶν ἐμπόρων καί τῆς καλῆς κοινωνίας, σέ βαθμό πού σημαντικό ποσοστό Ρωμηῶν ἀγνοοῦσε τήν τουρκική (τά στοιχεῖα ὀφείλονται στή συλλογική μελέτη Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999).
Σπουδαία ἦταν ἡ θέση τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, κατά τά μέσα τοῦ 19ου  αἰώνα. Θέση, ἡ ὁποία μετά ἀπό κάποια κάμψη μετά τήν εἰσαγωγή τοῦ ἀτμοῦ στή ναυπήγηση τῶν πλοίων, ἀνέκαμψε ὅταν οἱ  Ἕλληνες πλοιοκτῆτες ἀγόρασαν καί μετέφεραν στήν Ἀνατολική Μεσόγειο τά παλιά ἀγγλικά ἀτμόπλοια.
Ὑπόβαθρο καί προϋπόθεση τῆς ἀνόδου καί τῆς ἀκτινοβολίας τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἦταν ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν Παιδεία. Πρόκειται γιά μορφή ἐκσυγχρονισμοῦ πού δέν ἐπιβάλλει τήν ἀπώλεια τῶν πολιτισμικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ Παιδεία, ἡ ὁποία ἦταν ἕνα ἀπό τά προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, πραγματώνεται κατά τόν 19° αἰῶνα μέ τούς συλλόγους. Ἡ  ἱστορία τῶν συλλόγων τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολῆς ἀρχίζει μέ τήν ἵδρυση τοῦ " Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" τό 1861, ὁ ὁποῖος, ἀμέσως ἀνέπτυξε λαμπρή δράση ὡς ὀργανωτής τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ ἀλύτρωτου Ἑλληνισμοῦ. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ἱδρύθηκαν σέ ὅλη τήν Ἀνατολή. Τελείως πρόσφατα, ἡ ἔρευνα ἐντόπισε καί καταλογογράφησε χιλιάδες συλλόγους σέ όλη τή Μικρά Ασία καί τή Θράκη. Οἱ σκοποί τῶν συλλόγων ἀπέβλεπαν στή μόρφωση τῆς νεολαίας καί δευτερευόντως τῶν ἐνηλίκων, φιλοδοξῶντας στήν ἀνάδειξη καί τόνωση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας.
Τήν πραγματικότητα αὐτή τοῦ Μείζονος Ἑλληνισμοῦ καί τή σχέση της μέ τά ἑλληνικά γράμματα καί τήν ἑλληνική παιδεία κατά τίς ἀπαρχές τοῦ 20οῦ   ἀνέλαβε νά περιγράψει ὁ ὁμότιμος καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γιάννης Παπακώστας, δοκιμασμένος μελετητής τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρόκειται γιά φιλόδοξο ἐγχείρημα μεγάλης κλίμακος, τή συγκρότηση μιᾶς μορφῆς ἐγκυκλοπαίδειας καί περιγραφικοῦ χάρτη τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων τοῦ Μείζονος Ἑλληνισμοῦ κατά τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἡ πολύ σημαντική αὐτή προσπάθεια βασίσθηκε στά πρακτικά καί τίς ἐκθέσεις τοῦ «Πρώτου ἐν Ἑλλάδι Ἐκπαιδευτικοῦ Συνεδρίου» πού ὀργανώθηκε στήν Ἀθήνα ἀπό τίς 31 Μαρτίου ἕως τίς 4 Ἀπριλίου 1904. Τήν πρωτοβουλία τῆς ὀργάνωσης τοῦ συνεδρίου ἐκείνου τήν εἶχαν ὁ Δημ. Βικέλας καί ὁ Γ. Δροσίνης (ἀπό τόν ὁποῖο ξεκίνησε ἡ πρόταση συγκλήσεώς του). Ὁ Δ. Βικέλας ἦταν ὁ πρόεδρος καί ὁ Γ. Δροσίνης ὁ γραμματέας τοῦ «Συλλόγου πρός Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων». Στό συνέδριο συμμετεῖχαν ὡς ὀργανωτές ὁ «Σύλλογος πρός διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων» καί ὁ φιλολογικός «Σύλλογος Παρνασσός». Τά πρακτικά τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συνεδρίου περιλαμβάνουν ἄγνωστα μέχρι σήμερα ὑπομνήματα καί ἐκθέσεις γιά τά ἐκπαιδευτικά πράγματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στή Μακεδονία καί στή Θράκη. Τό σπουδαῖο αὐτό ἐρευνητικό ὑλικό ἀνασύρθηκε ἀπό τόν συγγραφέα μέσα ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ «Συλλόγου πρός Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων».
Στή μελέτη τοῦ κ.Γιάννη Παπακώστα δημοσιεύονται ἐκθέσεις μέ πολύ σημαντικά στοιχεῖα καί πληροφορίες γιά τή Θεσσαλονίκη, τίς Σέρρες, τό Μοναστήρι, τήν Ἀδριανούπολη καί τή Ραιδεστό. Δημοσιεύονται ἐπίσης μαρτυρίες γιά τίς περιοχές Κοζάνης, Βεροίας, Φιλιππούπολης, Στενημάχου, Πύργου, Ἀγχιάλου, Βάρνας καί Κορυτσᾶς, ὅπως καί ἀδημοσίευτα στοιχεῖα γιά τά ἐκπαιδευτήρια τῆς Ἑλληνισμοῦ τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Ἀλεξάνδρειας, τοῦ Καϊρου καί τοῦ Πόρτ Σάιδ καί ἐκθέσεις γιά τά ἐκπαιδευτήρια τῆς Κωνσταντινούπολης καί τῆς Σμύρνης.
Στό συνέδριο ἔλαβαν μέρος χίλιοι περίπου ἐκπρόσωποι τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος  τοῦ ὑπόδουλου καί παροικιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ ἐκθέσεις καί τά ὑπομνήματα τῶν συνέδρων δίνουν μία οὐσιαστική εἰκόνα τῆς προσήλωσης τοῦ ἐκτός τῶν τότε ἑλλαδικῶν συνόρων Ἑλληνισμοῦ στήν ἑλληνική γλώσσα. Δίνεται ἐπίσης καί τό μέγεθος τοῦ πλήθους καί τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ μαθητικοῦ πληθυσμοῦ στόν ὁποῖο ἀπευθυνόταν τά σχολεῖα τοῦ μείζονος Ἑλληνισμοῦ. Συγκινητικό εἶναι τό φρόνημα τῶν ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων, πού εἶχαν συσταθεῖ κατά ἑκατοντάδες στήν Ἀνατολή καί ἀπέβλεπαν στή διδασκαλία καί τή διάδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὅπως καί μιᾶς ἑλληνοκεντρικῆς παιδείας.
Σέ μία ἐποχή, κατά τήν ὁποία ὁ Ἑλληνισμός δοκιμάζεται δεινῶς, ἡ προσήλωση τῶν ἐκτός τοῦ τότε ἑλληνικοῦ κράτους ἑλληνικῶν πληθυσμῶν στήν παιδεία καί ἡ μορφή πού εἶχε ἡ παιδεία αὐτή ἀποτελοῦν στοιχεῖα καί στηρίγματα αἰσιοδοξίας. Μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς μελέτης τοῦ κ. Παπακώστα παρακολουθοῦμε τίς προσπάθειες καί τίς ἐπιθυμίες τῶν συντελεστῶν τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ μείζονος Ἑλληνισμοῦ γιά μόρφωση τῆς νεολαίας καί δευτερευόντως τῶν ἐνηλίκων μέ τόν ἀνομολόγητο σταθερό σκοπό τῆς ἀνάδειξης καί τῆς τόνωσης τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Σέ μία ἐποχή ἀποδόμησης καί ἰδεολογικοῦ μηδενισμοῦ παρακολουθοῦμε τήν προσπάθεια τῶν ἀνατολικῶν Ἑλλήνων γιά συγκρότηση καί ἀναβίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, πρᾶγμα πού θά τούς ἐπιτρέψει νά λάβουν μέρος στή μεγάλη ἐξόρμηση τοῦ 1912-1922.
Τά χειρόγραφα τοῦ πρώτου ἐκπαιδευτικοῦ συνεδρίου τοῦ 1904, πού ἀναδύει, ἐκδίδει καί παρουσιάζει ὁ κ. Γιάννης Παπακώστας δέν ἀποτελοῦν μόνο τεκμήρια τῆς πίσης τῶν Ἑλλήνων στήν Παιδεία, ἀλλά καί τεκμήρια τῆς ζωῆς καί τῆς πραγματικότητας τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν πού βρισκόταν ἔξω ἀπό τά σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Γιά παράδειγμα ἀναφέρω τή ἔκθεση τοῦ δασκάλου Κ. Γεωργιάδη γιά τή Ραιδεστό, ἡ ὁποία θά πάρει τή θέση της στίς λίγες ἱστορικές περιγραφές πού διαθέτουμε γιά τήν πόλη αὐτή.
Ὅπως τονίζει ὁ μελετητής, δύο εἶναι τά σημαντικά στοιχεῖα πού θά προκαλέσουν τήν προσοχή τοῦ ἀναγνώστη τῆς μελέτης: «Ἡ διαπίστωση ὅτι τό μάθημα τῶν ἑλληνικῶν καταλάμβανε σταθερά τό 35% τῶν ἑβδομαδιαίων ὡρῶν διδασκαλίας ἤ καί περισσότερο –φαινόμενο πού συνιστοῦσε καί τόν συνεκτικό δεσμό τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἡ διαπίστωση ἐπίσης ὅτι βρίσκεται μπροστά σέ ἕναν σφύζοντα μαθητικό πληθυσμό, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἀπό τής Ἐκθέσεις τῶν ἁρμόδιων φορέων….»
Τό βιβλίο ἀποτελεῖται ἀπό τρία κύρια μέρη. Στό Πρῶτο Μέρος ἀναφέρονται τά ὀργανωτικά ὅπως καί ἡ θεματολογία τοῦ συνεδρίου. Ἀναλύονται καί σχολιάζονται τά κίνητρα καί οἱ διοργανωτές τοῦ Συνεδρίου, οἱ Ἐκπαιδευτικοί Σύλλογοι καί γίνεται ἰδιαίτερη ἀναφορά στήν Ἀνατολική Ρωμυλία καί τή Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Σχετικά μέ τή θεματολογία τοῦ Συνεδρίου συζητῶνται μεταξύ ἄλλων τά διδακτικά ἐγχειρίδια καί ἡ γλώσσα. Τό Πρῶτο Μέρος κλείνει μέ ἐκθέσεις καί ὑπομνήματα. Δημοσιεύονται ἐκθέσεις γιά τό Μοναστήρι, τήν Ἀδριανούπολη, τή Ραιδεστό, τή Θεσσαλονίκη καί γιά ἕνα εὐρύτατο σύνολο περιοχῶν στά Βαλκάνια, τή Μικρά Ἀσία, τήν Κύπρο, τή Ρωσία καί τήν Αἴγυπτο.
Στό Δεύτερο Μέρος συνεχίζεται ἡ δημοσίευση ἐκθέσεων ἀπό ἐκπαιδευτήρια, συλλόγους καί δασκάλους προερχόμενων ἀπό τόν τεράστιο χῶρο ὅπου κατοικοῦσε ὁ παροικιακός Ἑλληνισμός. Παρουσιάζονται ἐκθέσεις γιά τά ἐκπαιδευτήρια τοῦ Μοναστηρίου, τῆς Ραιδεστοῦ, τῆς Ἀδριανούπολης, τῆς Θεσσαλονίκης καί τῶν Σερρῶν, ὅπως καί συντομότερα ἐκθέσεις γιά ἐκπαιδευτήρια τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κωνσταντινούπολης, τῆς Σύρου κ.ἄ.
Τό Τρῖτο Μέρος περιλαμβάνει πίνακες τῶν ἐκθεμάτων πού ἀπέστειλε κάθε σχολεῖο γιά τή Σχολική  Ἔκθεση πού ἀποτελοῦσε ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Συνεδρίου. Γιά τή λειτουργία τῆς ἔκθεσης αὐτῆς εἶχε διαμορφωθεῖ κατάλληλα ὁ χῶρος τῶν γραφείων τοῦ «Συλλόγου πρός Διάδοση Ὠφελίμων Βιβλίων». Τα ἐκθέματα εἶχαν ἀποσταλεῖ ἀπό ἔνδεκα ἐκπαιδευτήρια.
Τέλος, τά θεωρητικά ὑπομνήματα πού ἀναφερόταν σέ ἐκπαιδευτικά θέματα τῆς ἐποχῆς θά δημοσιευθοῦν σέ τόμο πού θά ἀκολουθήσει.
Μπροστά στή σημερινή κρίση τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων στή χώρα μας καί στήν τυπολατρική ἀντιμετώπιση τῆς Παιδείας ἡ παρουσίαση τῆς ἐπιβλητικῆς ἐκπαιδευτικῆς δραστηριότητας τοῦ Μείζονος Ἑλληνισμοῦ πρίν ἀπό ἕνα αἰῶνα μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς καταλύτης ἀναγέννησης καί φρονηματισμοῦ. Τό βιβλίο τοῦ κ.Γιάννη Παπακώστα εἶναι καί γι’ αὐτό πολύτιμο.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

John Freely: «Τουρκία-Γύρω από τον Μαρμαρά», (στα Αγγλικά), SEV, Κωνσταντι­νούπολη 1998.


Το βιβλίο αυτό είναι ένας οδηγός με μια ειδίκευση: αφορά τις γύρω από την θάλασσα της Προποντίδας (Μαρμαρά) περιοχές. Είναι γραμμένος στα Αγγλικά και απευθύνεται σε κάποια μερίδα από τα εκατομμύρια των τουριστών που επισκέπτονται κάθε χρόνο την Τουρκία και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη.

Φαίνεται ότι ένας αριθμός τουριστών ζητά ειδικούς προορισμούς, πράγμα που μας γεννά ερωτήματα. Η Ανατολική Θράκη που μας ενδιαφέρει και που αφορά το πρώτο μισό βιβλίο, (το άλλο μισό αφορά τη Βιθυνία), ποτέ δεν ήταν, ούτε σήμερα είναι, τουριστική περιοχή.

Ο συγγραφέας John Freely είναι συνταξιούχος καθηγητής της Ροβέρτιου σχολής, τώρα Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, και συγγραφέας της καλής έκδοσης του «μπλε οδηγού»για την Κωνσταντινούπολη.

Αλλά, ας ξεφυλλίσουμε το βιβλίο για να εντοπίσουμε ό,τι αφορά τα χριστιανικά και τα ελληνικά μνημεία της Ανατολής Θράκης και ό,τι αναφέρεται στα μέρη εκείνα που μέχρι πρόσφατα ζούσαν οι Έλληνες και όπου ακόμη, για τον φιλέρευνο επισκέπτη, υπάρχουν πάμπολλα ίχνη της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας.

Η περιήγηση ξεκινά από τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, η οποία ως κοσμόπολη πλέον απλώνεται ανεξέλεγκτα καταστρέφοντας το ιστορικό και φυσικό περιβάλλον και δημιουργώντας μια δομημένη έρημο.

Η Κωνσταντινούπολη υφίσταται πλέον ως αστικός εφιάλτης και συνεπάγεται ένα κατ΄ εξοχήν αντιαισθητικό νέο χώρο. Τα γραφικά ελληνικά χωριά της περιοχής Μετρών, έχουν βέβαια εξαφανιστεί και δεν αναφέρονται στον οδηγό. Μόνη αναφορά το δίκτυο ύδρευσης της Κωνσταντινούπολης στο δάσος του Βελιγραδίου, με τα εντυπωσιακά υδραγωγεία των βυζαντινών που διατήρησαν οι Οθωμανοί Τούρκοι μετά την κατάκτηση. Τα σκαμμένα στον βράχο μοναστήρια του Αγίου Αντωνίου (για τους Τούρκους η Καππαδοκία της Θράκης), περιγράφονται με φωτογραφίες.

Περιγράφεται επίσης το εξώτερο μακρύ τείχος της Κωνσταντινούπολης, αυτό του Αναστασίου.

Η Μήδεια αναφέρεται ως Κιγίκιοϊ, «σκαπτή πόλη» πλέον, λόγω των παλιών σε σπηλιές μοναστηριών του Αι Νικόλα. Εδώ, ο συγγραφέας αναφέρεται στους  ελληνικούς πληθυσμούς και την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης τον δραματικό Οκτώβριο του 1922. Παραθέτει μάλιστα, ένα απόσπασμα από τις γνωστές ανταποκρίσεις του Έρνεστ Χαιμινγκγουαίη.

Στη Βιζύη, ο οδηγός περιγράφει τη βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας και το τρίτο σκαμμένο στον βράχο μοναστήρι των Μαγάρων και, τέλος, στη Βρύση (Πινάρ Χισάρ) τις βυζαντινές οχυρώσεις. Για τις Σαράντα Εκκλησίες, τη Μακρά Γέφυρα και την Αδριανούπολη δεν αναφέρονται οι ελληνικές συνοικίες με τα ενδιαφέρονται εκλεκτικιστικά κτήρια. Τα εξαιρετικά ισλαμικά μνημεία της Αδριανούπολης, φυσικά μονοπωλούν το ενδιαφέρον του οδηγού.

Για τη Σηλύβρια αναφέρονται αρκετά για ό,τι αφορά τη μακρόχρονη ιστορία της βυζαντινής αυτής πόλης  και τα ενδιαφέροντα μνημεία της (που δεν διασώζονται σήμερα). Το ίδιο γίνεται και για την Ηράκλεια –Πέρινθο, την Αίνο και την Καλλίπολη.

Τέλος, για τη Ραιδεστό και την περιοχή της δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό με τη μακραίωνη παρουσία των Ελλήνων στην πόλη αυτή, κέντρο μιας ευρείας περιοχής που κράτησε την ελληνικότητά της μέχρι το 1922. Εδώ θέλουμε να σταθούμε, για να σχολιάσουμε λίγο τα ξύλινα σπίτια της πόλης αυτής, που καταρρέουν και που σε λίγα χρόνια φαίνεται ότι πια δεν θα υπάρχουν. Ξύλινα σπίτια σώζονται αρκετά στους πάλαι ελληνικούς μαχαλάδες της Ραιδεστού και η τεχνική και η ιστορία τους φαίνεται να είναι πολύ πιο παλιότερες από την άφιξη των Τούρκων. Ο οδηγός αγνοεί επίσης το Ιερό Όρος (Γάνος των Βυζαντινών, Τεκίρ Ντάγκ των Τούρκων), με τα είκοσι οκτώ χωριά των Γανοχώρων, όπου υπάρχουν μεγάλες φυσικές ομορφιές, ενώ διασώζονται και πλείστα ίχνη και πολλά αγνοημένα, αλλά σεβάσμια μνημεία της ελληνικής παρουσίας.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Χάρης Φεραίος: Ο Τρίτος Βάτραχος, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2009, σχήμα 14x20, σσ. 160





Πρόκειται για βιβλίο-συλλογή μικρών άρθρων που ο Κύπριος συγγραφέας δημοσίευσε σε εφημερίδες της Λευκωσίας.
Μια πρώτη ματιά αφήνει την εντύπωση ότι πρόκειται για συνάθροιση μικρών δοκιμίων με ετερόκλητη θεματολογία. Ωστόσο, ο αναγνώστης γρήγορα συντονίζεται στον ρυθμό του συγγραφέα και εξοικειώνεται με τη σκέψη και την προβληματική του. Το μικρά αυτά κείμενα διαθέτουν μια εσωτερική λογική. Τα φαινομενικά ετερόκλητα θέματα συγκλίνουν προς ένα κέντρο: την ανίχνευση και την ανεύρεση της σημασίας και της ερμηνείας, της ένταξης των καθ’ έκαστον στο καθόλου, κατ΄ Αριστοτέλη. Ο συγγραφέας επισημαίνει και συζητά προβλήματα και δεν υπαγορεύει λύσεις. Πάντα, όμως, μέσα σε μια ελληνοκεντρική οπτική που τη χρωματίζει η έγνοια και ο καημός της Ρωμηοσύνης ως υπαρξιακό βίωμα. 
Η θεματολογία του συγγραφέα βάζει σε διαρκή αδιάσπαστη παράταξη τα μεγάλα ερωτήματα και διακυβεύματα που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό κόσμο κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Εδώ έχουμε ένα βιβλίο ελληνοκεντρικό, όπου τα βιώματα του συγγραφέα και οι μύχιες σκέψεις του επικεντρώνονται στην ποικιλία και το πλήθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ο Ελληνισμός και τα δύο ελληνικά κράτη. Χαρακτηριστική των κατευθύνσεων του συγγραφέα είναι η χρήση παραλλαγών ενός κιονόκρανου από την Αγία Σοφία στο εξώφυλλο του βιβλίου. Αλλά και μέσα στα κείμενα του βιβλίου ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφέρεται στην Αγία Σοφία ως αισθητική έκφραση του ελληνικού κόσμου και ως κορυφαίο ανθρώπινο επίτευγμα.
Το μικρό αυτό βιβλίο περιλαμβάνει σαράντα μικρά κείμενα, ένα προοίμιο και μία συμβολική διήγηση ως επιμύθιο, από το οποίο ξεκινά και ο παράδοξος τίτλος του. Τα κείμενα χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες ανά δέκα.
Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου, με τον εύλογο τίτλο «Η περιπλάνηση του Νέου Ελληνισμού», επιχειρείται μία τοποθέτηση της διαχρονικής κρίσης ταυτότητας του Ελληνισμού και συζητώνται οι πολιτισμικές διαστάσεις της σημερινής μας κατάστασης και οι αλλοτριωτικοί κίνδυνοι που μας περιβάλλουν. Η συχνή αναφορά στον Χρήστο Γιανναρά και τα βιβλία του δίνει ένα στίγμα της προβληματικής του συγγραφέα. Επισημαίνω, επίσης, τις αναφορές στον πρόωρα χαμένο φιλόσοφο Σπύρο Κυριαζόπουλο (1932-1977).
Ο συγγραφέας που έχει θετική μόρφωση (είναι αρχιτέκτονας και μάλιστα καλός) διακρίνεται για την αρχαιογνωσία του και την άνεση με την οποία χειρίζεται την κλασική γραμματεία και την εκκλησιαστική υμνογραφία. Ο ίδιος ακολουθεί με συνέπεια την αντίληψη για τη συνέχεια του Ελληνισμού στην οποία δεν διστάζει να αναφέρεται.
Στο δεύτερο τμήμα που επιγράφεται «Πολιτική άνευ “Πόλεως”», ο συγγραφέας προσπαθεί να συγκρίνει και να αξιολογήσει τη σημερινή άσκηση της πολιτικής στους ελληνικούς χώρους με τις μακραίωνες πολιτικές παραδόσεις του Ελληνισμού.
Το τρίτο τμήμα του βιβλίου ονομάζεται «Η ημετέρα παίδευσις». Εδώ ο συγγραφέας συζητά τη γλωσσική κατάσταση στη σύγχρονη Κύπρο σε συνάρτηση με τις ιστορικές περιπέτειες της πολύπαθης νήσου. Ο ίδιος έχει προσωπική εμπειρία από την επίπονη ιστορική πορεία του νησιού μετά το 1955. Πέρα από το πολιτικό και εθνικό ζήτημα ο Χάρης Φεραίος ανησυχεί, όπως πολλοί άλλοι, για την γλωσσική αλλοτρίωση που είναι εμφανής στην Κύπρο. Ο ίδιος χειρίζεται την απλή νεοελληνική αριστοτεχνικά σε βαθμό που το βιβλίο του είναι γλωσσικά παραδειγματικό.
Το τελευταίο τμήμα του βιβλίου ονομάζεται «Ο εμπαιγμός», ονομασία που αναφέρεται στην αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος από τους ισχυρούς. Με σεμνότητα, αλλά και πατριωτικό και ανθρωπιστικό ζήλο ο Χάρης Φεραίος προσπαθεί να ψηλαφίσει τους όρους και τους τρόπους και τους όρους κάτω από τους οποίους το αντιστασιακό φρόνημα της Κύπρου θα βοηθήσει στην επιβίωση του χειμαζόμενου κυπριακού ελληνισμού.