Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ πολιτισμική λεηλασία τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς Ξάνθης



Ἡ πόλη τῆς Ξάνθης μέσα στούς αἰῶνες.

Ἀρχαιότατη εἶναι ἡ πόλη τῆς Ξάνθης, ἡ ὁποία κατά τήν μακραίωνη παρουσία της καί παρά τήν ὑποταγή της σέ ποικίλους κατακτητές, ποτέ δέν ἔχασε τήν ἑλληνικότητά της. Ἀμέσως μετά τήν τουρκική κατάκτηση περί τό 1375, ἡ πόλη βρέθηκε νά περιβάλλεται ἀπό σλαβικούς ἐξισλαμισμένους πληθυσμούς στήν πρός Βορρά ὀρεινή περιοχή καί μουσουλμανικούς νεοφερμένους πληθυσμούς στήν πρός Νότο πεδινή περιοχή. Ὡστόσο, γιά αἰῶνες ἡ πόλη παρέμεινε ἕνα προπύργιο καί καταφύγιο τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς περιφέρειάς της.
Ἀνεξήγητες παραμένουν ἀκόμη οἱ διαδικασίες πού κράτησαν τήν χριστιανική Ξάνθη ἀνταγωνιστική ἀπέναντι στήν ἰσλαμική Γενισέα, ἡ ὁποία τελικά παρακμάζει, ὅταν ἡ ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνοδεύεται ἀπό τήν κυριαρχία τῶν χριστιανῶν στό ἐμπόριο καί στήν οἰκονομία. Τόν 19ο αἰώνα, μάλιστα, ἡ ἐπεξεργασία καί τό ἐμπόριο τοῦ χρυσοφόρου καπνοῦ περνάει στά χέρια τῶν μελῶν τῆς ἑλληνικῆς ὀρθόδοξης κοινότητας, ἡ ὁποία κατορθώνει μέ τήν καθοδήγηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νά ἀνοικοδομήσει ἐκ βάθρων τίς κατεστραμένες ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1829 πόλεις τῆς Γενισέας καί τῆς Ξάνθης. Ἀνοικοδομοῦνται ἔτσι περιβάλλοντα μέ βάση τήν ἰδιοπροσωπία καί τόν χαρακτῆρα τῆς Ρωμηοσύνης, πού ἐμπνέεται ἀπό τά μεγάλα οἰκονομικά κέντρα τῆς Ἠπείρου καί τῆς Μακεδονίας, ἀλλά καί ἀπό τήν ἴδια τήν Κωνσταντινούπολη, ὡς πρωτεύουσα καί κέντρο τῆς Ρωμηοσύνης.
Δέν ὑπάρχει ὄμορος χαρακτήρας πού νά συνδέει τήν κοσμοπολίτικη ρωμαίικη καί χριστιανική Ξάνθη μέ τή σλαβόφωνη καί ἐξισλαμισμένη ὀρεινή περιοχή τῆς Νότιας Ροδόπης, οὔτε ἡ μεταφορά τῆς ὀθωμανικῆς διοίκησης ἀπό τή Γενισέα στήν Ξάνθη τό 1872 καθορίζει τόν χαρακτῆρα τῆς ρωμαίικης, δυτικόστροφης καί ἀρχοντικῆς Ξάνθης, τήν ὁποία οἰκοδομοῦν Ἠπειρῶτες καί Δυτικομακεδόνες Ρωμηοί μαστόροι μέ τά μπουλούκια τους. Ἡ κατεστραμένη ἀπό τούς σεισμούς Ξάνθη ἀνοικοδομεῖται μετά τό 1829 γύρω ἀπό τά θεμέλια τῶν ἐκκλησιῶν πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ μάλλον ἀπό τήν βυζαντινή ἐποχή.  Μάρτυρας τῆς ἑλληνικότητας τῆς Ξάνθης παραμένει ἡ Παλιά της Πόλη, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί ἡ λάμψη τῆς ἀστικῆς ἀνάπτυξης τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητας συνεχίζουν σήμερα νά ἐντυπωσιάζουν τούς ἐπισκέπτες. Ἡ Ξάνθη παραμένει ἕνα ἀνοικτό ὑπαίθριο μουσεῖο καί μία πηγή ἱστορικῆς μαρτυρίας χάρη στήν διατήρησή της. Σήμερα ἡ Ξάνθη δέν εἶναι μόνο ὁ μεγαλύτερος καί ὁ καλύτερα διατηρούμενος παραδοσιακός οἰκισμός τῆς Βόρειας Ἑλλάδας, ἀλλά ἀποτελεῖ καί τό πληρέστερα διατηρούμενο δομημένο δεῖγμα τῆς κοινοτικῆς καί θρησκευτικῆς ὀργάνωσης τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ πού ὑφίσταται στόν ἑλλαδικό χῶρο. Ἡ Ξάνθη, ὅπως ἀγαθή τύχη τή διασώζει σήμερα, εἶναι δημιούργημα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοτισμοῦ.
Κτήτορας τῆς Ξάνθης εἶναι ἡ ρωμαίικη κοινότητα, ἡ ὁποία διαθέτει τό οἰκονομικό καί πληθυσμιακό κεφάλαιο γιά ἕνα τέτοιο ἔργο, ἀλλά καί τήν καθοδήγηση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ψυχή τῆς ἀνοικοδόμησης τῆς πόλης εἶναι ὁ Μητροπολίτης Εὐγένιος ὁ ὁποῖος εἶναι καί κεφαλή τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας. Ἡ ἐγκατάσταση τῆς τουρκικῆς διοίκησης γίνεται στήν περιφέρεια τῆς πόλης, ὅπου καί ἀναγείρεται καί ἡ νέα βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ. Ἡ πόλη ἀποτελεῖ ἕνα ἑλληνικό πολιτιστικό καί οἰκονομικό κέντρο μέ ὀθωμανική διοίκηση.


Οἱ διεκδικήσεις τῆς Βουλγαρίας στή Θράκη.

Ἀπό τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα εἶναι φανερό ὅτι ὁ ἀνατολικός δεσποτισμός καί ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία δέν θά ἐπιβιώσουν γιά μεγάλο διάστημα. Ὁ πανσλαβισμός, ἐθνικιστική ἰδεολογία τήν ὁποία πρόβαλε ἡ ὀρθόδοξη Ρωσία προορίζει τή Βουλγαρία ὡς διάδοχο τῶν Ὀθωμανῶν στή Θράκη.
Τήν ἴδια ἐποχή, δηλαδή στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἡ φιλόδοξη Βουλγαρία προσπαθεῖ στά πλαίσια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα νά ἀποκτήσει ἐρείσματα στήν Ξάνθη, στήν ὁποία ὅμως δέν ὑπάρχει ὑπολογίσιμος βουλγαρικός πληθυσμός. Ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας στήν Ξάνθη ἔχει ὡς ὁδηγό καί ἐμπνευστή τόν ἀνυποχώρητο Μητροπολίτη Ἰωακείμ Σγουρό πού ὑποστηρίζεται ἀπό τό σύνολο τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ. Ὅμως, μέ τήν εὐκαιρία τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων ἡ Βουλγαρία θά γίνει κυρίαρχος τῆς περιοχῆς.

Οἱ Βουλγαρικές Κατοχές τῆς Θράκης.

Στίς 8.11.1912, ἕνα μῆνα μετά τήν ἔκρηξη τοῦ Πρώτου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ βουλγαρικός στρατός κατέλαβε ἀμαχητί τήν Ξάνθη. Τέλειωσε ἔτσι ἡ μακραίωνη ὀθωμανική κυριαρχία. Ὡστόσο, γρήγορα οἱ Ξανθιῶτες διαπίστωσαν ὅτι ὁ ἐμφανιζομενος ὡς σύμμαχος ὁμόδοξος λαός δέν ἦταν παρά ἕνας καινούργιος κατακτητής. Ἄλλωστε, ἡ εὔθραυστη συμμαχία Ἑλλάδας-Βουλγαρίας ὁδήγησε πολύ σύντομα στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στόν ὁποῖο ἡ κατακτητική καί ἀλαζονική Βουλγαρία ἀντιμετώπισε συνασπισμένους ὅλους τούς πρώην συμμάχους της.
Οἱ ἑλληνικές νίκες κατά τόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο ἔφεραν καί τό ποθούμενο στήν Ξάνθη. Στίς 12.7.1913 ὁ Ἑλληνικός Στρατός ἀπελευθέρωσε τήν πόλη καί εἰσῆλθε σ’ αὐτή μέσα σέ ἐνθουσιώδη ἀτμόσφαιρα. Φαινόταν ἐκείνη τή μέρα ὅτι οἱ ἐλπίδες καί οἱ πόθοι αἰώνων εἶχαν φθάσει στήν πραγμάτωσή τους. Ὡστόσο, οἱ πολιτικές συνθῆκες στήν Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέβαλαν ἄλλες λύσεις. Μέ τή Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου καί κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν ἰσχυρῶν ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει τή Θράκη καί νά δεχθεῖ τά ἑλληνικά σύνορα στόν Νέστο. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1913 ἡ βουλγαρική διοίκηση ἐπέστρεψε στήν Ξάνθη. Ἀρχίζει ἔτσι ἡ πρώτη βουλγαρική κατοχή τῆς πόλης, ἕως τίς 4.10.1919, ὅταν ἡ 9η Ἑλληνική Μεραρχία μέ διοικητή τόν στρατηγό Γ. Λεοναρδόπουλο ἀπελευθέρωσε ὁριστικά τήν Ξάνθη.
Ὡστόσο ἡ ἐθνικιστική ἀναθεωρητική Βουλγαρία τοῦ Μεσοπολέμου δέν ἐγκατέλειψε τήν κατακτητική της στάση καί τά σχέδιά της γιά ἔξοδο πρός τό Αἰγαῖο. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, ὅταν ἡ πανίσχυρη γερμανική στρατιά κατέλαβε τή Θράκη καί τήν Ἀνατολική Μακεδονία, ἡ τότε βουλγαρική διοίκηση κατόρθωσε νά ἀναλάβει δῆθεν τή φύλαξη τῶν γερμανικῶν κατακτήσεων. Ἡ Βουλγαρία βρισκόταν πάλι γιά δεύτερη φορά κυρίαρχος στά θρακικά ἐδάφη.


Ἡ μοίρα τῶν πολιτιστικῶν ἀγαθῶν τῆς Θράκης.

Ἤδη ἀπό τήν ἔναρξη τῆς πρώτης κατοχῆς τῆς Θράκης τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1913 τά πράγματα ἦταν πολύ δύσκολα. Μέ τήν βεβαιότητα τῆς μόνιμης καί νομότυπης παρουσίας της ἡ Βουλγαρία συνέχισε καί ἐνέτεινε τήν πολιτική ἐθνοκάθαρσης πού εἶχε ἤδη ἀρχίσει νά ἐφαρμόζει. Μεγάλο τμῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀναγκάσθηκε τώρα νά ἐγκαταλείψει τήν Θράκη καί νά καταφύγει στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, πέραν τοῦ Νέστου. Στήν πόλη τῆς Ξάνθης ἐγκαταστάθηκε ἀριθμός ἐποίκων. Συντονισμένα μέτρα ἐκβουλγαρισμοῦ ἄρχισαν νά ἐφαρμόζονται. Ἐπιδιώχθηκε μιά πολιτισμική γενοκτονία καί ἐθνοκάθαρση. Οἱ ἐκκλησίες καί τά σχολεῖα ἔγιναν βουλγαρικά. Οἱ δάσκαλοι καί οἱ ἱερεῖς ἐκδιώχθηκαν. Ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος συνελήφθηκε καί ἐκτοπίσθηκε. Ἐκτός ἀπό τή ζώσα ἑλληνική παρουσία ἐπιχειρήθηκε καί ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Τά χειρόγραφα καί οἱ κώδικες τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης συγκεντρώθηκαν καί μεταφέρθηκαν στή Σόφια, ὅπου σήμερα συνεχίζουν νά παραμένουν. Ὅ,τι ἑλληνικό ἐξαφανίσθηκε, ἡ ἑλληνική γλώσσα ἀπαγορεύτηκε, οἱ ἐπιγραφές ἐκβουλγαρίσθηκαν, τά ὀνόματα ἄλλαξαν, τά ἀρχεῖα καί τά βιβλία κάηκαν.
Κατά τήν πρώτη βουλγαρική κατοχή λεηλατήθηκαν χειρόγραφα, κώδικες καί κειμήλια τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς Παναγίας Καλαμοῦς καί τῆς Παναγίας Ἀρχαγγελιώτισσας. Πρόκειται μεταξύ ἄλλων γιά 37 περίπου χειρόγραφα καί κώδικες οἱ ὁποῖοι ἔχουν ταυτισθεῖ καί καταλογογραφηθεῖ.
Κατά τή δεύτερη βουλγαρική κατοχή συνεχίσθηκε ἡ πολιτισμική ἐθνοκάθαρση μέ τήν ἀπάλειψη κάθε ἴχνους ἱστορικῆς ἑλληνικῆς παρουσίας. Ἀνάλογα ἀνηρπάγησαν κειμήλια καί κώδικες τῶν Ἱερῶν Μονῶν Εἰκοφοινίσσης τοῦ ὄρους Παγγαίου στήν Ἀνατολική Μακεδονία καί Τιμίου Προδρόμου Σερρῶν.


Ἡ ἐπιστροφή τῶν πολιτιστικῶν ἀγαθῶν τῆς Θράκης ὡς πράξη πολιτισμοῦ, μετριοπάθειας καί συμφιλίωσης.

Ἡ ἐπιστροφή τῶν πολιτισμικῶν ἀγαθῶν τά ὁποῖα ἡ Βουλγαρία ἔχει παράνομα ἀποσπάσει ἀπό τίς Μονές τῆς Θράκης καί τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἐπιβάλλεται γιά λόγους δικαιοσύνης, διεθνοῦς τάξης, ἔμπρακτης συγγνώμης καί συνύπαρξης καί συνεργασίας Ἑλλάδας-Βουλγαρίας στά πλαίσια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἔνωσης.
Ὡστόσο, ἡ Βουλγαρία ἀποφεύγει συστηματικά τήν ἀπόδοση δικαιοσύνης καί, ὅταν δέν ἀδιαφορεῖ, καταφεύγει σέ τυπολατρικά καί στρεψόδικα ἐπιχειρήματα:
Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του (1995), ὁ σημερινὸς Μητροπολίτης Ξάνθης καί Περιθεωρίου κ. Παντελεήμων ἔστειλε ἐπιστολὴ μὲ τὴν ὁποία ζητοῦσε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Σόφιας τὴν ἐπιστροφὴ τῶν χειρογράφων κωδίκων, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων κλαπέντων κειμηλίων. Στὶς 5 Μαρτίου 1997 ἐστάλη ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ στὸν Μητροπο­λίτη Ξάνθης, τὴν ὁποία ὑπογράφει ὁ Πατριάρχης Σόφιας κ. Μάξιμος. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὸ Πατριαρχεῖο Σόφιας:
α. Παραδέχεται ὅτι βρίσκονται στὴν Σόφια οἱ ἐν λόγῳ χειρόγραφοι κώδικες.
β. Θεωρεῖ ὅτι σύμφωνα μὲ Βουλγαρικὸ νόμο τῆς 11ης Ἀπρι­λίου 1969 ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ μνημείων πολι­τισμοῦ.
γ. Οἱ Βούλγαροι πολῖτες δὲν δικαιοῦνται χωρὶς τὴν ἄδεια τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ἀρχείων νὰ παραδίδουν σὲ ξέ­να ἱδρύματα ἀντίγραφα ἐγγράφων.
δ. Θεωροῦν ὅτι, μὲ τὴν ὑπογραφεῖσα σύμβαση μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἰσχύει τὸ καθεστὼς παραγραφῆς-χρησικτησίας γιὰ κατοχὴ ἐγγράφων καὶ ἀντικειμένων μετὰ τὴν παρέλευση 50 ἐτῶν, οἱ χειρό­γραφοι κώδικες τῶν μονῶν τῆς Ξάνθης ἀνήκουν πλέον στὸ Βουλ­γαρικὸ Δημόσιο, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1917, ὁπότε καὶ ἐκλά­πησαν, ἔχουν παρέλθει πλέον τῶν 80 ἐτῶν.
Τέλος, ὁ Πατριάχης Σόφιας θεωρεῖ ὅτι, ἐπειδὴ τὰ χειρόγραφα εἶναι γραμμένα στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔχουν μεγάλη σημασία γιὰ τὴν μελέτη τῆς κοσμικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς Βουλγαρίας, ἀφοῦ ἀποτελοῦν τὶς ἀψευδεῖς μαρτυρίες τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας Βουλ­γάρων ἔξω ἀπὸ τὰ σημερινὰ σύνορα τῆς χώρας τους(!).