Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Αναμνήσεις από τη Βόρειο Ελλάδα κατά την εποχή του Εμφυλίου, 1946-1949




Ο πατέρας μου Αλέκος ήταν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Καβάλα. Δεν ήταν Καβαλιώτης, στην Καβάλα βρέθηκε ως πρόσφυγας από τη Ραιδεστό μετά την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό τον Οκτώβριο του 1922. Ήταν θρακιώτης με απώτερη καταγωγή από τη Μάνη.

Το 1940, ο πατέρας μου μετατέθηκε ως Διευθυντής στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη Φλώρινα. Εκεί τον ακολούθησε και η μητέρα μου, με την οποία παντρεύτηκε το 1941. Η μητέρα μου είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Τον ακολούθησαν επίσης τα δύο αδέλφια του Δωροθέα και Νίκος, αφού η Καβάλα καταλήφθηκε τον Απρίλιο του 1941 από τους Βούλγαρους και μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Εγώ γεννήθηκα στη Φλώρινα το 1942. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε η αδελφή μου. Απορώ ακόμη πως μέσα στις αβεβαιότητες και τους κινδύνους της εποχής εκείνης ο πατέρας μου δύο φορές ξεριζωμένος και η μητέρα μου, είχαν το κουράγιο να κάνουν παιδιά. 

Τον Απρίλιο του 1941 με την εισβολή των Γερμανών, ο Διευθυντής και το προσωπικό του Υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος της Φλώρινας διετάχθησαν να παραλάβουν μέρος των αρχείων της Τράπεζας καθώς και όλο το ταμείο και να το μεταφέρουν με τη φροντίδα τους στην Αθήνα. Ο πατέρας μου νοίκιασε αυτοκίνητα και προλαβαίνοντας να περάσει το Μέτσοβο, πριν το καταλάβουν οι Γερμανοί, βρέθηκε στην Νότιο Ελλάδα. Εκεί, στο δρόμο Μάνδρας – Ελευσίνας ένα γερμανικό αεροπλάνο πολυβόλησε, χωρίς να προξενήσει μεγάλες ζημιές, την πομπή των αυτοκινήτων που κατέβαινε προς την Αθήνα. Το αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν ο πατέρας μου έπεσε σε ένα χαντάκι και ο πατέρας μου τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε σε αγγλικό πρόχειρο νοσοκομείο στην Ελευσίνα. Τα τραύματά του δεν ήταν σοβαρά, έχασε όμως πολλά από τα δόντια του που δεν τα αναπλήρωσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Γρήγορα έφτασε στην Αθήνα. Οι υπάλληλοι της Φλώρινας εντάχθηκαν στο προσωπικό του αθηναϊκού κεντρικού καταστήματος για λίγο χρόνο όσο τα πράγματα πάρουν μια μορφή. Ο πατέρας μου αρνήθηκε να παρακολουθήσει στις 3 Μαΐου 1941 τη μεγάλη γερμανική παρέλαση της Στρατιάς του Λίστ παρά τις συστάσεις που έγιναν προς όλους τους υπαλλήλους.

Στη Φλώρινα μέναμε στον πρώτο όροφο ενός κτηρίου στο κέντρο της πόλης. Το ισόγειο ήταν το υποκατάστημα της Τράπεζας. Για ένα διάστημα το κτήριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και εμείς μεταφερθήκαμε στο αρχοντικό Σαπουντζή στις όχθες του ποταμού Σακουλέβα, που νομίζω σήμερα είναι μουσείο.  Η πόλη είναι κτισμένη σε μια στενή κοιλάδα που τη διασχίζει ο ποταμός Σακουλέβας. Δεν θυμάμαι και πολλά. Έχω αμυδρές αναμνήσεις από την αγορά και την πλατεία. Θυμάμαι τα κόκκινα γαλλικά κεραμίδια που βλέπαμε από το παράθυρό μας. Από το ίδιο παράθυρο κοιτάζαμε τα απέναντι βουνά και τον βαθύ μπλε ουρανό με τα άσπρα πυκνά σύννεφα, που αργά το απόγευμα γινόταν κόκκινα και χρυσά. Θα πρέπει να καθόμουν ώρες σε κείνο το παράθυρο. Θυμάμαι επίσης τα άλογα στην πλατεία και τη γέφυρα στον ποταμό Σακουλέβα που πάνω της συνάντησα έναν Άγγλο που μού έδωσε μια σοκολάτα. Θυμάμαι επίσης να σκαρφαλώνω με τη μητέρα μου πάνω σε σωρούς από ρούχα που αμέσως μετά την απελευθέρωση τα είχαν στείλει από την Αμερική για να βοηθήσουν τους εξαθλιωμένους Έλληνες.

Πολλά από κείνα που θυμάμαι είναι διάφορες μεταγενέστερες διηγήσεις που τις ανέπλαθα με τη φαντασία μου και τις έκανα πραγματικότητα. Μια συνηθισμένη διήγηση ήταν το πως ειδοποιήθηκε η μαμή τις πρωινές ώρες μιας μέρας του Δεκέμβριου του 1942, όταν πιάσαν τη μητέρα μου οι πρώτοι πόνοι της γέννησής μου. Ο πατέρας μου πανικόβλητος βγήκε έξω για να πάει στο σπίτι της μαμής μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έπεσε όμως πάνω σε μια περίπολο Γερμανών με τους οποίους δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και συνελήφθη. Υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας.  Κοντά στην πλατεία ήταν ανοικτό ακόμη ένα κέντρο διασκέδασης και ο πατέρας μου ζήτησε βοήθεια. Βγήκε τότε κάποια κοπέλα, που με τα γερμανικά που γνώριζε εξήγησε στους στρατιώτες τί συνέβαινε. Όλα εξελίχθηκαν κατ΄ ευχήν. Τρία χρόνια μετά η κοπέλα εκείνη δικάστηκε για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου, που γνώριζε τους στρατοδίκες, φρόντισε για την επιείκειά τους.

Άλλες διηγήσεις συνδέονται με τον μεγάλο βομβαρδισμό της Φλώρινας. Αυτό συνέβη στις 27.4.1944 και έγινε από 24 αμερικανικά liberators που απογειώθηκαν από το Ριμίνι της Ιταλίας. Βομβαρδίστηκε κυρίως ο σιδηροδρομικός σταθμός, αλλά οι βόμβες έπληξαν και τμήμα της πόλης και μετρήθηκαν αρκετοί νεκροί. Διηγούνταν πώς οι Γερμανοί και τα άλογά τους διαμελίστηκαν και διασκορπίστηκαν στους δρόμους της πόλης. Θυμάμαι κάτι σπηλιές στις όχθες μάλλον του ποταμού, στις οποίες τρέχαμε να κρυφτούμε. Θυμάμαι επίσης τη μεγάλη τσιμεντένια σκάλα της τράπεζας, κάτω από την οποία προφυλαχθήκαμε. Ο θείος μου που βρισκόταν στο δρόμο έτρεξε και σκαρφάλωσε ξυπόλητος, αφού τα παπούτσια του είχαν χαθεί από τα κύματα των εκρήξεων, στο διπλανό λόφο απ΄ όπου μέσα στους καπνούς και στις σκόνες διέκρινε το κτήριο της τράπεζας να στέκεται χωρίς να έχει πληγεί.

Οι διηγήσεις του πατέρα μου μετά ήταν χαρακτηριστικές για το τί τράβηξε στη Φλώρινα. Σαν διευθυντής της Τράπεζας, απορούσε πώς επέζησε από τις πιέσεις και τις απαιτήσεις των τριών αντιμαχόμενων κατά την Κατοχή : των Γερμανών, των Ελλήνων ανταρτών και των Σλαβομακεδόνων ανταρτών. Φυλάγω ακόμη ένα γράμμα του σε φίλο, όπου διατραγωδεί την κατάσταση και την ατμόσφαιρα τρόμου γράφοντας ότι: το κεφάλι του δεν στέκεται καλά στους ώμους του.  Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που συνέβη στην πλατεία της Φλώρινας. Ένα κυριακάτικο πρωινό μετά την αποχώρηση των Γερμανών ο πατέρας μου καθόταν μαζί με φίλους του σε καφενείο της πλατείας της Φλώρινας. Τότε πέρασε ένας οπλισμένος αντάρτης ο οποίος χαιρέτησε τον πατέρα μου και μάλιστα του έπιασε κουβέντα. Οι φίλοι του πάγωσαν. Που τον ξέρεις αυτόν, Αλέκο; , ρώτησαν οι έντρομοι φίλοι του μόλις ο αντάρτης έφυγε. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος σφαγέας των Ελλήνων. , είπαν οι φίλοι του. Ήταν όμως ο κουρέας μου, απάντησε ο πατέρας μου και τον ξέρω χρόνια.

Και πράγματι. Το κεφάλι του δεν στεκόταν καλά στους ώμους του. Με την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των ανταρτών στη Φλώρινα άρχισαν προγραφές και εκτελέσεις προσώπων που είτε κατείχαν υψηλές κοινωνικές θέσεις, είτε δεν ήταν αρεστά στους αντάρτες. Μεταξύ αυτών που βρίσκονταν στη λίστα της προγραφής υπήρχε και το όνομα του πατέρα μου. Ο φίλος του κουρέας βρισκόταν ψηλά στην ιεραρχία των ανταρτών και φρόντισε να σβηστεί το όνομα του πατέρα μου. Αυτό συνέβη δυο φορές και η αγωνία του πατέρα μου όλο και μεγάλωνε. Η κατάσταση αυτή τον οδήγησε σε νευρική κατάπτωση, ανησυχούσε μόνιμα για μας και ήθελε να φύγει από τη Φλώρινα. Θυμάμαι για χρόνια μετά τον πατέρα μου να ταλαιπωρείται σαν μάρτυρας σε δίκες, στις οποίες διάφοροι δικάζονταν είτε γιατί είχαν εκδηλωθεί ως Σλαβομακεδόνες, είτε γιατί είχαν λάβει μέρος στη λεηλασία της Τράπεζας μετά την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου. Έτσι, προσπαθούσε για χρόνια χωρίς επιτυχία να μετατεθεί και να φύγει νοτιότερα. 

Χαρακτηριστικά άκουγα κάποια ιστορία για ένα γνωστό μας νέο που θεώρησε χρέος του να καταφύγει στο βουνό με τους αντάρτες. Εκεί, τις πρώτες μέρες της άφιξής του πρόβαλε αντιρρήσεις στον διαφωτιστή σχετικά με τη μελλοντική διακυβέρνηση της Μακεδονίας, η οποία κατά τον διαφωτιστή θα ήταν χώρα Σλάβων και Ελλήνων. Οι αντιρρήσεις αυτές ήταν αιτία για να κατακρεουργηθεί χωρίς καθυστέρηση. 

Στις αρχές του 1947 φύγαμε επιτέλους από τη Φλώρινα. Ο πατέρας μου μετατέθηκε στην Ξάνθη. Πήραμε όλοι το τρένο τη δεύτερη μέρα του Πάσχα και φορτώσαμε 18 βαλίτσες και μερικά δέματα, όπως φαίνεται στη φορτωτική που φύλαξε ο πατέρας μου. Απορώ σήμερα πώς μαζεύτηκαν τόσα πράγματα. Θα πρέπει να ήταν ρούχα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα που διαθέταμε τότε ήταν πολύ λίγα. Από τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαμε μετά στο σπίτι μας, λίγα ανήκαν σε αυτή την παλιά εποχή. Μπορώ να εντοπίσω σήμερα μόνο λίγα σκεπάσματα, μερικά ταψιά και κυρίως κάποια ασημικά, που είχαν διασωθεί από τη Θράκη και τις προηγούμενες μετακινήσεις, όπως και μερικά βιβλία που σώζονται μέχρι σήμερα. Δεν είχαμε καθόλου έπιπλα, ούτε και κρεβάτια, αυτά τα βρίσκαμε στα σπίτια στα οποία μετακομίζαμε. Απορώ επίσης, πως σε εκείνο το ταξίδι διακίνησαν οι τέσσερις μεγάλοι τα δύο μικρά παιδιά και το πλήθος από τις βαλίτσες και τα δέματα. Το ταξίδι μας διακόπηκε πρώτα στην Έδεσσα, μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταλείψαμε το τρένο για να πάρουμε λεωφορείο και τέλος στην Καβάλα, για να παραμείνουμε εκεί μια-δυό νύχτες. Το ταξίδι μας για την Ξάνθη έγινε πάλι με λεωφορείο.

Το ταξίδι αυτό κράτησε δύο εβδομάδες. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Απλώς ακολουθούσα τους άλλους και πήγαινα μαζί τους, όταν δεν με κρατούσαν από το χέρι. Ωστόσο, μόλις εγκαταλείψαμε τον σιδηροδρομικό σταθμό της Φλώρινας έμεινα κατάπληκτος με αυτά που έβλεπα. Ο σταθμός, πέρα από τον οποίο δεν είχα απομακρυνθεί ποτέ, βρισκόταν στην είσοδο της κοιλάδας που είναι κτισμένη η Φλώρινα. Νότια του σταθμού η σιδηροδρομική γραμμή διασχίζει μια πεδιάδα και πιο κάτω περνά κατά μήκος της λίμνης Βεγορίτιδας. Η κατάπληξή μου άρχισε με τον ορίζοντα, που για πρώτη φορά έβλεπα και δεν μπορούσα να καταλάβω τι πραγματικά ήταν. Είχα συνηθίσει να βλέπω γύρω μου τα υψώματα που περιβάλλουν τη Φλώρινα. Η κατάπληξή μου κορυφώθηκε όταν αντίκρισα τη λίμνη και τον ορίζοντα που σχημάτιζε το νερό με τον ουρανό. Είχα την εντύπωση ότι ο ουρανός έπεφτε μέσα στη λίμνη και δεν μπορούσα να εξηγήσω πως αυτό συνέβαινε. Μου ήταν αδιανόητη η αίσθηση του χάους και του απείρου που μου γεννούσε ο ορίζοντας.

Σύντομα φτάσαμε στην Έδεσσα όπου και κατεβήκαμε. Κάναμε βόλτες στον κεντρικό δρόμο και επισκεφθήκαμε κάτι γνωστούς του πατέρα μου. Μου φαίνεται ότι θα πρέπει να ήταν συμπατριώτες του από τη Ραιδεστό, αφού ανάλογες επισκέψεις θα γινόταν συχνές στο μέλλον, όταν θα βρισκόμασταν σε άλλες πόλεις. Θα πρέπει να μείναμε ένα βράδυ στην Έδεσσα.

Στη συνέχεια του ταξιδιού μας πάλι με το τρένο θυμάμαι να περνάμε μέσα από τα βουνά. Τώρα το τρένο ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά και στρατιώτες με όπλα που συχνά ανέβαιναν και περπατούσαν όρθιοι πάνω στα βαγόνια. Ο συρμός θα πρέπει να πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αφού οι στρατιώτες βγαίναν έξω και περπατούσαν παράλληλα στη γραμμή συνοδεύοντας το τρένο. Μαζί με το τρένο κινούνταν εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής δύο τανκ. Σε κάποιο σημείο, όπου ο δρόμος στένευε, ένα από τα δύο τανκ αναποδογύρισε και εγκλώβισε το πλήρωμά του. Οι στρατιώτες μαζί με άνδρες από τους επιβάτες του τρένου έτρεξαν και κατάφεραν να επαναφέρουν το τανκ και να απελευθερώσουν το πλήρωμά του. Μαζί με αυτούς βοήθησαν ήταν, θυμάμαι, και ο θείος μου. Με τα πολλά, την ίδια μέρα, αφού φαίνεται ότι το ταξίδι στη νύχτα θα ήταν επικίνδυνο, φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι ακόμα την καμπίνα του τρένου και όλους να αναρωτιούνται πότε θα φθάσουμε στη Θεσσαλονίκη. 

Μείναμε σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Παρατήρησα πάλι τη θάλασσα με κατάπληξη και άρχισα να συνηθίζω την ύπαρξη του ορίζοντα. Στη Θεσσαλονίκη συναντήσαμε ένα περιβάλλον που μου φάνηκε τότε κοσμοπολίτικο. Με ενθουσίασε η αίσθηση της απόλαυσης της ζωής που μου γεννούσαν οι γεμάτοι κόσμο δρόμοι. Κάθε βράδυ η παραλία πλημμύριζε από κόσμο  κι εμείς καθόμασταν σε ένα κέντρο και απολαμβάναμε το θέαμά του και την κίνηση. Τρώγαμε στο εστιατόριο «Όλυμπος - Νάουσα», που μου φάνηκε σαν τόπος μαγικός. Γοητεύτηκα από τον πλούτο των εκπλήξεων που μου επιφύλασσε κάθε επίσκεψη εκεί και από τους ήρεμους θορύβους και την ικανοποίηση που ήταν διάχυτη. Στη Θεσσαλονίκη δεν παραλείψαμε βέβαια να επισκεφθούμε πάλι και γνωστούς μας από τη Ραιδεστό.

Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα φαινόταν πολιτισμένα και ηρέμησαν όλοι, ξεχνώντας τις ανησυχίες που τους τυραννούσαν. Εμείς τα παιδιά δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε αυτό, το αισθανόμαστε όμως. Τώρα εξηγώ τη μεταβολή της διάθεσης των μεγάλων στο ότι βρισκόταν επιτέλους κοντά στη θάλασσα σε περιβάλλον που θεωρούσαν ασφαλές. Και είχαν δίκιο, λίγους μήνες μετά ο Δημοκρατικός Στρατός επεδίωξε να καταλάβει μία πόλη για να την ορίσει έδρα της κυβέρνησής του. Η πολιορκημένη Φλώρινα υπέστη επίθεση και αιματηρές οδομαχίες έλαβαν χώρα μέσα στην πόλη.

Το λεωφορείο μας έφερε στην Καβάλα χωρίς απρόοπτα, εκτός βέβαια από την μεταφορά του πάνω σε μία σχεδία από την μία έως την άλλη όχθη του ποταμού Στρυμόνα του οποίου οι γέφυρες είχαν ανατιναχθεί. Μόλις φθάσαμε στην Καβάλα θυμάμαι πως είδα σε κάποιο περίπτερο το νέο τεύχος του περιοδικού «Ελληνόπουλο» και παρά το ότι δεν διάβαζα ακόμη ζήτησα από τον πατέρα μου να μου το αγοράσει. Το έχω ακόμη και η ημερομηνία του είναι 12η Απριλίου 1947.

Στην Καβάλα μείναμε στο σπίτι του παππού μου στην Παναγία, λίγο κάτω από το κάστρο. Ήταν ένα παλιό σπίτι, ιδιοκτησία Τούρκων που το είχαν εγκαταλείψει με την Ανταλλαγή. Δεν θυμάμαι πόσο μείναμε. Η Καβάλα μου έδωσε για το παλιό τμήμα της την εντύπωση της Ανατολής. Στη συνοικία που μέναμε πλανιόταν ακόμη η ατμόσφαιρα μιας τουρκικής πόλης. Στο κάτω τμήμα όμως, κοντά στη θάλασσα και την πλατεία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχαν κέντρα και κινηματογράφοι που το βράδυ γέμιζαν ζωή. Υπήρχε μια πολιτισμένη αστική ατμόσφαιρα και μια ηρεμία που με γέμιζε ικανοποίηση.

Φύγαμε με το λεωφορείο ένα πρωινό για την Ξάνθη. Θυμάμαι πως καθόμουν με τη μητέρα μου στο μπροστινό κάθισμα κοντά στον οδηγό. Ρωτούσα συνεχώς πότε φθάνουμε. Φαίνεται ότι τα ταξίδια και τα λεωφορεία με είχαν κουράσει. Στον Νέστο περάσαμε πάλι με τη γνώριμη τώρα σχεδία, αφού κι εκεί δεν υπήρχε γέφυρα. Τέλος, το απόγευμα, είδαμε από μακριά τα βουνά και τα μοναστήρια της Ξάνθης. Η μητέρα μου με σήκωσε από το κάθισμα για να δω δύο χανούμισες με άσπρα μαντήλια που με τα γαϊδουράκια τους βρισκόταν μπροστά μας.

Στην Ξάνθη μείναμε σε ένα ξενοδοχείο για αρκετές μέρες. Φαίνεται ότι το διαμέρισμα που προοριζόταν για μας δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Ήταν ο πρώτος όροφος στο αρχοντικό Στάλιου, στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το υποκατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος. Για μέρες άκουγα συζητήσεις για τα χρήματα που ήταν να έρθουν. Πράγματι, ένα πρωινό κατέφθασε ένα φορτηγό και χωροφύλακες σε μοτοσικλέτες. Ήταν γεμάτο πράσινους σάκους με χαρτονομίσματα σε πακέτα. Εγώ είχα την εντύπωση ότι ήταν δικά μας. Ήταν τα χρήματα που θα κινούσαν τη νεκρή αγορά της Ξάνθης και που η Τράπεζα δάνειζε με ευνοϊκούς όρους στους επαγγελματίες και στους εμπόρους της Ξάνθης. Είχαν μόλις επιστρέψει από τη φυγή που τους επέβαλαν οι Βούλγαροι και προσπαθούσαν να ανορθώσουν τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις τους.

Για παραπάνω από ένα χρόνο περνούσα τον καιρό μου με το να ψάχνω τον μαγικό κόσμο του μικρού κήπου πίσω από το αρχοντικό Στάλιου. Και τί δεν ανακάλυπτα εκεί! Βρήκα ένα βουλγάρικο γραμματόσημο και ένα νόμισμα της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον φοίνικα. Μια χαλασμένη αριθμομηχανή συγκέντρωσε την προσοχή μου. Βρήκα επίσης πολλά έντομα που μου φάνηκαν σαν το πιο παράξενο πράγμα που είχα δει. Για ώρες καθόμουν ανάμεσα στα μπαούλα σε δωμάτιο του ορόφου το οποίο χρησιμοποιούσαμε για αποθήκη. Άκουγα τους θορύβους του δρόμου και της γειτονιάς και ονειροπολούσα. Για το διάστημα αυτό δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν πήγα σε νηπιαγωγείο. Ίσως γιατί δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία εκεί. Τα βράδια πηγαίναμε στην πλατεία και καθόμασταν σε ένα εστιατόριο από τα πολλά που είχε τότε η Ξάνθη. Τις Κυριακές μας έπαιρνε τα πρωινά η μητέρα μου και πηγαίναμε στον Δημοτικό Κήπο, ένα υπαίθριο κέντρο δίπλα στον Κόσσινθο, το ποτάμι της Ξάνθης. Καθόμασταν για ώρες κάτω από τα πλατάνια σε ένα κέντρο, που υπάρχει ακόμη. Γύρω μας κυλούσαν σε ποταμάκια νερά που κατέληγαν σε νερόμυλους. Εμείς τα παιδιά παίζαμε με άλλα παιδιά που βρίσκαμε εκεί. Ήταν όλα ειρηνικά και ηλιόλουστα. Μια μέρα όμως βρέθηκα κοντά σε ένα θάμνο από τους πολλούς που σχημάτιζαν τοίχο και περιόριζαν τους κήπους. Εκεί στον κορμό του θάμνου διάκρινα ένα βλήμα. Ήταν χάλκινο και λαμπύριζε στον ήλιο όταν το πήρα στα χέρια μου. Ήταν βαρύ και με κόπο το πήγα στη μητέρα μου.

Ένα ανάλογο επεισόδιο συνέβη στην υπόγεια αποθήκη της Τράπεζας, όπου πήγαινα συχνά και έψαχνα για περιοδικά και εφημερίδες που πολλές από αυτές ήταν βουλγάρικες. Το κτήριο της Τράπεζας είχε χρησιμοποιηθεί ως Αρχηγείο της Βουλγαρικής Αστυνομίας και αργότερα έμαθα ότι πολλοί πατριώτες βασανίστηκαν απάνθρωπα εκεί. Μια μέρα ακούμπησα με τα δάχτυλά μου ένα καλώδιο που ακόμα θυμάμαι ζωηρά πως είχε το μεταλλικό πυρήνα του γυμνό στο τέλος του. Ένα κύμα μιας άγνωστης δύναμης που γέμισε πόνο το κορμί μου ήταν το αποτέλεσμα. Πετάχτηκα μερικά μέτρα μακρύτερα μέσα σε μια αίσθηση ότι ο κόσμος τέλειωνε. Είχα υποστεί ηλεκτροπληξία. Τι ζητούσε όμως το καλώδιο αυτό σε κείνο το σημείο; Τώρα υποθέτω ότι το καλώδιο αποτελούσε τμήμα του εξοπλισμού βασανισμού των πατριωτών από τους Βούλγαρους και ότι έμεινε εκεί από αμέλεια των συντηρητών του κτηρίου. Αργότερα ο πατέρας μου ερεύνησε το πρόβλημα και έκοψε το καλώδιο και την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε αυτό.

Το 1947 πέρασε ειρηνικά. Ωστόσο, το 1948 βρεθήκαμε στο κέντρο των μαχών που γινόταν για να εξασφαλίσει ο δημοκρατικός στρατός μια επαρχιακή πόλη που θα έπαιζε τον ρόλο της έδρας μιας προσωρινής κυβέρνησης. Αντάρτικες μονάδες κατέβαιναν τη νύχτα προς τα βουνά Πριόνι που βρίσκονται ανατολικά της Ξάνθης. Εκεί εγκαθιστούσαν πυροβόλα και βομβάρδιζαν την πόλη. Κοντά στο σπίτι μας υπάρχει επιβλητικό αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ που υψώνεται πάνω απ΄ όλα τα κτίσματα της περιοχής, όπου και δεσπόζει. Σε αυτό το αρχοντικό είχε εγκατασταθεί η διοίκηση του στρατού. Σε μια μεγάλη βεράντα του αρχοντικού του Ισαάκ Δανιήλ, που βλέπει στα πόδια της όλη την πόλη, ο Στρατός είχε εγκαταστήσει μεγάλα μεγάφωνα που παιάνιζαν όλη τη μέρα και μετέδιδαν συνθήματα. Θυμάμαι ζωηρά το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» να παιανίζει τραγουδημένο από χορωδία χωρίς σταματημό. Γύρω είχε γεμίσει φορτηγά και τζιπ. Ο στρατός πηγαινοερχόταν συνεχώς. Το κτήριο της «Μεραρχίας», όπως ονομάζαμε τότε το αρχοντικό του Ισαάκ Δανιήλ, ήταν τη νύχτα ο στόχος των βομβαρδισμών.

Κάθε βράδυ σχεδόν λίγο μετά που νύχτωνε τα αντάρτικα πυροβόλα άρχιζαν να βάλουν με στόχο την έδρα και το στρατόπεδο της πόλης. Δεν ξέρω πόσα βλήματα βρίσκαν τον στόχο τους. Το κτήριο της «Μεραρχίας» υπάρχει και σήμερα και δεν φαίνεται να έχει υποστεί ζημιές από βομβαρδισμούς. Πάντως τα βλήματα ακούγονταν να περνούν σφυρίζοντας από πάνω μας. Ο βομβαρδισμός άρχιζε συνήθως μόλις νύχτωνε, την ώρα που είχε δημιουργηθεί η λεγόμενη «βόλτα» και πολύς κόσμος βρισκόταν έξω κοντά στα πάρκα και το ποτάμι. Μόλις άρχιζαν να ακούγονται τα σφυρίγματα των οβίδων έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι να κρυφτούν. Δεν κατάλαβα αν η «βόλτα» αποτελούσε στόχο των βομβαρδισμών. Οπωσδήποτε, ο κόσμος επέμενε στη «βόλτα» και την επόμενη μέρα πήγαινε ξανά για να φύγει κακήν κακώς πανικόβλητος μετά από λίγες ώρες.

Την ίδια εποχή ο στρατός άδειασε τα χωριά των Πομάκων, ώστε οι αντάρτες να στερηθούν από τον ανεφοδιασμό που οι Πομάκοι, θέλοντας και μη, τους παρείχαν. Η Ξάνθη γέμισε αγρότες με τις οικογένειές τους. Πολλοί από αυτούς κοιμόταν στους δρόμους. Ο πατέρας μου, που ήταν συμπονετικός, πήρε ένα κοριτσάκι και το έφερε στο σπίτι μας. Έμεινε μαζί μας σχεδόν δύο χρόνια.

Αργότερα, το 1948, οι αντάρτες άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη. Άκουγες τη νύχτα πυροβολισμούς και πολυβολισμούς. Μόλις νύχτωνε οι στρατιώτες βγαίναν στο δρόμο και ακροβολιζόταν. Μπροστά στο σπίτι μας και σε όλο τον δρόμο ξάπλωναν στο πεζοδρόμιο με το όπλο στο χέρι. Επειδή το σπίτι μας βρισκόταν κοντά στην έδρα του στρατού, η οποία ήταν και στόχος των ανταρτών, μας είπαν ότι καλύτερα θα ήταν να πάμε σε άλλο σπίτι. Ωστόσο, δεν ξέρω γιατί, μείναμε εκεί και μάλιστα λίγα βράδια ερχόταν χωροφύλακες και μας βοηθούσαν να περάσουμε τη μάνδρα για να φύγουμε από το πίσω μέρος του σπιτιού. Μπροστά φαίνεται ότι ήταν επικίνδυνο. Δεν θυμάμαι σε ποιό σπίτι πηγαίναμε για να περάσουμε την υπόλοιπη νύχτα.

Το 1948 πήγα στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά μας στον περίβολο μιας εκκλησίας και ήταν σχολείο της Ορθόδοξης Κοινότητας από την Τουρκοκρατία. Όμως, για μερικούς μήνες εμείς τα παιδιά κατεβήκαμε με τη μητέρα μας στην Καβάλα. Φαίνεται ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και εμείς έπρεπε να απομακρυνθούμε. Στην Καβάλα πήγα για κάποιο διάστημα σε ένα ιδιωτικό σχολείο. Ο πατέρας μας δεν μπορούσε να έρθει να μας συναντήσει. Το ταξίδι με το λεωφορείο ήταν πολύ επικίνδυνο. Ακούγαμε πολλές ιστορίες, όπως αυτή που δεν έχω ξεχάσει: Κάποιος γνωστός μας καπνέμπορος πήρε ένα πρωινό το λεωφορείο για την Καβάλα, όπου είχε κάποια δουλειά. Το λεωφορείο σταματούσε για αρκετό διάστημα στο μέσο της διαδρομής στη Χρυσούπολη. Εκεί κατεβαίναν οι επιβάτες για φαγητό ή κανένα αναψυκτικό. Επιστρέφοντας στο λεωφορείο ο γνωστός μας επιβάτης βρήκε τη θέση του κατειλημμένη από κάποιο φαντάρο. Στις διαμαρτυρίες του ότι το εισιτήριό του είχε εκδοθεί για τη θέση αυτή, ο φαντάρος απάντησε ότι ήταν εξαντλημένος και είχε ανάγκη να κάνει το ταξίδι καθήμενος. Ο γνωστός μας καπνέμπορος αναγκάσθηκε να παραμείνει όρθιος. Σε μερικά χιλιόμετρα ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη. Το λεωφορείο είχε προσβληθεί από νάρκη της οποίας η έκρηξη σκότωσε τον φαντάρο στη θέση που είχε αυθαίρετα καταλάβει. 

Οι συζητήσεις και τα γεγονότα μου είχαν δημιουργήσει φοβίες. Έβλεπα παντού κινδύνους και αντάρτες να παραμονεύουν. Δύο χρόνια μετά την λήξη του Εμφυλίου δεν είχα ηρεμήσει. Θυμάμαι την Πρωτομαγιά του 1951 όταν πήγαμε στο δάσος του Ευμοίρου έξω από την Ξάνθη, όπως συνήθιζαν οι ξανθιώτες κάθε Πρωτομαγιά. Πήγαμε με ταξί. Το απόγευμα, όταν έφευγε ο κόσμος, το ταξί που θα επέστρεφε να μας πάρει δεν φάνηκε. Μ΄ έπιασε αγωνία. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι και ερήμωνε το δάσος, φανταζόμουν τα δένδρα να γίνονται απειλητικά κρύβοντας αντάρτες στα κλαδιά τους. Ηρέμησα μόνο όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας.


Μετά μερικούς μήνες από τη φυγή μας στην Καβάλα, γυρίσαμε πίσω στην Ξάνθη, σε αυτό που θεωρούσαμε σπίτι μας. Τώρα φαίνεται τα πράγματα ήταν καλύτερα. Είχαν αρχίσει μάλιστα να ηρεμούν και δεν ακούγαμε τίποτε για αντάρτες και πόλεμο, αν εξαιρεθούν οι ταλαιπωρημένοι αιχμάλωτοι με τα γένια που βλέπαμε να οδηγούν οι στρατιώτες φρουροί τους. Οι πόλεμοι είχαν πια περάσει. Μας περίμενε τώρα δουλειά και προσπάθειες που θα άλλαζαν τα πάντα.

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

H εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922



1) Η κατανόηση της Μικρασιατικής Καταστροφής

Η ασύλληπτης έκτασης, τρομερή Μικρασιατική Καταστροφή έχει απωθηθεί και παραμένει σήμερα ως ανοικτό τραύμα στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Λίγο γνωστά είναι τα δραματικά γεγονότα του Αυγούστου του 1922. Κυριολεκτικά  άγνωστα παραμένουν, όμως, τα γεγονότα τα σχετικά με την εγκατάλειψη και εκκένωση της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922.

Η Ανατολική Θράκη αποτελούσε την κύρια εστία του θρακικού Ελληνισμού και ήταν προαύλιο της Κωνσταντινούπολης. Η Ανατολική Θράκη βρισκόταν υπό ελληνική διοίκηση από τον Ιούλιο του 1920 και είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Σήμερα, η απώλεια της Ανατολικής Θράκης θεωρείται ότι συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή, στην πραγματικότητα όμως είναι αποτέλεσμα και επακόλουθό της. Ίσως είναι καιρός να μιλήσουμε και για τη Θρακική Καταστροφή, η οποία παραμένει άγνωστη, ανεξήγητη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. Είναι σκόπιμο να γνωρίζουμε τις συνθήκες και τις διεργασίες κάτω από τις οποίες συνέβησαν τα γεγονότα εκείνα. Και αυτό το λέω με τη συναίσθηση ότι ανάλογες συνθήκες συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα. Πρόκειται για την άνιση διπλωματία που εφαρμόζεται στις ετεροβαρείς σχέσεις μας με τους ισχυρούς προστάτες, που είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητούμε.

Οπωσδήποτε, αν η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες, αυτό δεν είναι βέβαιο ότι ισχύει για την αντίστοιχη καταστροφή στη Θράκη.

Τη δραματική αυτή περίοδο της ιστορίας μας την διαχειρίστηκαν από την πλευρά μας ο ιεροφάντης της Μεγάλης Ιδέας Ελευθέριος Βενιζέλος και οι αντίπαλοι και διάδοχοί του. Απέτυχαν και οι δύο. Ο Βενιζέλος γιατί γνώριζε τις  δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες και τις αγνόησε και οι διάδοχοί του γιατί δεν τις γνώριζαν, αλλά συνέχισαν την πολιτική του προκατόχου τους.  Ένα από τα αίτια και  συνέπεια, βέβαια, της αποτυχίας τους ήταν το να πολεμά κατά περίπτωση η μισή Ελλάδα σε κάθε φάση του αγώνα, που ήταν ο κρισιμότερος της σύγχρονης ιστορίας μας.

Οι δυσμενείς συνθήκες στις οποίες αναφερθήκαμε δεν έχουν ερμηνευθεί ακόμη. Συντελούν έτσι, μαζί με άλλους παράγοντες, στο να στερούμεθα  εθνικής συναίνεσης, ώστε να συνεχίζεται με κάποιες μορφές ο εθνικός διχασμός μέχρι τις μέρες μας. Η σύγχυση που συνεχίζει να επικρατεί δεν επιτρέπει στους Έλληνες να αξιολογήσουν τα γεγονότα, αλλά και να συνειδητοποιήσουν πραγματικότητες θεμελιώδεις για την ταυτότητα και την αυτογνωσία τους. Έτσι, παραμένουν άγνωστες οι πραγματικότητες της καθ’  ημάς Ανατολής, ενώ δεν μπορεί να αξιολογηθεί το ότι το νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε στις παρυφές του τότε Ελληνισμού. Ανάλογη είναι και η άγνοια που επικρατεί σχετικά με την Τουρκία και τις μακροϊστορικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πλήρης είναι σήμερα η αδιαφορία μας σχετικά με την μετάλλαξη της Τουρκίας σε χώρα του Αιγαίου και την παράλληλη επιθυμία της να γίνει μέλος της ΕΕ, πράγμα που είναι αναγκαίο να μελετήσουμε για να χαράξουμε μια πολιτική.

Υπάρχει και η ιδεολογική μας σύγχυση. Για να μην κουράσω, θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Η Συνθήκη των Σεβρών θεωρείται σήμερα ως εκδήλωση ιμπεριαλιστικής βουλιμίας, και έτσι είναι σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα των τότε συμμάχων μας. Ωστόσο, μία απλή ανάλυση των δεδομένων αρκεί για να δείξει ότι η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μια μοιρασιά στην οποία οι Ρωμηοί της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής εδικαιούντο και πήραν ένα μερίδιο. Το μερίδιο των Ρωμηών στη Συνθήκη των Σεβρών αντιστοιχούσε στο 7% των εδαφών της σημερινής Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ οι ίδιοι, με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς αποτελούσαν το 13% του συνολικού πληθυσμού. Τελικώς βέβαια δεν έλαβαν τίποτε και έγιναν πρόσφυγες.

Ας επανέλθουμε όμως στη Θράκη του 1922 για να αφηγηθούμε μια ακόμη ιστορία καταστροφής.


2) Οι Σύμμαχοι αποφασίζουν και οι Έλληνες αποδέχονται

Η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922 δεν άφησε μόνο τους ελληνικούς πληθυσμούς απροστάτευτους. Η Μεγάλη Βρετανία, η άτυπη και διστακτική σύμμαχος των Ελλήνων, έμεινε τότε χωρίς την προστατευτική ασπίδα του Ελληνικού Στρατού. Αφού ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία κάλυπτε τα Στενά, την Κωνσταντινούπολη και την ουδέτερη ζώνη που κατείχαν οι Σύμμαχοι στις ακτές της Προποντίδας.

Η άφιξη του Κεμάλ στη Σμύρνη, στις 31 Αυγούστου 1922, σήμανε και την εκδήλωση έντονης κρίσης μεταξύ της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Την κρίση πυροδότησε η δήλωση του Κεμάλ ότι μόνο η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία θα απέτρεπε τη σύγκρουσή της με τους Συμμάχους.

Μετά την απαίτηση του Κεμάλ, η Μεγάλη Βρετανία φάνηκε να σχεδιάζει την ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση του Λόϋδ Τζώρτζ, με πρωτοστατούντα τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, ετοιμαζόταν για πολεμική σύγκρουση με την κεμαλική Τουρκία. Αντίθετα, οι Γάλλοι τους οποίους ανησυχούσε η ελληνοαγγλική συνεργασία στην Εγγύς Ανατολή, απέσυραν τα στρατεύματά τους από το ασιατικό τμήμα της ουδέτερης ζώνης την οποία απειλούσε ο Κεμάλ.

 Η Γαλλία διαχώρισε τη θέση της και υποστήριξε την απαίτηση των Τούρκων για προσάρτηση στην Τουρκία της Ανατολικής Θράκης και των Στενών, που οι Τούρκοι θα ουδετεροποιούσαν.

Ωστόσο, η διάσταση στις γνώμες των Βρετανών ιθυνόντων και η απροθυμία της αγγλικής κοινής γνώμης και των αποικιών για πολεμική εμπλοκή με τους Τούρκους, ανάγκασαν  την κυβέρνηση του Λόϋδ Τζώρτζ να επιδιώξει συνεννόηση με την Τουρκία, μέσω της υποταγής της στις απαιτήσεις της Γαλλίας. Το τίμημα θα ήταν η Ανατολική Θράκη, και θα το πλήρωναν οι Έλληνες, χωρίς βέβαια να ερωτηθούν. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση εκείνη έπαιξε η αφόρητη πίεση του Γάλλου Προέδρου Πουανκαρέ. Η θετική διάθεση ορισμένων Άγγλων προς τους Έλληνες δεν ενισχύθηκε από τη μαχητικότητα, την τόλμη και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων που, δυστυχώς, δεν υπήρξαν. Οι Έλληνες βρισκόταν κάτω από την ψυχολογία της ήττας. Άλλωστε, τις μέρες εκείνες η Ελλάδα εστερείτο ουσιαστικά διπλωματικής αντιπροσώπευσης, ενώ το καθεστώς στην Αθήνα βρισκόταν υπό κατάρρευση.

Η απόφαση των Συμμάχων για απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, οδηγούσε και στην εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, των Στενών και της ουδέτερης ζώνης. Παρά την ταπείνωση των Συμμάχων, αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το ότι ήδη είχαν ικανοποιηθεί από τα κέρδη τους. Η Μεγάλη Βρετανία στη Μεσοποταμία, το Κουρδιστάν και τα πετρέλαια της Μοσούλης. Η Γαλλία, στη Συρία και τον Λίβανο και η Ιταλία, για την καταστροφή της Ελλάδας. Είχαν αποσπάσει την Τουρκία από την προσέγγισή της με τη Σοβιετική Ένωση. Προς μεγάλη, βέβαια, απογοήτευση του Λένιν και του Τρότσκυ, οι οποίοι ιδεοληπτικά φαντάζονταν την Τουρκία ως ηγέτιδα μιας παγκόσμιας αντιαποικιακής επανάστασης. Οι Σύμμαχοι ήθελαν τώρα την Τουρκία ως βασικό κρίκο στη ζώνη απομόνωσης που συγκροτούσαν γύρω από τη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Επεδίωκαν την ενίσχυσή της για την αποφυγή της κομμουνιστικοποίησής της. Επιπλέον, είχαν επιλέξει την εθνικιστική Τουρκία ως θεματοφύλακα του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν τους είχε πείσει ότι μπορούσε να είναι αξιόπιστος εταίρος, όπως είχαν σχεδιάσει ο Βενιζέλος και ο Λόϋδ Τζώρτζ. Η ελληνική στρατιωτική πανωλεθρία, ο μικρόψυχος και κοντόφθαλμος ελληνικός διχασμός, όπως και η αλαζονική επιμονή του Κωνσταντίνου να ανακτήσει το θρόνο του, ήταν τα συμπτώματα της ελληνικής αναξιοπιστίας. Η εκχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία αποτελούσε την προίκα για τη στενή μελλοντική της σχέση με τους Συμμάχους.

Η απόφαση για την εκκένωση της Θράκης πάρθηκε από τους Συμμάχους στις 9.9.1922 μετά από θυελλώδεις συσκέψεις τριών ημερών στο Παρίσι, μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού Πουανκαρέ και του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κώρζον. Τις μέρες εκείνες δεν υπήρχε κυβέρνηση στην Αθήνα ικανή να αντιδράσει.

Ωστόσο, δύο μέρες μετά, εκδηλώθηκε στη Χίο και στη Μυτιλήνη το επαναστατικό κίνημα του Πλαστήρα και του Γονατά. Στόχος τους ήταν η ανατροπή του Κωνσταντίνου και η σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Το σύνθημά τους ήταν «Ελλάς - Σωτηρία». Είναι προφανές ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος των Ελλήνων, αφού οι αποφάσεις των Συμμάχων είχαν ήδη παρθεί. Άλλωστε, ο επαναστατημένος στρατός έπλευσε προς την Αττική, ενώ υπήρχε απόλυτη ανάγκη να κατευθυνθεί στη Θράκη. Είναι γνωστό όμως ότι ο Λόϋδ Τζώρτζ στεναχωρήθηκε γιατί οι εξελίξεις στην Ελλάδα άργησαν μερικές ημέρες. Η επαναστατική επιτροπή διόρισε τον Ελ. Βενιζέλο που βρισκόταν στο Παρίσι για να χειρισθεί την ελληνική διπλωματία στο εξωτερικό. Περίμεναν δηλαδή από τον Βενιζέλο να ανατρέψει τα τετελεσμένα που είχαν ήδη δημιουργηθεί και πίστευαν στο άστρο του.
Δυστυχώς, ο Βενιζέλος δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Το γιατί, συζητείται μέχρι σήμερα.

Στο εύλογο ερώτημα του Λόρδου Κώρζον: "Ποιός θα υποχρεώσει τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη;", απάντησαν οι ίδιοι οι Έλληνες. Η Ανατολική Θράκη εγκαταλείφθηκε εθελόδουλα, ώστε να μην βρεθεί η Μεγάλη Βρετανία στη δυσάρεστη θέση να συγκρουσθεί με την Τουρκία. Και αυτό παρά το ότι πολλοί πίστευαν ότι  αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη τις μέρες εκείνες, οι Έλληνες δεν είχαν να χάσουν τίποτε και θα κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο.

Στη συνομιλία του με τον Κώρζον στις 19.9.1922 ο Ελ. Βενιζέλος αρνήθηκε τη δυνατότητα αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολική Θράκη πριν από τη Διάσκεψη της Ειρήνης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε τίποτε προς διαπραγμάτευση. Ο Κώρζον αισθάνθηκε αμηχανία μπροστά στα επιχειρήματα του Βενιζέλου, που ήταν τα ίδια με αυτά που είχε ο ίδιος επικαλεσθεί όταν ο Πουανκαρέ του είχε ζητήσει ακριβώς το ίδιο πράγμα με αυτό που ζητούσε ο ίδιος από τον Βενιζέλο. Κατά τον Κώρζον, η νύξη της παράδοσης της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, έκανε τον Βενιζέλο ανίσχυρο να διατηρήσει τη συνηθισμένη του ψυχραιμία. Ωστόσο, μετά τρεις μόνο μέρες, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στον Κώρζον ότι συνέστησε στην Ελληνική Κυβέρνηση να δεχθεί αμέσως την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Δεν είναι γνωστό το τι μεσολάβησε. Όπως και δεν είναι γνωστά όλα τα παρασκήνια των αποφάσεων, αλλά και άλλες λεπτομέρειες, όπως π.χ. η μη ανταπόκριση του Λόϋδ Τζώρτζ στις φορτικές εκκλήσεις για βοήθεια στους Έλληνες από τον Μπάζιλ Ζαχάρωφ.

Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα του Βενιζέλου προς τη νέα επαναστατική κυβέρνηση της Αθήνας:  «...Επήλθον ήδη καταστροφαί ανεπανόρθωτοι... Οι τρεις μεγάλαι και πρώην σύμμαχοι ημών Δυνάμεις απεφάσισαν την απόδωσιν ταύτης εις την Τουρκίαν. Ουδείς δε εχέφρων πολίτης δύναται να διανοηθεί την συνέχειαν του πολέμου προς την Τουρκίαν, με πλήρη ημών διπλωματική και στρατιωτική απομόνωσιν...» έγραφε και πρόσθετε ότι οι Τούρκοι θα απειλούσαν και τη Δυτική Θράκη. Τελείωνε δε με τη δήλωση ότι σε περίπτωση που η κυβέρνηση θα αποφάσιζε να κρατήσει την Ανατολική Θράκη τότε ... «αι θερμαί ευχαί μου θα συνοδεύσουν τον αγώνα τούτον του Έθνους, αλλά ευρίσκομαι, εν τοιαύτη περιπτώσει, εις την θλιβεράν ανάγκην να αρνηθώ την αποδοχήν της τιμητικής εντολής, όπως αντιπροσωπεύσω την χώραν εις το εξωτερικόν». Πρόκειται για φράσεις που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα τις έγραφε ο μέχρι τότε   γνωστός  Βενιζέλος.

Δεν είναι απολύτως σαφής και γνωστή η στάση και το φρόνημα του Ελληνικού Στρατού τις τρομερές εκείνες ημέρες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο νέος Έλληνας αρχιστράτηγος Νίδερ ζήτησε να παραβιάσει την ουδέτερη ζώνη στην Κωνσταντινούπολη και να βαδίσει ταχύτατα προς τον Βόσπορο. Πολλοί, στην ηγεσία της επανάστασης του 1922, είχαν παρόμοια στάση. Ωστόσο, είναι αμφίβολο το αν ο στρατηγός Νίδερ διέθετε στρατό με δυνατότητα προέλασης τον Σεπτέμβριο του 1922. Ο Ν. Πλαστήρας, που διαφώνησε με την απόφαση εκκένωσης, μεταπείστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Παραμένει το γεγονός ότι ο τουρκικός στρατός δεν ήταν σε θέση να διαπλεύσει την Προποντίδα και να επιτύχει την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Οι Τούρκοι δεν διέθεταν ναυτική δύναμη και η δύναμη πυρός των ελληνικών θωρηκτών ήταν σημαντική με τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Γι’ αυτό οι Άγγλοι είχαν ζητήσει την έξοδο του ελληνικού στόλου από την Προποντίδα κατά τις ημέρες της κρίσης πριν τη Διάσκεψη Ανακωχής. Υπήρχε επίσης και μία στρατηγική συνιστώσα στο να αρνηθούν οι Έλληνες να εκκενώσουν την Ανατολική Θράκη. Μία τέτοια κατάσταση έφερνε αμέσως σε ευθεία αντιπαράθεση τους Συμμάχους με την Τουρκία και το λιγότερο που θα κέρδιζαν οι Έλληνες ήταν πολύτιμος χρόνος. Η διάβαση των Τούρκων από τον Βόσπορο η τον Ελλήσποντο, που κατείχαν με ασθενείς δυνάμεις οι Άγγλοι, σήμαινε Αγγλο-Τουρκική σύγκρουση, κάτι που εξυπηρετούσε τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας. Βρισκόταν δηλαδή η νικημένη Ελλάδα σε θέση που της έδινε τη δυνατότητα να δημιουργήσει μία αγγλική ασπίδα και να αποφύγει νέα σύγκρουση με τους Τούρκους. Βέβαια, η ηττημένη χώρα δεν φαινόταν να έχει τις οικονομικές δυνατότητες για να συνεχίσει τον πόλεμο. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι λαοί που είναι αποφασισμένοι και θέλουν να επιβιώσουν βρίσκουν τα μέσα για να αντισταθούν.


3) Η Διάσκεψη Ανακωχής των Μουδανιών.

Η Διάσκεψη των Μουδανιών, οργανώθηκε από τους Συμμάχους για τη σύναψη της ανακωχής και κράτησε από τις 20 έως 28.9.22. Εκεί η Ελλάδα έπαιξε τον ρόλο βωβού παρατηρητή στον οποίο ανακοινώθηκαν οι εις βάρος του όροι. Ο σκοπός της διάσκεψης ανακωχής των Μουδανιών ήταν να υποχρεωθούν οι Έλληνες να αποσυρθούν από την Ανατολική Θράκη. Το αντάλλαγμα εκ μέρους των Τούρκων θα ήταν ο σεβασμός της ουδέτερης συμμαχικής ζώνης και των Στενών μέχρι την τελική Διάσκεψη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και των Τούρκων. Οι Έλληνες εκλήθησαν στα Μουδανιά για να αποδεχθούν τα σε βάρος τους τετελεσμένα γεγονότα. Και αυτό έκαναν. Έγινε δηλαδή εκεί, μία διευθέτηση των συμμαχικών σχέσεων με την Τουρκία, εξόδοις της Ελλάδας.

Η διάσκεψη άρχισε χωρίς τους Έλληνες, που δεν είχαν ακόμη φθάσει, με κύριο θέμα τη γραμμή που θα αποσύρονταν οι Έλληνες. Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιόρρυθμη  διάσκεψη ανακωχής που προδικάζει τη Συνθήκη Ειρήνης. Για μια ανακωχή που υποχρεώνει τον έναν από τους δύο αντιπάλους να υποχωρήσει πολύ πέραν της γραμμής, την οποία κατείχε, και να παραχωρήσει μεγάλες εκτάσεις στον αντίπαλο. Κατά την αφήγηση του Ισμέτ Ινονού στον Σπύρο Μαρκεζίνη το 1972, δέχθηκαν όλοι την προτροπή του: «Ας φθάσουμε σε ένα αποτέλεσμα και οι Έλληνες θα υποχρεωθούν να το δεχθούν». Οι Έλληνες, απλώς προσήλθαν την επαύριο για να τους ζητηθεί να προσυπογράψουν ό,τι οι άλλοι αποφάσισαν εις βάρος τους. Δεν επέτρεψαν στους Έλληνες να παρακαθίσουν στην τράπεζα της Διάσκεψης ως ισότιμοί τους, αλλά τους καλούσαν για ενημέρωση σε κάποιο από τα συμμαχικά πλοία. Μία άλλη διαπίστωση ταπεινωτική για τους Έλληνες είναι ότι οι Γάλλοι και οι Ιταλοί φέρονταν ως σύμμαχοι της Τουρκίας. Μόνον οι απαυδισμένοι Άγγλοι διαπραγματεύονταν, παρεμπιπτόντως, τα συμφέροντα της Ελλάδας. Κατά τον Σπύρο Μαρκεζίνη «οι Έλληνες παρέμειναν βωβοί θεατές και οι Τούρκοι ήγειρον συνεχώς και νέας αξιώσεις». Ο στρατηγός Σαρπύ με την καθοδήγηση του Φρακλίν Μπουγιόν, δέχθηκε όλα τα αιτήματα των Τούρκων. Ακολούθησαν οι Ιταλοί και μετά οι διστακτικοί Άγγλοι. "Η Θράκη μας παραδόθηκε χωρίς να ριφθεί ούτε ένας πυροβολισμός", σχολίαζε μετά από πενήντα χρόνια ο Ισμέτ Ινονού.

4) Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης

Στις 25.9.1922 ο Βενιζέλος τηλεγράφησε από το Παρίσι: «Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι' Ελλάδα», και: «ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν, αυτοί και πρόγονοί των». Ήταν ακόμη μία από τις εθνικές εκκαθαρίσεις του 20ου αιώνα.  Η Συμφωνία Ανακωχής των Μουδανιών δεν επέβαλε και την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού. Ωστόσο, οι γενοκτονικές πρακτικές των Τούρκων είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα πανικού και φόβου που ανάγκασαν σύσσωμο τον χριστιανικό πληθυσμό να αποχωρήσει ακολουθώντας τον Ελληνικό Στρατό.

Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης σήμαινε τη μετακίνηση των 260.000 Θρακών προσφύγων με την οικοσκευή τους και μέρος της σοδειάς τους, όπως και την αποχώρηση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι τον προηγούμενο μήνα, με την κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας, είχαν καταφύγει στη Θράκη. Μετακινήθηκαν επίσης Αρμένιοι, Κιρκάσιοι και Τούρκοι αντικεμαλικοί των οποίων ο αριθμός δεν είναι γνωστός. Τη μετακίνηση συμπλήρωσε η αποχώρηση 70.000 περίπου στρατιωτών της Στρατιάς Θράκης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν δυτικά του Έβρου. Μαζί, και τελευταίοι, αποχώρησαν οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι και η ελληνική χωροφυλακή. Κατά τις είκοσι ημέρες της εκκένωσης της Θράκης δηλαδή, μετακινήθηκαν προς δυτικά πάνω από 450.000 άτομα. Οι μετακινήσεις έγιναν με τραίνα, με πλοία και οδικώς με κάρα, τα οποία ήταν τότε διαθέσιμα στη Θράκη. Η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης είχε ολοκληρωθεί το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1922.


5) Γιατί οι Έλληνες δεν αντιστάθηκαν;   

Δεν μας είναι γνωστό κάτω από ποιές συνθήκες οδηγήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο να επιμείνει στην αποδοχή της εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης και να αποδεχθεί τα τετελεσμένα. Ίσως, ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του επηρεάστηκε από τα καταστροφικά αποτελέσματα της μικρασιατικής του περιπέτειας. Νόμιζε ότι δεν ευθυνόταν για την καταστροφή και ότι προφύλασσε το έθνος από άλλες καταστροφές. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της ρεαλιστικής αντιμετώπισης μιας κατάστασης που όπως φαινόταν τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολη: η χώρα είχε ηττηθεί, ο Στρατός είχε διαλυθεί και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες στερούνταν στέγης και τροφής. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Βενιζέλο για τη μικρασιατική του πολιτική. Ήταν εμφανής η διάθεση και η κατεύθυνση των Νεότουρκων για τη γενοκτονική εξόντωση του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής. Οι προθέσεις των Νεότουρκων για πλήρες ξερίζωμα η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και τη Θράκη, φάνηκαν αμέσως μετά την επικράτησή τους. Λίγο μετά, υποστηρίχθηκαν θερμά από τους Γερμανούς συμμάχους τους.

Η μεγάλης κλίμακας ανατολική πολιτική του Βενιζέλου τελειώνει με τις μοιραίες εκλογές της 1.11.1920, όπως τελειώνει και η ιστορικών διαστάσεων πολιτική του παρουσία. Έκτοτε, δεν υπάρχει ανατολική πολιτική στην Ελλάδα. Κατά το Λόϋδ Τζωρτζ οι εκλογές της 1.11.1920 συγκρίνονταν με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Δεν φανταζόταν τότε, ότι αυτό που θα επακολουθούσε θα ήταν ακόμη τρομερότερο. Η μομφή για τον Βενιζέλο μπορεί να δοθεί για τη ανεξήγητη απόφαση των εκλογών εκείνων, όπως και για την έλλειψη τόλμης τον Σεπτέμβριο του 1922. Βέβαια, η μομφή απευθύνεται στον Βενιζέλο, γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοί του, παρά τον πατριωτισμό τους, διέπραξαν τεράστια σφάλματα και ήταν σαφώς ανίκανοι να δώσουν λύση στη μικρασιατική εμπλοκή την οποία ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε δημιουργήσει. Ο Βενιζέλος ήταν ο μόνος που διέθετε την τόλμη, το διεθνές κύρος και τις ικανότητες που ήταν απαραίτητες για την απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία, όταν ήταν πια φανερό το αδιέξοδο και οι διεθνείς συγκυρίες ήταν πια δυσμενείς. Υπήρχε χρόνος κατά τον οποίο ήταν ακόμη δυνατό να διασωθεί ο Ελληνισμός της Ανατολής, η Ανατολική Θράκη και ίσως και η Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, Βενιζέλος του 1922 δεν είναι ο Βενιζέλος του 1915 ή του 1919. Για πρώτη φορά φαίνεται να τον διακρίνει κάποια απαισιοδοξία και παραίτηση. Έχει απορρίψει τη Μεγάλη Ιδέα και πιστεύει πλέον ότι τα όρια του Ελληνισμού βρίσκονται στον Έβρο. Η έλλειψη ενδιαφέροντος του Βενιζέλου για την Ανατολική Θράκη μας φαίνεται σήμερα αδικαιολόγητη, όπως και η σύνταξή του με το κλίμα της απογοήτευσης και της παραίτησης. Οπωσδήποτε, η αντίληψη του Βενιζέλου για το Ανατολικό Ζήτημα δεν απέδιδε μεγάλη σημασία στη Θράκη, αφού η πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας ήταν γι’ αυτόν αδύνατη χωρίς ελληνική παρουσία στην ασιατική πλευρά του Αιγαίου.

H απόφαση για την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης χωρίς αντίσταση, ο πανικός και η αδυναμία συνεννόησης δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από την κόπωση και το βάρος της ήττας που πίεζε τους Έλληνες τις μέρες εκείνες. Η ελληνική νευρικότητα και απογοήτευση μπορούν ίσως να ανιχνευθούν σε ό,τι οι αλλεπάλληλες καταστροφές και συμφορές έχουν συσσωρεύσει στο συλλογικό ελληνικό υποσυνείδητο.

Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσουμε αφορά τη νοοτροπία της εξάρτησης που χαρακτηρίζει τη χώρα μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Δηλαδή, την τυφλή πίστη στην παντοδυναμία και τη στήριξη των υποτιθέμενων ξένων συμμάχων μας. Κατά τις δραματικές μέρες πριν από τον Αύγουστο του 1922, κυριαρχούσε η εντύπωση ότι οι Άγγλοι δεν θα επέτρεπαν νίκη των Τούρκων. Μετά την καταστροφή, όλοι, με λίγους διαφωνούντες, που οι διαφωνίες τους πνίγηκαν μέσα στη γενική επιθυμία υποταγής στις συμμαχικές υποδείξεις, ήταν τυφλά πρόθυμοι να πράξουν ό,τι θα επέβαλε το συμμαχικό διευθυντήριο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος υποδείκνυε τη συμμόρφωση σε ό,τι επιθυμούσαν οι Άγγλοι. Ζούσε ακόμη στο κλίμα των καλών ημερών. Οι Σύμμαχοι, όμως, δεν νοιάζονταν για τίποτε άλλο από τα συμφέροντά τους και αυτά δεν ήταν τότε ίδια με τα συμφέροντα της Ελλάδας.

Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι οι Πλαστήρας – Γονατάς ζήτησαν από τον Άγγλο Πρέσβη στην Αθήνα να υποδείξει ο ίδιος τη σύνθεση της Κυβέρνησής τους. Ακόμη και ο Ελ. Βενιζέλος πρόσεχε να είναι πάντα αρεστός στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι αντιπροσωπευτικός ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει την επιστολή του προς τον Στρατηγό Νίδερ, Διοικητή της Στρατιάς Θράκης την 2.11.1922, αμέσως μετά την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης.


Γράφει ο Βενιζέλος: 

«Φίλτατε στρατηγέ,
Επιθυμώ να σας συγχαρώ διά την επιτυχίαν μεθ’ης εξετελέσατε την θλιβεράν εντολήν της εκκενώσεως της Αν.Θράκης. θέλω να σας είπω πόσην αληθή υπερηφάνειαν ησθάνθην, όταν εις το υπουργείον των Εξωτερικών εν Αγγλία μου ανεκοίνωσαν σχετικόν τηλεγράφημα του στρατηγου Χάριγκτον, εκφράζοντος την εκτίμησίν του διά τον τρόπον καθ΄ όν έγινε η εκκένωσις….»

Μας είναι, πράγματι, οδυνηρό το να παρακολουθούμε τον ιδιοφυή πολιτικό, που πριν δύο χρόνια πρωταγωνιστούσε στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη, να αισθάνεται τώρα υπερήφανος με τον αμφίβολο έπαινο ενός ασήμαντου στρατηγού, που δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τους Έλληνες. Και τί έπαινο!  Έπαινο γιατί οι Έλληνες οργάνωσαν ικανοποιητικά την ταφική πομπή του Ελληνισμού της Θράκης.

Δυστυχώς στην πολιτική που ασκήθηκε από μέρους των Ελλήνων κυριάρχησε η φροντίδα να εξυπηρετηθεί πρώτα η Μεγάλη Βρετανία, ώστε ανεπαισθήτως παραμερίστηκαν τα ελληνικά συμφέροντα.


6) Τα επακόλουθα

Η εξαγορά της Τουρκίας με την εκχώρηση της Ανατολικής Θράκης δημιούργησε δυσμενή κατάσταση για τη χώρα μας, η οποία έχασε τη θέση του στρατηγικού εταίρου της Μεγάλης Βρετανίας. Έκτοτε η Τουρκία παραμένει στο στρατόπεδο στο οποίο ανήκει και η Ελλάδα και όπου πάντα η Τουρκία βαρύνει περισσότερο από μας. Εκτός από τη διατήρηση της Ανατολικής Θράκης, κύριος σκοπός της διπλωματίας μας το 1922 θα έπρεπε να είναι και η ματαίωση της προσέγγισης Μεγάλης Βρετανίας – Τουρκίας. Η παραμονή μας στην Ανατολική Θράκη εξυπηρετούσε αμφότερους τους στόχους.

Με την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες οι Τούρκοι επιστρέφουν στην Ευρώπη και θέτουν μια υποθήκη που σήμερα ονομάζεται: «Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας». Χωρίς την παρουσία της στην Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία συγκεκριμενοποιείται σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή σε μία χώρα της Ασίας με σαφή ασιατική ταυτότητα. Η μικρασιατική ήττα της Ελλάδας και το ιστορικά πρωτοφανές γεγονός της συγκέντρωσης όλων των Ελλήνων στην ευρωπαϊκή τους κοιτίδα δημιουργούν συνθήκες που τροφοδοτούν μια κρίση ταυτότητας και στις δύο χώρες. Στην Τουρκία, με το να παραμένει μετέωρη σαν τις κρεμαστές γέφυρες του Βοσπόρου ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία και ανάμεσα σε ένα ψευδεπίγραφο δυτικό προσανατολισμό και σε μια ασιατική ταυτότητα. Στην Ελλάδα με το να προσπαθεί να ενταχθεί στο δυτικό ευρωπαϊκό σύστημα, αφού έχει χάσει την οικουμενική της διάσταση και τον μείζονα Ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής.

Η ελληνική γεωπολιτική σκέψη δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εκτιμήσει σωστά το μέγεθος και τη σημασία των γεγονότων. Και αυτό είναι αναγκαίο, γιατί ίσως δεν απέχουμε πολύ από την εποχή κατά την οποία η Τουρκία θα αναδειχθεί και πάλι ως ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Ίσως τότε η Μικρασιατική Καταστροφή αποκτήσει τις διαστάσεις μιας ήττας ολόκληρης της Ευρώπης, αλλά και ίσως η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες θα αναγνωρισθεί ως ένα ασύγγνωστο σφάλμα.



Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Από τις αναμνήσεις του Νικολάου Δημητρίου Μαυρίδη.



Ζούσαμε στην Ανατολική Θράκη, στην αρχαία πόλη της Ραιδεστού. Η ζωή μας ήταν άνετη, αφού ο πατέρας μου που ήταν έμπορος, είχε μια αποδοτική εμπορική δραστηριότητα. Έμποροι ήταν όλοι οι πρόγονοί μου, τόσο ώστε υπήρχε παράδοση να μεταβιβάζονται οι εμπορικές δραστηριότητες από γενιά σε γενιά.

Η καλή μας ζωή άρχισε να διαταράσσεται όταν το 1908 η επανάσταση των Νεότουρκων άλλαξε τους όρους με τους οποίους συζούσαμε με τους Τούρκους.  Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η κατάληψη  της Θράκης από τους Βούλγαρους. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό των Ρωμηών, στον οποίο συμμετείχαν και οι Βούλγαροι, όταν τον Δεκέμβριο του 1912 εμφανίστηκε στο λιμάνι της Ραιδεστού η τουρκική ναυαρχίδα "Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα" σαρωμένη από τα βλήματα του "Αβέρωφ" και χωρίς κατάρτια και κανόνια. Είχε συμμετάσχει στην ένδοξη "Ναυμαχία της Έλλης" , όπου διασφαλίστηκε η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο. Εμείς είμαστε, όμως, κάτω από το ζυγό των Βούλγαρων.  Οι Βούλγαροι έφυγαν σε λίγους μήνες και ο διωγμός των Θρακιωτών από τους Τούρκους άρχισε ως συνέχεια. Ευρισκόμενος στην πόλη της Ραιδεστού δεν είδα τις σφαγές και τις εκτοπίσεις της μάζας των χωρικών,  που από τη Θράκη, οδηγήθηκαν στη μικρασιατική ακτή της Προποντίδας. Ωστόσο, ο τρόμος, ήταν διάχυτος και κάθε θόρυβος μας ανησυχούσε γιατί υποθέταμε ότι ήταν η αρχή σφαγών ή εκτοπισμών. Την ίδια εποχή η Τουρκία εισήλθε, μετά την εμφάνιση του γερμανικού στόλου, στη Συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων και οι τουρκικές στρατιές παρατάχθηκαν στα διάφορα μέτωπα που ήταν πολλά. Η ηγέτιδα  δύναμη των Κεντρικών Δυνάμεων, η Γερμανία, έπεισε τους Τούρκους ότι χρειαζόταν γερμανούς εκπαιδευτές και επιτελικούς αξιωματικούς. Έτσι, ο τουρκικός στρατός στελεχώθηκε από Γερμανούς, όπως και το τουρκικό γενικό επιτελείο.

Την ίδια εποχή, οι Νεότουρκοι αποφάσισαν την ένταξη των Ρωμηών στον τουρκικό στρατό. Οι Ρωμηοί είχαν αποκτήσει κάποια πρόσθετα δικαιώματα με την κυριαρχία των Νεότουρκων, ωστόσο, δεν στρατεύονταν στον τουρκικό στρατό. Με την επιστράτευση των Ρωμηών άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες ότι το μέτρο της επιστράτευσης ήταν μία συνωμοσία των Τούρκων για να εξοντώσουν τον άρρενα ελληνικό πληθυσμό. Οι μνήμες των Αμελέ Ταμπουρού (Τάγματα Εργασίας) ήταν ακόμη ζωντανές. Ο τουρκικός στρατός στελεχωμένος από Γερμανούς αξιωματικούς ανέλαβε να πραγματοποιήσει την επιστράτευση των νέων των ρωμαίικων κοινοτήτων, κανείς από τους οποίους δεν επιθυμούσε την επιστράτευσή του. Πολλοί προφασιζόταν αρρώστιες, ενώ άλλοι δεν κατατάγονταν με αποτέλεσμα να κηρύσσονται λιποτάκτες.

Κατά την πρώτη φάση της επιστράτευσης Γερμανοί εκπαιδευτές ανέλαβαν μαζί με Τούρκους στρατιώτες την εκπαίδευση των Ρωμηών νεοσυλλέκτων και επισκέπτονταν κάθε πόλη, όπου επέλεγαν τα κατάλληλα πρόσωπα.  

Στη Ραιδεστό η επιλογή των κληρωτών από τη ρωμαίικη κοινότητα έγινε στο στρατόπεδο της πόλης. Ο αδελφός μου Αλέξανδρος, που φοβόταν ότι οι μονάδες με Ρωμηούς στρατιώτες προοριζόταν για τον πόλεμο στην Ανατολική Οθωμανική Αυτοκρατορία και μάλιστα στην περιοχή του Κουρδιστάν, πήρε ένα αφέψημα από βότανα, ώστε να πάθει ταχυπαλμία, κάτι που ανάγκασε, παρά τις αντιρρήσεις του Γερμανού εκπαιδευτή, τον Τούρκο διοικητή να τον χαρακτηρίσει ανίκανο για τον πόλεμο και να τον αφήσει ελεύθερο.

Εγώ κατατάχθηκα κανονικά, παρ΄ όλο που προφασίστηκα αδυναμία να εκτελέσω μία άσκηση επιλογής για κατάταξη, σε αντίθεση με την επιμονή του Γερμανού εκπαιδευτή να μην απορριφθώ.  

Με την κατάταξή μου συνταχθήκαμε κανονικά σε μονάδες και περπατήσαμε μέχρι τα στρατόπεδα της Αδριανούπολης. Η ζωή στο στρατόπεδο δεν ήταν βάρβαρη όπως φανταζόμασταν. Ωστόσο, ήταν σκληρή και αυστηρή και ήμασταν όλοι ανήσυχοι για την προοπτική μεταφοράς μας στο μέτωπο του Ιράκ. Εγώ είχα πάντα την ανησυχία ότι θα πολεμούσα σε ένα πόλεμο, όπου και οι δύο αντίπαλοι ήταν εχθροί μας και όπου η παράταξη την οποία υπηρετούσα ήταν πραγματικά εχθρός μου και εχθρός όλων των προσώπων που αγαπούσα και γνώριζα. Έτσι, ένα πρωινό του Οκτώβριου του 1915 περπάτησα, προσπαθώντας να δείξω ότι είμαι αμέριμνος, έξω από την πύλη του στρατοπέδου και έγινα ελεύθερος, αλλά και λιποτάκτης.

Ένα μήνα πριν -στο στρατόπεδο έμεινα αρκετούς μήνες- είχα πετύχει να πάρω άδεια για τη Ραιδεστό. Έξω από το στρατόπεδο είχε ένα μπακτσέ με φράουλες που έδειχναν ότι θα ήταν πολύ νόστιμες. Πήρα λοιπόν ένα καλάθι φράουλες που πίστευα ότι πηγαίνοντας με το τραίνο θα πρόφταινα να τις διατηρήσω σε καλή κατάσταση. Το καλάθι δεν ήταν καλυμμένο, γιατί ο καλός αγρότης που μου το προμήθευσε δεν είχε χαρτί κατάλληλο γι΄ αυτή τη δουλειά. Πήγα λοιπόν στο σταθμό του τραίνου με το καλάθι και μία τσάντα και κάθισα σε ένα παγκάκι δίπλα στις γραμμές του τραίνου περιμένοντας τον συρμό. Αμέσως με το που κάθισα εμφανίστηκε ένας ψηλόλιγνος Τούρκος που φορούσε μια κομψή σταμπουλίνα[1]. Με χαιρέτησε και αμέσως μου έπιασε κουβέντα. Ανάμεσα σε άλλα μου είπε: "Τι ωραίες φράουλες ; αγαπώ πολύ τις φράουλες και είμαι ευχαριστημένος γιατί βλέπω ότι ωριμάσαν φέτος νωρίς". Δεν ξέρω πως μου ήρθε και του είπα: "Αν αγαπάτε τόσο τις φράουλες θα μου επιτρέψετε να σας χαρίσω το καλάθι το οποίο είναι εύκολο να αντικαταστήσω". Ο κομψός κύριος φαίνεται να διστάζει, αλλά σε λίγο μου είπε: "Σας ευχαριστώ πολύ, θα το πάρω για να θυμάμαι την ευγένειά σας". Χωρίσαμε σύντομα πιστεύοντας ότι δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ.

Έφτασα στο σπίτι μου, όπου η μητέρα μου κλαίγοντας μου είπε: "Ο πατέρας σου φρόντισε να σε κρύψει. Η αστυνομία σε ψάχνει και ρωτάει παντού μήπως σε είδαν. Έχει μάλιστα φροντίσει να σου βρει κρυψώνα". Η κρυψώνα, όπως έμαθα σε λίγο, ήταν ένα πατάρι στο σπίτι μιας μοδίστρας που βρισκόταν μερικά σπίτια παρακάτω από το δικό μας. Αργότερα έμαθα, ότι ο πατέρας μου είχε φροντίσει να δωροδοκήσει τον διοικητή της Αστυνομίας, ώστε οι έρευνες που γινόταν να μην γίνονται στο δρόμο μας. Κάθισα σε αυτό το σπίτι αρκετούς μήνες, τόσο ώστε βαρέθηκα, παρά τη ραπτική που μου δίδαξε η καλή μοδίστρα. Τέλος, μετά από καιρό άρχισα να βγαίνω έξω. Η απόφασή μου αυτή ήταν μοιραία. Με συνέλαβαν  σύντομα με την κατηγορία του λιποτάκτη. Μεταφέρθηκα στο στρατόπεδο της Αδριανούπολης και σε ένα μήνα ορίστηκε να δικαστώ στο Στρατοδικείο για λιποταξία. Οι καταδικαζόμενοι από αυτό το Στρατοδικείο δεν εκτελούνταν, αλλά ούτε φυλακιζόταν, απλώς αποστέλλοντο  στο μέτωπο του "Κουτ" στο Ιράκ, όπου πολεμούσαν οι Τούρκοι με τους Άγγλους. Εκεί, τους κατέτασσαν  σε ομάδες θανάτου, που καθάριζαν με τα σώματά τους τις νάρκες για να περάσει ασφαλώς ο τουρκικός στρατός και να επιτεθεί άθικτος στην αγγλική γραμμή.

Η ημέρα της δίκης έφτασε. Εγώ είχα μέρες να κοιμηθώ από την αγωνία μου. Το πρωί που μας μεταφέραν στο Στρατοδικείο αισθανόμουν σαν να πήγαινα στο εκτελεστικό απόσπασμα. Φθάνοντας στην αίθουσα του Στρατοδικείου, στάθηκα στη δεύτερη σειρά της ομάδας των κατηγορουμένων που θα δικαζόταν εκείνη τη μέρα. Μετά από λίγο, ήρθαν οι στρατοδίκες και κάθισαν σε μία σειρά μπροστά από τους κατηγορουμένους. Και τότε, είδα με μεγάλη κατάπληξη τον κύριο με τη σταμπουλίνα να παίρνει μια θέση πίσω από τους στρατοδίκες, όντας ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου.

Ήμουν κάθιδρος. Δεν ήξερα πως θα χειριζόμουν τη δύσκολη αυτή κατάσταση. Θα είχε κάποια ευνοϊκή στάση ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου; Ή θα ήταν σκληρός και ανυποχώρητος, όπως ήταν συνήθως οι Τούρκοι αξιωματικοί; Πέρασαν πολλοί κατηγορούμενοι από το Στρατοδικείο, οι περισσότεροι των οποίων καταδικάστηκαν ως ένοχοι λιποταξίας με τιμωρία την κατάταξη σε τάγματα θανάτου.

Τέλος, έφτασε η δική μου σειρά. Η απολογία μου ήταν μια ιστορία κοινότυπης αισθηματολογίας με δικαιολογία την αρρώστια της μητέρας μου. Ήμουν βέβαιος ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα αγνοούσε κάθε συναισθηματισμό για να πάρει την απόφασή του. Μετά την απολογία μου και προτού οι στρατοδίκες συνεννοηθούν για την ποινή που θα μου υπέβαλαν, σηκώθηκε ο Πρόεδρος και είπε: "Γνωρίζω αυτό το παιδί. Σίγουρα θα παρασύρθηκε για να λιποτακτήσει. Άλλωστε, έχει και τη δικαιολογία ότι η μητέρα του ήταν άρρωστη. Ξέρω ότι είναι καλό παιδί ! ".  Οι στρατοδίκες αντάλλαξαν μερικές ματιές και φράσεις μεταξύ τους και με κήρυξαν "Αθώο".





[1] Η σταμπουλίνα είναι ένα είδος φράκου σαν μακρύ παλτό, που φορούσαν οι Οθωμανοί διοικητικοί υπάλληλοι από τις αρχές του 19ου αιώνα. Η σταμπουλίνα φοριόταν με φέσι ή χωρίς φέσι. 

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Πρύτανης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
Καθηγητής κ. Αθανάσιος Ιω. Καραμπίνης

Ο Κοσμήτορας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών
Καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος και

Ο Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας
Καθηγητής κ. Εμμανουήλ Γερ. Βαρβούνης

Σας προσκαλούν να τιμήσετε με την παρουσία σας
την τελετή της αναγόρευσης
Του κ. Δημητρίου Μαυρίδη
Συγγραφέως
Σε Επίτιμο Διδάκτορα
του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας
της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών
του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Η τελετή θα πραγματοποιηθεί στην Κομοτηνή
Την Τετάρτη, 1η Μαρτίου 2017, και ώρα 19:00
Στο Κεντρικό Αμφιθέατρο της Πανεπιστημιούπολης

 Ο Πρύτανης    Αθανάσιος Ιω. Καραμπίνης,  Kαθηγητής                                           
Ο Κοσμήτορας   Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος,  Καθηγητής

Πριν από την αναγόρευση με ώρα έναρξης 17.00 θα πραγματοποιηθεί ημερίδα με θέμα: «Η Θράκη στη νεότερη και σύγχρονη εποχή: Σπουδές στην ιστορία και τον πολιτισμό»




Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Dimitrios A. Mavridis: A short history of Rhaedestos (Translation from the greek text by courtesy of Periklis Daltas)


The town now known as Tekirdağ goes back many centuries. During that time, it acquired a long succession of names, which mark its course through history and its dynamism. It was at the coastal area where present-day Tekirdağ is situated that colonizers from Samos arrived during the second wave of Greek colonization in the 6th c. B.C. The township thus set up was named Bisanthe. During the classical era, Bisanthe passed under Athenian rule and served as a centre where the rich agricultural produce of Thrace was gathered. What little archaeological remains survived the centuries finally disappeared altogether during the intensive (re)building of recent times that has also transformed many other Turkish towns, big and small. A few ancient coins minted in Rhaedestos during its Athenian era were found in neighbouring Panidos. They are having the inscription ΒΙΣΑΝΘΗΝΩΝ. Ancient Greek and Roman historians do not provide much information on Phaedestos, and only mention it occasionally. (Mamoni 2001, Mavridis 2003, Papakostas 2010)
During the early Byzantine centuries, Rhaedestos was known as Resisto or Registo. It was fortified by Justinian I against marauders from the interior looking for a way to the sea through Thrace (Procopius – 1971 edition). Rhaedestos developed into a centre of commerce and economic activity, and its numerous names provide evidence for its move from a static agricultural way of life to a commercial one: Rhaedestos, Redestas, Redestos, Redisco, Rodesto, Rodestol, Rodestus, Rodischo, Rodistus, Rodosto, Rodostus, Roesto, Rostho, Rothostoca, Rudischo, Rudustu και Ruysto (Külzer 2008), and more recently Tekfur Dag and Tekirdağ. Writers’ and travelers’ comments are now enthousiastic and complimentary.
The earliest settlement of some note in the neighbouring area was the sister town of Perinthos or Heracleia, at a distance of 30 klm from Rhaedestos.
The course of Rhaedestos through time begins in pre-history, as we now know thanks to an abundance of remains that archaeologists have dug up in Thrace. During archaic and classical times, Thrace was organized in domains relative to the tribal make-up of the population. The land of Thrace is interspersed with burial mounds and monuments of kings and noblemen from those times.
During the 4th and 5th c. BC, Thrace was hellenicised, and in the 1st c. BC it was conquered by the Romans. In 50 AD, Perinthos became the administrative centre of the Roman province of Thrace.
In the 5th c. AD, Thrace came under the rule of the Byzantine Empire. Its fertile lands combined with its short distance from Constantinople proved very advantageous for Rhaedestos. Thanks to the stability brought about by Byzantine rule, Rhaedestos became prosperous and developed a social order and tradition of its own.

Heracleia or ancient Perinthos, also a colony of Samos, “ancient and renowned” according to Tacitus, was the capital of Thrace. Perinthians called their home town “dittothalassousa” or twin-sea town, an appellation that appears on ancient coins of Perinthos. In later times, Perinthos was overshadowed by Constantinople and neighboring Rhaedestos. St. Andrew the Apostle preached here and instituted the first Metropolis on European soil, that of Heracleia, one of whose bishoprics was Rhaedestos.
Following the collapse of the Western Roman State, Heracleia, which was by now second in importance only to the town of Byzantium, became the see of the first Metropolitan district of the Byzantine Church. That event safeguarded, according to the Byzantines, the Apostolic and Ecumenical character of the Patriarchal See of the New Rome and refuted the Roman Catholic claim of Rome’s primacy. As a consequence of Heracleia’s decline, the Metropolis of Heracleia became the Metropolis of Heracleia and Rhaedestos in 1694 (Mavridis 2003). In the 18th c., the Metropolis of Heracleia and Rhaedestos was fortunate to have at its helm the following five metropolitans, all hailing from the island of Leros: in chronological order, Gennadios, Gerasimos, Methodios, Meletios and Ignatios. There are numerous references in historical records of their contribution to education and to the amelioration of social conditions. They erected churches and spent large sums of money on education. They were men of letters. They wrote noteworthy treatises and were instrumental in the enhancement of social responsibility and general education.
According to Procopius, Rhaedestos was considered “chorion eulimenon”, a place blessed with a fine harbour, so much so that Justinian “erected a town, safely fortified and of an impressive size”. The powerful walls of Rhaedestos were raised to the ground by the Bulgarian leader Crummus in 813. They were later re-built, and Rhaedestos remained a walled town until it was taken by Gazi Suleyman Pasha in 1357. In the 13th c., Catholic monks ran a hostel in Rhaedestos for Western pilgrims on their way to and from the Holy Land.
There was a long tradition of communal and charitable ethic in Rhaedestos (Mavridis 2003). In 1071, the scholar Michael Attaleiates (1030-1080), who was also a self-made businessman, senator and judge, set up a poorhouse in Rhaedestos, where he owned extensive lands and other property. That charitable institution was near Christ’s Church, where Rüstem Paşa Mosque is now situated. It was housed in an old building, which had been ruined during an earthquake and was subsequently repaired (Mamoni 2001, Mavridis 2003). Attaleiates became more widely known as the author of a History that covers the troubled period 1034-1080.
Attaleiates’s poorhouse functioned on the basis of written rules and was endowed by its owner with sufficient funds for its continued operation. (Dumbarton Oaks 1). The author of the rule book was Attaleiates himself, and in it he also included his thoughts on how to achieve the longevity of the institution, which he entitled “Poorhouse of the Pan-Oectermon” or of the All Merciful Christ. He was wary of the State as it tended to antagonize private charitable institutions and go after their property. The document contains detailed information about the town and the Castle of Rhaedestos or Kastron, as the town was also referred to. (Dumbarton Oaks 1). In reference to the latter appellation of the town, the inhabitants of the inner section of Rhaedestos were until recently known as Kastriani[1]. Based on the topographical information given by Attaleiates in his rule book, one could attempt to reconstruct the map of the town in the 11th c. Attaleiates mentions the existence of ecclesiastical buildings outside of the western gates, where he had erected and operated rented accommodation.
The central section of Rhaedestos forms an obtuse-angled triangle, whose longest side coincides with the coastline of Propontis or Sea of Marmara. In that inner area, there are no mosques or minarets. It is possible that the Kastron of Rhaedestos with its four gates was planned in accordance to the mystical Roman and Byzantine urban planning tradition, whereby the town was sanctified with sacred symbols or temples. However, we know so little as yet about the Byzantine churches of the town that we cannot yet pursue such a line of enquiry. The only Byzantine temple in the town was, until 1935, the small church of Panagia Revmatokratorissa or of the Virgin Mary, our Lady of Streams, by the sea front. But even that monument had lost many of its Byzantine features as a result of repeated repair and reconstruction work.
For a long time after the town was conquered by the Ottoman Turks in 1357, the inner section of Rhaedestos was only inhabited by Romiots or post-Byzantine Greeks. As far as I know, Xanthe is the only other town in Thrace with the same privileged living arrangement. It seems that the economic clout of the Hellenic communities in those two towns, the result of the commerce of agricultural products and especially tobacco, which was entirely in Greek hands, made them irreplaceable. An additional explanation might be that the two towns were not taken by the Turks but negotiated their surrender. According to oral tradition that has come down to the present day, Rhaedestos surrendered to the enemy after putting up a fierce resistance round its walls and more specifically at a place now known as Şehitler Meşari or Graveyard of the Martyrs. The Pact containing the conditions of surrender was preserved in the library of the Metropolis until the great fire of 1826. One of the conditions was that the people of the town were exempt from providing food and lodgings to Ottoman soldiers. That condition proved of great importance for the economic state of the town as Rhaedestos became a meeting point for Ottoman armies campaigning in Europe.
Subsequently, however, newcomers took over central Rhaedestos and the displaced Christians moved to seaside quarters. It is not known which of the Byzantine churches remained in the hands of the Romiot community.
In 1556, during the reign of Sultan Suleiman the Magnificent, Vizier Rüstem Paşa decided to erect in Rhaedestos an Islamic külliye[2], which would be a manifestation of the ideal of Islamic town planning according Ottoman tradition. The külliye, a complex of public buildings (Mavridis 2010), was erected where the Byzantine Christ’s Church had been, at the Castle of Rhaedestos. Its construction necessitated a large labour force, which came from Armenia.
The Greeks of Rhaedestos were mostly urban and had traditionally been engaged in commerce, mainly in the transport business, which brought great wealth to some of them. Romiot merchants and craftsmen were organized in guilds in accordance with Turkish rule in Thrace. Guilds managed their affairs on the basis of written constitutions. Rhaedestos had for a long time been an important commercial centre. According to Michael Attaleiates, “There is a great number of carts carrying grain to the fortress of Rhaedestos” (Kanakis 1997).
In the 11th c., during the reign of Michael Doucas, the controversial Logothete tou Dromou or Postal Logothete and acting prime minister Nicephore, nicknamed Nicephoridzes or Little Nicephore, took reformative measures to reconstruct the economy of the State. He set up a Fundakas or great store house in Rhaedestos to monopolize the commerce of wheat and safeguard provisions for Constantinople, as well as to achieve a fairer taxing system and curb profiteering. The Fundakas was managed by a fundakarius, who imposed tax duties and allocated the grain to sitokapiloi or merchants of grain, who owned shops within the Fundakas, not dissimilar perhaps to those in operation today. The results of the reformative measures were disappointing and gave rise to public discontent which developed into an uprising and the destruction of the storehouse. It is not known if apart from Rhaedestos there were such storehouses in other cities of the empire too.
As a result of the Turkish conquest, regularity returned to Thrace, as can be gleaned from foreign travelers’ impressions and comments. For instance, Daniel Philippides and Gregorios Constantas write in their Neoteric Geography (1781): “Rhaedestos, a renowned city, great and populous, the see of an Archbishop.” Also, Geoffroi de Villehardouin, crusader and chronicler, writes in his De la Conquête de Constantinople (1204) about Rhaedestos: “… inhabited by Greeks …very rich, strong and big … among the best cities in Romania [Easter Roman Empire] … situated at an excellent location ...” As for Markos Antonios Katsaites (1742), his opinion of Rhaedestos is that it is “a glorious city, among the most interesting in Turkey”.
In the 12th c., Venetian merchants settled in Rhaedestos. The Emperor had signed a treaty with the Venetians ceding them trade privileges. In 1202 Rhaedestos became a Venetian possession during the 4th Crusade. Following the breakup and partition of the Empire in 1204, Rhaedestos, like other commercial towns of Propontis, passed into Venice’s share. In the 13th c., Genoa took over from Venice. The ruthless Catalan Society took possession of Rhaedestos in 1306 and because of its central position used it as a base for its operations. Many Greek inhabitants were put to the sword. In the 14th c., Rhaedestos was inundated with Catalan and Italian merchants, who took advantage of the failing Empire. Until recently, Levantine merchants, descendants of the early Western Catholics who settled there, still lived in the town. The Capuchin Robert de Dreux described Rhaedestos in 1667 as “… a most beautiful and busy commercial town … connected to Constantinople by daily transport services.”
In an entry dated 28.5.1720, Kelemen Mikes (new edition 2000) described the town as follows: “pleasant, picturesque, very big and sophisticated, with surrounding fields cultivated so that they look like well-tended gardens … it presents a pleasant view that delights the eyes … built on the coast, surrounded by vineyards … good and abundant food …”.
Kelemen Mikes also stated in 1721 that Rhaedestos was divided in four quarters severally inhabited by Romiots, Turks, Armenians and Jews, so that the various nationalities did not mix. As a result, when the town was hit by cholera, which was quite frequently, the epidemic was often contained within a single nationality and did not affect all quarters.

During the first three centuries following the Turkish conquest, Thrace’s economy shrank, closed in upon itself and ceased trading with the outside world. At the same time, there was massive movement of Greek populations from the Aegean islands towards Asia and Thrace, and from mainland Greece to Asia Minor. Greek communities that took up trade enriched themselves and molded the identity and character of wider Greek populations around them. The wider Rhaedestos area with its 28 Ganochora villages and its ample stretches on the slopes of the Sacred Mountain (Tekfur Dag) attracted large numbers of Greek settlers from the Aegean and the Peloponnese.
Thanks to such favourable conditions, in the late 17th c., Rhaedestos had risen again to be a centre for the concentration and exportation of the rich agricultural produce of the Thracian interior: wheat, barley, rye, oats, canary seed, linseed, sesame, leather, dairy products, cloth, woven fabrics. Kelemen Mikes, the Hungarian political figure and essayist, wrote in 1721 that at harvest time around 300 carts loaded with agricultural goods thronged into the town each day. Farmers and cattle raisers from Adrianople, Kessane, Saranda Ecclesies, Vizye, Arkadioupolis, Ganochora and Makra Gefyra drove to Rhaedestos their ox-drawn carts and camel caravans loaded with their produce.
Business transactions took place in the market and the coffee houses, behind the commercial buildings still surviving. Wholesale merchants, mainly Greeks, bought and stored the agricultural goods, and subsequently resold them and shipped them to Constantinople and the great harbours of Mediterranean Europe. Ships brought to Rhaedestos olive oil, produce from the islands of the Aegean, soap, oranges and lemons, textile goods, mechanical equipment and colonial products. Trade activity in Rhaedestos was supported by artisans and craftsmen, mostly Romiots, organized in guilds. There were also numerous Armenians, who had moved to Rhaedestos from the East, and they made a living as merchants or craftsmen, mainly blacksmiths or tsilingires, who forged farm tools. At the start of 20th century, there were three banks operating in Rhaedestos, the "Bank of Mytilene" being one of them.


Since Byzantine times, Rhaedestos served as a place of exile for persons of importance. In 1720, the Hungarian revolutionary Prince Francis Rákóczi II, a fugitive in the aftermath of the Treaty of Karlowitz of 1699, lived in Rhaedestos as an exile until his death in 1735. He was attended by a great entourage of courtiers, fellow fighters and collaborators, among whom was the above mentioned writer Kelemen Mikes (modern edition 2000). The Hungarian exiles bought a group of houses in today’s Frangomachalas and had them interconnected via subterranean tunnels. There were still some of their descendants living in Rhaedestos in the late 19th c.
It is not known how the construction and use of wooden houses was established as the predominant architectural type in Northern Aegean, Propontis, and along a large part of the Black Sea coast. Neither is it known when Rhaedestos came to be entirely built up of wood. The only constructions not made of wood were those belonging to the State and the Church, which were made of stone as a status symbol and also in the interests of longevity. As a result, the town gave the impression of a mass of dark wood spread out along the sea front. The various quarters constituted a succession of grey wooden houses of characteristic uniformity. Rhaedestos is completely lacking in multiform eclecticism, characteristic of 19th c. cities, as well as in the Western version of eclecticism adopted by the Ottoman Empire in the context of its effort towards modernization.
Extant wooden houses are today in their final stage of disintegration, and can be found in small groups or individually surrounded by a sea of blocks of flats. Legally of course they are protected as listed properties, which is probably a mistake, as being surrounded by concrete blocks they are aesthetically devalued as well as exposed to a multitude of agents of further decay. What would have saved them would have been to declare the whole area as preservable.
Under Ottoman rule, the force that kept Eastern Hellenism together was the Eastern Orthodox Church. The conquering Turks, who were experienced in the political life of Central Asia as well as in the management of large numbers of sheep and goats, devised original administrative schemes as shepherds of people. One of them proved of great importance for the Greeks: it was the Romiot Millet (Turkish milliyet or nationality), which included all Christians of the Eastern Orthodox Church. The Turks granted privileges to the Patriarch of Constantinople so that the cohesion of the Romiot Millet would be maintained and relations between conquerors and the conquered would be unproblematic. The Church realized the importance of the measure and organized itself so that it would govern the whole of the Orthodox Millet without the intervention of the Ottoman administration. The Millet system proved so efficient and productive that it lasted from 1453 to 1920, and vestiges of it are still in existence. The Romiots did their best to preserve their privileged status and draw maximum advantage from it. Thus, communities were organized in independent administrative units governed by their elite members, the Demogerondes or Elders. Each community was headed by the local Metropolitan.


The effects of the Crimean War of 1854 as well as the Tanzimat or Reorganization, i.e. the social reforms of 1839 and 1855, which granted privileges to minorities, were of great benefit to Ottoman Greeks, who rapidly rose socially and formed part of the urban class of the Empire. The social and economic success enjoyed by the Greeks of the Empire was the result of the free hand granted by the Ottoman State to the many minorities within its borders. Greeks were particularly successful in the arts and sciences, economy and commerce. Thanks to their cosmopolitanism, they were able to compete for the top positions in the economy, since they could not have a career in the public administration or the army. They spoke foreign languages, they travelled a lot, and they felt at home in contemporary international contexts. Greeks were dominant in commercial and industrial enterprising as well as in banking.
Education was the field par excellence for Romiot activity and creativity. It was there that Tanzimat legal provisions allowed a wide scope of action to school committees and community administrators. As of the 17th c., communities began to build schools and employ qualified teaching personnel.
The Greek communities of the Ottoman Empire constitute a significant, though little known, success story. Thracean Hellenism was able to overcome the adverse conditions of the first centuries after the fall of the Byzantine Empire and regroup. The age-long political tradition of the Greeks is centred upon their gathering for the ecclesiastical Eucharist in the context of the community system of self-government. The community institution dates from the mid-Byzantine era, when, according to historical records, there were communities governed by “the prominent citizens and fathers of towns”. Community self-government was characterized by responsible social democracy, solidarity, charity, organization of tradesmen in guilds and great emphasis on education. It is in fact a successful political system, based on direct democratic decision-making and centred on the concept of the human Person. Community organization was completed with the setting up of schools, and formed part of the system of privileges enjoyed by The Church. At the same time, Romiot tradesmen formed isnafia or guilds (Turkish esnaflar). Isnafia were closely knit societies of fellow tradesmen, a continuation of a Byzantine practice. The Ottoman State did not object to isnafia as they made economic sense.
The zimmi, i.e. the non-Muslim peoples of the Bible living in the Ottoman Empire left behind their second-rate status as conquered subjects thanks to the Treaty of Küçük Kaynarca of 1774, as well as the Tanzimat reforms of 1839, and rose to the urban class. Those were mainly the Romiots of the historic Hellenic East, organized in communities that were politically subjugated but culturally and economically thriving. The Greek communities were conscious of their historical and cultural identity.
In the 19th c., cultural societies appeared whose objective was the promotion of education, an area on which communities put a lot of stock. The first such society was the Hellenic Philological Society of Constantinople of 1861 (Mamoni 1968, Mavridis 2003, 2006), which was very actively engaged in the organization of education for Greek youth. Soon after, many similar societies were instituted throughout Thrace. In 1872, the Educational Society of Adrianople was set up. Members of such societies addressed each other as “brothers”. Such developments were intensified in the context of nationalistic rivalries in the Balkans around, and mainly after 1878. In view of the awakening of Bulgarian nationalism and of the threat posed to the Romiot national identity by Pan-Slavism and related activities undertaken by the Bulgarian Exarchate, the Greek bourgeoisie of Constantinople sprang into action.


In 1871 the Thracean Educational Society of Rhaedestos was set up, and in 1897 it was relaunched as the Bizanthe Reading Society. Rhaedestos thus set an example which was followed by other communities all around it. At the beginning of the 20th c., there were similar cultural associations even in small villages, especially in the Ganochora area. The various societies of Macedonia and Thrace were supported by the Association for the Dissemination of Hellenic Letters, which was founded in Athens in 1869 under the aegis of the Ministry of Foreign Affairs.
The aim of such societies was mainly to improve the educational standard of the young and also of adults, and through education to strengthen their sense of national identity. Their campaign was an aspect of the emergent Hellenic national ideal. At the forefront of the trend to set up and run such cultural societies were bourgeois merchants and artisans, who exhibited impressive zeal in the pursuit of the education of the young. Their dedication satisfied their feelings of nationhood and was a source of pride.
The members of Romiot guilds were also mobilized to contribute voluntary personal labour. Builders worked without pay to erect school buildings and society headquarters, whereas rich businessmen vied for the offer of donations. It was in that context of selfless competition that the ideal of the community or national benefactor emerged among the rich merchants. The most prominent benefactors in Rhaedestos were the following: Stavros and Paschales Georgiades (Georgeadeion Boys’ School and Nursery), the wholesale merchants of grain Constantinos and Georgios Theodorides (Theodorideia Ekpaedevteria or Educational Establishments) and K. Constantinides. Greeks took pride in their societies and saw them as evidence of the special character of their culture and history. (Mavridis 2003)
The Society of Rhaedestos housed a library and reading room, a collection of antiquities from the wider area of the town, a coin collection, a picture gallery, and a hall for the town band. In the basement, facing the seafront, there was a refectory. The Society held regular feasts and balls. Its archaeological collection is now housed in the museum of Thessalonike.
Rhaedestians were also inspired by their religious faith to erect new churches and repair those frequently destroyed by earthquakes or endemic fires. A great number of churches are mentioned in historical records, which have since disappeared without trace. Rhaedestians also excelled in church chanting, and its cantors and ecclesiastical music teachers were known over a wide area covering Propontis and the Aegean.
The French archaeologist A. Dumont, who travelled in Thrace in 1868, wrote that the Greeks managed to preserve their language and civilization in spite of their having been through very adverse historical times. Their attachment to their learned tradition is particularly noteworthy, as is the survival of an ethos based on age-long tried and tested traditions. On those foundations, education paves the way towards spiritual revival and the acquisition of solid knowledge.
Also, in 1871 the correspondent of the French Review of Two Worlds was impressed by the Greeks’ commitment to education. That commitment is still going strong, though occasionally in a formalistic kind of way. According to historian George Finley, revolutionary Greeks exhibited a lower percentage of illiteracy compared to their contemporary Western Europeans.
As a characteristic example, Finley noted that the humble teacher of an obscure village near Rhaedestos owned a library with classical Greek books. He was impressed by Greeks’ determination to preserve their national cultural identity, and by the ubiquitous and dominant presence of sophisticated Greek communities. In contradistinction, he added, the first book in Bulgarian was published as late as 1806.
Today’s efforts on the part of Eastern Greeks and their descendants towards the preservation of historical memory harks back to that old community spirit.


The world-wide upheavals and restructuring of the international status quo during the first two decades of the 20th c. radically affected individual lives. Great numbers of people were obliged to emigrate in the aftermath of the redrawing of national borders and redistribution of territories. Rhaedestos/Tekirdağ changed in character as a result of the international maelstrom that swept away peoples and empires. Its numerous Armenian inhabitants left for the East. The Greek Rhaedestians had to emigrate to Greece, as provided in the Treaty of Lausanne, though their departure preceded the signing of the treaty. The totality of the movement of peoples that took place before the Lausanne Treaty falls within the so called Exchange of Populations agreement. Tekirdağ, like so many other towns of the East, loses its cosmopolitanism and multiculturalism and acquires a homogeneous character.


Since the early 1960s, Tekirdağ has followed the path of other developing towns, and, thanks to the rich agricultural lands surrounding it, has grown into an advanced, though not particularly charming, Europeanized city. Recently, new industrial installations have added a touch of modernism and entrepreneurialism to it. Nevertheless, its historical depth is in evidence throughout the city.

     

Bibliography:

Αποστολίδης Μυρτίλος: "Κώδικες Ανατολικής Θράκης", Θρακικά 18, 1943
Ατταλειάτης Μιχαήλ: "Διάταξις επί τω παρ' αυτού συστάντι πτωχοτροφείω και τω μοναστηρίω", στο Κ. Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος 1, Βενετία, 1872.
Ατταλειάτης Μιχαήλ: Ιστορία, Εκδόσεις Κανάκη, 1997
Βακαλόπουλος Κωνστ.: Διωγμοί και γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού-Ο πρώτος ξεριζωμός (1906-1917), Ηρόδοτος, 1998
Βακαλόπουλος Κωνστ.:: Η ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού-Θράκη, Κυριακίδης, 1990
Βακαλόπουλος Κωνστ.:: Η Θρακική Έξοδος (1918-1922), Ηρόδοτος, 1999
Βαφειάδης Νικ.: Εκκλησιαστικαί επαρχίαι της Θράκης, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, 1953
Βιλλαρδουίνος Γοδεφρίδος: Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, Χατζηνικολή, 1985
Βογιατζής Γ.: Η πρώϊμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη, Ηρόδοτος, 1998
Βουραζέλη-Μαρινάκου Ελ. : Αι εν τη Θράκη συντεχνίαι τών Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1950
Γαβριήλ Αθηνά: "Γανόχωρα Προποντίδος. Η Χώρα 1600-1922", Εταιρεία Θρακικών Μελετών, Δημ. Αρ.50, 1956
Γεδεών Ι. Μανουήλ: "Γανοχώρων εκκλησιαστικαί παροικίαι", Εκκλησιαστική Αλήθεια 36, Κωνσταντινούπολη, 1912
Γεδεών Ι. Μανουήλ: "Μνημεία λατρείας χριστιανικής εν Γανοχώροις", Εκκλησιαστική Αλήθεια 36, Κωνσταντινούπολη, 1912
Γεδεών Ι. Μανουήλ: Μνήμη Γανοχώρων, Πατριαρχικόν Τυπογραφείον, 1913
Γεδεών Ι. Μανουήλ: "Πέντε συγγενείς εκ Λέρου Αρχιερείς της Ηράκλειας", Θρακικά 5, 1934
Γεραγάς Κ.: Αναμνήσεις εκ Θράκης, 1920-1922, Εστία, 1926
Γερμίδης Άγγελος: "Τα Γανόχωρα Ανατολικής Θράκης" , Θρακικά 46, 1972
Γριτσόπουλος Τάσος: "Συμβολή εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Ραιδεστού", ΑΘΛΓΘ, 1953
Dumbarton Oaks Studies, Byzantine Monastic Foundation Documents, Volume 1, Attaleiates: Rule of Michael Attaleiates for his Almshouse in Rhaidestos and for the Monastery of Christ Panoiktirmon in Constantinople, Dumbarton Oaks Research Library and Collection, Washington. D.C., 2000
Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού: Επιχειρήσεις εις Θράκην, (1919-1923), 1969
Ζήσης Ευστρ: "Διάφορα Αυδημίου", Θρακικά 5-8, 1934-1937
"Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος εν Ραιδεστώ". Έκθεσις των πεπραγμένων από της συστάσεως αυτού μέχρι τέλος του Γ΄ έτους, Κωνσταντινούπολις 1884
Isaak Benjamin: The greek settlements in Thrace until the Macedonian conquest, I. J. Brill, London, 1988
Ιωάννου Γιώργος: "Η Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα", στο Η Σαρκοφάγος, Αθήνα, 1971
Johnes A. H. M.: Cities of the Eastern Roman Empire, Oxford University Press, 1937
Κατσαΐτης Μάρκος Αντώνιος: Ταξίδια του 1742. Βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, Προποντίδα, Κωνσταντινούπολη, Εκδόσεις Ενώσεως Σμυρναίων, 1972
Kelemen Mikes: Letters from Turkey, Kegan Paul, London, 2000
Κζούνη Σμαρώ: Η μητρόπολη του Γάνου και Χώρας της Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη, 1998
Κιζλάρης Θανάσης: "Από τα χωριά Σιμιτλί και Σχολάριο", Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης 4, 1985-1986
Κοτζαγεώργη Ξ.-Δ. Παναγιωτακόπουλου: Νεότερη και σύγχρονη ιστορία της Θράκης-Βιβλιογραφικός οδηγός, ΙΜΧΑ, 1993
Κουρίλας Ευλόγιος: Αγιασμάτιον Θράκης και Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι, 1958
Κουρίλας Ευλόγιος : "Βιογραφικός κατάλογος μητροπολιτών Ηρακλείας", Θρακικά 38, 1958
Κουρίλας Ευλόγιος : Heraclia Sacra, Αθήναι, 1957
Külzer Andreas - Koder Johannes : Tabula Imperii Byzantini, Band 12 , Ostthrakien (Europe), OAW, Wien, 2008.
Λουκοπούλου Λουϊζα: "Contribution à l' historie de la Thrace Propontique durant la periode archaique", Μελετήματα 9, Κέντρον ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 1989.
Μαμώνη Κυριακή: "Ανέκδοτη ιστορική περιγραφή Ραιδεστού", Περί Θράκης, τόμος 1, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη, 2001
Μαμώνη Κυριακή : "Από την ιστορίαν και δράσιν των συλλόγων Ραιδεστού Θράκης", Μνημοσύνη 2, 1968-1969
Μαμώνη Κυριακή : "Η εκπαιδευτική και φιλανθρωπική αδελφότης Κωνσταντινουπόλεως και τα σχολεία της Θράκης", στο Η ιστορική και αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για την Θράκη, ΙΜΧΑ, 1988
Μαμώνη Κυριακή : Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας (1861-1922), ΙΜΧΑ, 1995
Μανουήλ-Κορφιάτη Θεοδοσία: Η Ραιδεστός, Θεσσαλονίκη, 1985
Μανουηλίδης Φ.: "Πόλις και Νομός Ραιδεστού", Θρακικά 24, 1955
Μαραβελάκης Α.-Βακαλόπουλος Α.: Αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1955
Μαυρίδης Α.Δ. - Τσιγάρας Χ.Γ. , Γενισέα, Νέα πόλη του Νέστου-τόπος συνάντησης πολιτισμών, Δήμος Βιστωνίδος, Γενισέα 2010.
Μαυρίδης Α.Δ., Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό - Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2003.
Μαυρίδης Α.Δ., Από την Ιστορία της Θράκης 1875-1925, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη, 2006.
Μήλλας Ακύλας : Προποντίδα, μία θάλασσα της Ρωμιοσύνης, Λ. Μπαρζιώτη, 1992
Μπελιά Ελένη: Εκπαίδευση και αλυτρωτική πολιτική. Η περίπτωση της Θράκης 1856-1912, ΙΜΧΑ1995
Ντογραμμαντζής Ι. : "Το Σκουλάρι Γανοχώρων Θράκης", Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης 4, 1985-1986
Οικουμενικό Πατριαρχείο: Μαύρη βίβλος διωγμών και μαρτυρίων 1919, Αρσενίδης
Ortayli Jeber: "Rodosto (Extention en Marmara de la via Egnatia en XVIe siecle)", στο The via Egnatia under ottoman rule, Crete University Press, Rethymnon, 1996
Παπαζώης Δ. Τριαντ.: Τό αρχαίο Πάνιο (Πάνιδο) Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη, 1988
Παπακώστας Γιάννης: Διά τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι, 2010
Πολυχρονίδου-Λουκοπούλου Λουίζα: "Αρχαιότητα" και "Αρχαιολογία της Νοτιοανατολικής Θράκης", στο Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για την Θράκη, ΙΜΧΑ, 1988
Σακελλαριάδης Σπήλιος: Πόλεις και θέσμια Θράκης και Ιωνίας εν τη Αρχαιότητι, Αθήναι, 1929
Σαμοθράκης Αχ: Λεξικόν γεωγραφικόν και ιστορικόν της Θράκης. ΑΘΛΓΘ 28, 1963
Satkin Münir: Tekirdağ eski ahsap ev süslemeleri, Tekirdağ, 1999
Satkin Münir : Tekirdağ eski ahsap evleri, Tekirdağ, 1996
Schönert-Geiss Edith: Die Münzpragung von Bisante, Dikaia, Selymbria, Berlin, 1977
Σοϊλεντάκης Νικ.: Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού, Πιτσιλός, 1996
Σταματιάδης Επαμ.: Οι Καταλανοί εν τη Ανατολή, Αθήναι, 1869
Σταμούλη-Σαραντή Ελπινίκη: Ανατολική Θράκη, Η Σηλύβρια με τα γύρω της χωριά, Αθήναι, 1956-1958
Συλλογικό: Ραιδεστός-Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, 2016
Tekirdağ Valiğli: Tekirdağ, Tekirdağ, 1992
Τσελεμπή Ε.-Κοβέλ Τ.: Από Κωνσταντινουπόλεως εις Αδριανούπολη, Εκάτη, 1993
Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως: Θρακική προσωπογραφία, Ρήσος, 1991
Ψάλτης Στ.: Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνισμού, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1919








[1] I owe that piece of information to Nikos Pantazopoulos, of Rhaedestiniot extraction.
[2] The word is of Persian provenance (kull = the whole), and refers to a central concept in Turkish town planning. A külliye normally is a complex of buildings centered on a mosque and managed as a single institution, incorporating social, administrative and religious functions. A typical külliye would contain, among others, a market place, a mosque, a school (medrese), a poorhouse (imaret), a bath (hamam), a hospital, public fountains (sebils), an inn (han), a cemetery and administration buildings. Külliyes existed in the great Islamic cities of central Asia such as Samarcand and Esfahan, but also in cities on European ground partly re-built by Ottoman Turks such as Adrianople and Constantinople.