Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Το "καύχημα του γένους των Γραικών "



Στις εποχές κρίσης και δοκιμασίας, όπως είναι η σημερινή, οφείλουμε να αποτρέπουμε την κυριαρχία και τη διάδοση της απαισιοδοξίας και της ζοφερής αντίληψης για τα πράγματα και για το μέλλον μας ως λαού. Όσο και όπως μπορούμε, οφείλουμε να προστατεύσουμε τον λαό μας από την απογοήτευση και την παραίτηση. Σήμερα, ο τύπος και οι έμποροι της ειδησεογραφίας εξαπολύουν κάθε μέρα τρόμο, πανικό και δαίμονες. Δαίμονες, που μας θυμίζουν αυτούς που οι ασκητές ονομάζουν μυρμηγκολέοντες. Δαίμονες δηλαδή, που είναι αδύναμοι σαν μυρμήγκια μπροστά στο φρόνημα και την πίστη, αλλά ισχυροί σαν λεοντάρια όταν το φρόνημα και η πίστη απουσιάζουν. Θέλουν να μας πείσουν ότι δεν έχουμε κανένα μέλλον. Όλοι βάλθηκαν να βεβαιώνουν ότι είμαστε αποτυχημένος λαός, άξιοι για τα χειρότερα. Η απογοήτευση και η απελπισία γεννούν τέρατα. Διανοούμενοί μας επιχειρηματολογούν για το τέλος του Ελληνισμού (!). Η εθνική μας ταυτότητα, σφυρηλατημένη μέσα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες μας, τίθεται σε αμφισβήτηση. Η ιστορική μας συνέχεια βρίσκεται υπό συζήτηση. Η στυγνή, πρωτόγονη και τυραννική Οθωμανική Αυτοκρατορία παίρνει άφεση αμαρτιών. Ακόμη και η υποταγή και υπαγωγή μας στην εκκολαπτόμενη νεοοθωμανική τάξη εμφανίζονται ως μια κάποια λύση.
Ωστόσο, σήμερα ίσως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κάποιες ευκαιρίες και για δράσεις παρόμοιες με αυτές που, με τόση επιτυχία, έχουμε σε ιστορικούς καιρούς επιχειρήσει. Μέσα από τα χαλάσματα και τις καταρρεύσεις ανέρχεται και πάλι το Ελληνικόν, και αυτό δεν έχει γίνει μόνο μία φορά. Γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζουμε.
Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στη λίγο γνωστή εποχή μετά την τουρκική κατάκτηση και την προσπάθεια για ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Εμφανίζονται τότε στις ελληνικές κοινότητες συνθήκες που οδηγούν στην ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου, της μεταποίησης και της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Τον 18ο αιώνα μάλιστα οι ρωμαίικες κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέρχονται, ακμάζουν και δημιουργούν την πραγματικότητα που ονομάζουμε «καθ’ ημάς Ανατολή». Η παρασιτική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας κύρια μέριμνα ήταν η απομύζηση των υπηκόων της, αναγκάζεται να τους παραχωρήσει κάποιες ελευθερίες. Αναδύεται ένας κόσμος στον οποίο οι Ρωμηοί, παρά την πολιτική υποταγή τους, διαθέτουν πλέον οικονομική και κοινωνική δύναμη δυσανάλογη προς τους αριθμούς τους, ώστε να αναδεικνύονται πολιτιστικά και οικονομικά κυρίαρχοι. Πρόκειται για ένα επίτευγμα πολιτισμικής τάξης: οι Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής επιτυγχάνουν μορφές αστικού εκσυγχρονισμού χωρίς να χάσουν τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Αυτά, που συνεχίζουν να στηρίζονται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, τον κοινοτισμό, την παιδεία, τον ευεργετισμό, το εμπόριο και την οικονομία.
Η ένταξη των υποταγμένων Ελλήνων στον τότε αναδυόμενο κόσμο, η προσαρμογή τους στην αστικοποιούμενη Ευρώπη του Διαφωτισμού και η συνδιαλλαγή τους με ίσους όρους με τη Δύση αποτελούν ακριβώς αυτά που είναι τα αιτήματα του παρόντος. Πρόκειται για επιτεύγματα που σήμερα οφείλουμε να κατανοήσουμε. Τί είναι αυτό που επιτρέπει στους επαρχιώτες Έλληνες εμπόρους των ελληνικών παροικιών, αυτούς που γεννιούνται με προϋποθέσεις αρνητικές και που στερούνται γλωσσομάθειας και σύγχρονης με την εποχή τους μόρφωσης, να επιτύχουν, να πλουτίσουν ραγδαία και να διαπρέψουν μέσα στις προηγμένες κοινωνίες της εποχής τους; Πώς γίνεται οι πάμπλουτοι έμποροι και μαικήνες της ελληνικής διασποράς να κρατούν μέσα στις επιτυχίες άσβεστο το πάθος για την πατρίδα; Πώς είναι δυνατόν οι φτωχοί αδελφοί Ζωσιμάδες από τα Γιάννενα, χωρίς μόρφωση, γνωριμίες και παρελθόν, να εμφανίζονται παντοδύναμοι στη Μόσχα, απ’ όπου κατευθύνουν το γιγαντιαίο αναμορφωτικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό τους έργο, ώστε η αυτοκράτειρα των Ρώσων Μαρία να τους προσφωνήσει ως «καύχημα του γένους των Γραικών»; Τί οδηγεί τους Ζωσιμάδες και πώς κατορθώνουν να γίνουν, -οι ίδιοι έμποροι χωρίς μόρφωση-, εκδότες των Ελλήνων κλασσικών; Ποιές είναι οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο ταπεινός έμπορος από τη Βλάστη Κοζάνης Στέργιος Δούμπας κατορθώνει μέσα σε λίγα χρόνια, χωρίς μόρφωση, καταγωγή και πλούτο, να κυριαρχεί στην καλή κοινωνία της αυτοκρατορικής Βιέννης; Πώς υπερβαίνει τα κοινωνικά, εθιμικά και πολιτισμικά εμπόδια ο γιος του Νικόλαος Δούμπας, ώστε να φθάσει να είναι μαικήνας της μουσικής ζωής της Βιέννης, στενός φίλος του Ριχάρδου Βάγκνερ και φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα Φραγκίσκου-Ιωσήφ; Πώς γίνεται αυτός ο Νικόλαος Δούμπας, γιος ενός αυτοδημιούργητου ξένου εμπόρου να φθάσει να δωρίσει, στην πρωτεύουσα της μουσικής, τη Βιέννη, τη λαμπρή αίθουσα συναυλιών για την οποία η πόλη της Βιέννης είναι ακόμη σήμερα περήφανη;
Σίγουρα αυτά τα ασυνήθιστα και φαινομενικά ακατόρθωτα επιτεύγματα οφείλουμε να τα γνωρίζουμε και να τα εντάσσουμε στα σύγχρονα πλαίσια. Η προσπάθεια για εθνική δημιουργία βασίζεται σε ανάλογη προσπάθεια για εθνική αυτογνωσία.


Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Βλάσης Αγτζίδης, "Μικρά Ασία" - Ένας οδυνηρός μετασχηματισμός (1908-1923), Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015, σχήμα 14x21, σελ. 336


Η Τρίτη Γενεά προσφύγων από την μεγάλη αναδιάταξη της πρώτης εικοσαετίας του 20ού αιώνα βρίσκεται πλέον σε ηλικία κατά την οποία το ενδιαφέρον για τα τρομερά γεγονότα της εποχής εκείνης ζητά εξηγήσεις. Αυτό συμβαίνει παρά την προσπάθεια και τη διάθεση αποσιώπησης, η οποία απαιτούσε για διάφορους λόγους την απάλειψη  της μνήμης και την αποφυγή σχολιασμού της καταστροφής και της σχεδιασμένης εξαφάνισης της Ανατολικής χωρικής και πληθυσμιακής οντότητας του Ελληνισμού. Με λίγα λόγια, είμαστε ένα έθνος που αδιαφορεί για τη μνήμη της γενοκτονικής εξαφάνισης της Ανατολικής διάστασής του και όχι μόνο προσπαθεί να την ξεχάσει, αλλά αρνείται και να τη συζητήσει.    

Συνήθως, όσοι ψάχνουν για απάντηση στα ερωτήματά τους καταφεύγουν στις εκδόσεις αυτών, οι οποίοι έζησαν τα γεγονότα και φρόντισαν να παραδώσουν τις εμπειρίες τους σε έντυπη μορφή. Οι εκδόσεις οι σχετικές με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη Μικρασιατική Καταστροφή ανέρχονται σε χιλιάδες τίτλους, των οποίων όμως η ανεύρεση και ο εντοπισμός παρουσιάζουν μεγάλες δυσκολίες. Μέχρι τελείως πρόσφατα, τα χιλιάδες τυπωμένα βιβλία που είχαν τη φιλοδοξία να περιγράψουν τη βάρβαρη εκδίωξη και εξόντωση των Ελλήνων της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής περιορίζονταν σε περιγραφές μαχών και τόπων, που ενδιέφεραν κύκλους μόνο από τους επιζήσαντες. Από ό,τι θυμάμαι οι μόνες συνθετικές εργασίες που ήταν διαθέσιμες μέχρι σήμερα ήταν η γενική "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος", του Σπ. Β. Μαρκεζίνη και " Όραμα της Ιωνίας" (Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία 1919-1922), του Michael Llewellyn Smith.  

Το βιβλίο του κ.Αγτζίδη αποτελείται από μικρά κείμενα, τμήματα παρουσιάσεων θεμάτων του Μικρασιατικού Αγώνα, που δημοσιεύτηκαν τα τρία τελευταία χρόνια σε κυριακάτικες  εκδόσεις εφημερίδων. Αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού οι παρουσιάσεις αυτές είναι πολύ προσεγμένες και δεν έχουν τον χαρακτήρα του προσωρινού, όπως συνηθίζεται. Για τον προσεκτικό αναγνώστη η συνολική παρουσίαση των γραπτών του κ.Αγτζίδη αποτελεί μία ολοκληρωμένη πολιτική και ιδεολογική ιστορία της τραγικής εποχής του 1908-1923. Και όχι μόνο αυτό. Τα υποφώσκοντα ιδεολογικά θέματα αναδύονται και παρουσιάζονται αναλυτικά στον αναγνώστη, ώστε να μπορεί να εμβαθύνει στο ιδεολογικό οικοδόμημα που μας οδήγησε στην Καταστροφή.

Δεν θα συμφωνούσα με την έμφαση που δίνεται στα αναθεωρητικά σχέδια που εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται. Ίσως γιατί δεν καταλαβαίνω τη σημασία και τη σκοπιμότητα τέτοιων πολιτικών. Ο αναθεωρητισμός είναι εργαλείο κατά βάση αντιδημοκρατικό και χρησιμοποιείται ευρύτατα από ανορθόδοξα πολιτικά σχήματα. Η κατακραυγή για το αναθεωρητικό βιβλίο ιστορίας της Ε΄ Δημοτικού στερέωσε την εμπιστοσύνη μου στη δημοφιλία του ιστορικού ισχύοντος σχήματος: Αρχαιότητα - Βυζάντιο - Νέος Ελληνισμός. Σχήμα το οποίο αγωνίστηκε να επιβάλλει η ρομαντική ελληνική ιστοριογραφία τον 19ο αιώνα. Πιστεύω ότι οι αναθεωριστές δεν αξίζουν τη σημασία που τους έχει αποδοθεί. Καλό είναι να μην υπερτιμούμε τον κίνδυνο που οι ίδιοι εκπροσωπούν.

Ο κ.Αγτζίδης αποφεύγει την περιγραφή μαχών και την ανάπτυξη στρατιωτικής ιστορίας, ενώ δίνει, σωστά, έμφαση στη σημασία της ιστορικής εμπειρίας των προσφυγογενών Ελλήνων της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής. Αυτή αποτελεί το ανάχωμα απέναντι στη λήθη και την αναθεώρηση.
Δυστυχώς τα όνειρα και οι φαντασιώσεις για μια ελληνοτουρκική προσέγγιση βρίσκονται κοντά στη διάψευση. Η Τουρκία επιδιώκει τη δύναμη την κυριαρχία και προχωρά προς ένα περιφερειακό γιγαντισμό πετυχαίνοντας, για πρώτη φορά, να υπερβεί την Ελλάδα σε ρυθμούς ανάπτυξης και οικονομικούς δείκτες. Η κατάσταση αυτή μας οδηγεί κατ΄ ευθείαν  στη δορυφοροποίηση της Ελλάδας  ή και στον διαμελισμό της. Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον;

Το βιβλίο του κ.Αγτζίδη μας βοηθά να ξεκαθαρίσουμε τί συνέβη κατά τη μοιραία τετραετία του Μικρασιατικού Πολέμου, να θέσουμε τα γεγονότα σε ένα ιστορικό πλαίσιο και εν τέλει να προετοιμαστούμε για ένα δύσκολο μέλλον.   

Δημήτρης A. Μαυρίδης

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Βυζαντινά μνημεία στη Μικρά Ασία

Με αφορμή την επιδημία των μετατροπών σπουδαίων βυζαντινών θρησκευτικών μνημείων σε ισλαμικά τεμένη που παρατηρείται στην Τουρκία , καλό θα είναι να εξετάσουμε περιληπτικά τον πλούτο των βυζαντινών μνημείων που εξακολουθεί να διασώζεται  στη γειτονική μας χώρα. Εκτός από την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, όπου διασώζονται δεκάδες μνημεία, η Μικρά Ασία είναι γεμάτη από τα υπολείμματα και τα ίχνη του Βυζαντίου.
Η Μικρά Ασία αποτελούσε τη βάση και το υπόβαθρο της χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με την είσοδο των νομάδων Τούρκων στην Μικρά Ασία τον 11ο αι. άρχισε η αποδόμηση του χριστιανικού χαρακτήρα του χώρου και των πόλεων, ώστε σήμερα η χριστιανική παρουσία στον μικρασιατικό χώρο να έχει περιοριστεί στα ερείπια των χριστιανικών μνημείων. Στις ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις της Τουρκίας που γιγαντώνει η μετακίνηση ανατολικών πληθυσμών προς τις ακτές,  ό,τι απέμεινε από τα βυζαντινά μνημεία πνίγεται βαθμιαία στην οικοδομική πλημμυρίδα. Όμως παντού, στις  εκτεταμένες πεδιάδες και τις αχανείς ορεινές περιοχές συναντά κανείς τα υπολείμματα των εκκλησιών, των μονών, των ασκηταριών  και των κάστρων,  που ξεχασμένα μέσα στη γενική αδιαφορία, επιμένουν να στέκονται.
Κύριες περιοχές όπου διασώζονται βυζαντινά μνημεία στη Μικρά Ασία είναι οι απόμακρες και μυθικές χώρες του Πόντου και της Καππαδοκίας. Στον ευρύ χώρο του Πόντου διασώζονται εκατοντάδες μνημεία που τα  συναντά κανείς στις ορεινές περιοχές. Στην Τραπεζούντα σωζόταν πριν από ένα αιώνα πάνω από 80 βυζαντινές εκκλησίες, ενώ σήμερα αυτές μετρούνται  στα δάκτυλα του ενός χεριού. Ο μεγάλος αυτοκρατορικός ναός της Αγίας Σοφίας (13ος αι.), αναστηλωμένος από το πανεπιστήμιο της Γλασκόβης  το 1957, διατηρείται σε καλή κατάσταση, πλην πρόσφατα μετατράπηκε από μουσείο σε τέμενος και οι λαμπρές τοιχογραφίες του καλύφθηκαν. Μέσα στην Τραπεζούντα επιβιώνει ως τέμενος ο ναός  της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου, όπως και οι εκκλησίες του Αγίου Αντωνίου και της Αγίας Άννας. Στον ορεινό Πόντο σώζονται πολλές βυζαντινές εκκλησίες, μονές και κάστρα, χωρίς όμως κανείς να φροντίζει γι αυτά. Τα μεγάλα προσκυνήματα του Πόντου, η Μονή Σουμελά και η Μονή Περιστερεώτα σώζονται ερειπωμένα.
Στην εκτεταμένη και απομονωμένη Καππαδοκία σώζονται  κυριολεκτικά χιλιάδες εκκλησίες και ασκηταριά σκαμμένα στο μαλακό ηφαιστιογενές  πέτρωμα που καλύπτει ολόκληρη την Καππαδοκία. Στα Κόραμα της Καππαδοκίας έχουν συντηρηθεί πολλές εκκλησίες με εξαιρετικές τοιχογραφίες. Οι κοιλάδες  Ιλχάρα και Σονγκαλί  είναι βυθισμένες στο μαλακό έδαφος και στις κάθετες πλευρές τους σώζονται πάμπολλα ασκηταριά και εκκλησίες. Ένα από τα παράδοξα της Καππαδοκίας αποτελούν οι σκαπτές σε πολλά επίπεδα υπόγειες βυζαντινές πολιτείες. Τα βυζαντινά μνημεία της Καππαδοκίας χρονολογούνται στους πρώτους και στους μέσους χρόνους του Βυζαντίου και πολλά από αυτά είναι κατάγραφα με ανεικονικές διακοσμήσεις, αφού έχουν σκαφτεί και ιστορηθεί στα χρόνια της Εικονομαχίας. Η χριστιανική τέχνη της Καππαδοκίας είναι λαϊκότροπη σε αντίθεση με την αυτοκρατορική τέχνη της Κωνσταντινούπολης.
Στην πάλαι ποτέ χριστιανική χώρα της Βιθυνίας όπου και το μοναστικό κέντρο στο όρος Όλυμπος πάνω από την Προύσσα, διασώζονται σε κακή κατάσταση βυζαντινά μνημεία. Στο πάνω τμήμα του Σαγγάριου σώζεται σε καλή κατάσταση μέρος της γέφυρας που έκτισε ο Ιουστινιανός (6ος αι.)Στην μικρή πολιτεία της Τρίγλιας σώζεται η εκκλησία της  Παναγίας της Παντοβασίλισσας και το καθολικό της μονής του Χηνολάκκου. Κατά μήκος της ακτής της Προποντίδας σώζονται τα ερείπια μοναστηριών, όπως η μονή της Πελεκητής, ενώ στη Σιγή στέκεται ακόμη μεγάλη εκκλησία. Βορειότερα, στέκεται σε κακή κατάσταση η μεγάλη εκκλησία του Αγίου Αβερκίου. Στην αγιασμένη πολιτεία της Νίκαιας σώζεται η εκκλησία της Αγίας Σοφίας που έχει μετατραπεί και αυτή πρόσφατα σε τέμενος. Η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με εξαιρετική ψηφιδωτή διακόσμηση που σωζόταν σε πολύ καλή κατάσταση καταστράφηκε το 1922.  Τα τείχη της Νίκαιας σώζονται με τις πύλες τους.
Απέναντι από τη Σάμο και μετά την Μυκάλη εκτείνεται η λίμνη Ηράκλεια. Στις όχθες της υψώνεται το όρος Λάτμος, σημαντικό μοναστικό κέντρο, του οποίου διασώζονται εκκλησίες και καθολικά σε ερειπιώδη  κατάσταση.  Αλλά και σε νησίδες της λίμνης Ηράκλειας διασώζονται επιβλητικά ερείπια εκκλησιών και μονών.  Ανατολικότερα, μετά τη Φρυγία και σε ερημική περιοχή, που οι Τούρκοι ονομάζουν ¨Χίλιες και μία εκκλησίες¨  σώζονται σε καλή σχετικά κατάσταση αρκετές εκκλησίες των μέσων βυζαντινών χρόνων. Στην κωμόπολη Σύλλη της Λυκαονίας σώζεται ο Άγιος Μιχαήλ (4ος αι.)
Νοτιότερα, στη Λυκία στα βυζαντινά Μύρα σώζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου (6ος αι.), ενώ ερείπια ναών βρίσκονται στη Φιλαδέλφεια, στην Έφεσο και στην Αττάλεια.
Τα ερείπια των βυζαντινών ναών συναντώνται παντού σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία  και μαζί με τα ερείπια  χιλιάδων μεταβυζαντινών ναών, επιμένουν να υπενθυμίζουν το χριστιανικό υπόβαθρο αυτής της χώρας.



Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Ξύλινα σπίτια.











 Ξύλινα σπίτια βρίσκονται κυρίως στήν Κωνσταντινούπολη, ὁλόκληρο τόν Βόσπορο καί ὁλόκληρη τήν Προποντίδα. Ὑπάρχουν πολλά ἀπό αὐτά, πού λιγοστεύουν ὅμως μέ γοργό ρυθμό. Στά Πριγκη­πόν­νη­σα, σώζονται πολλά μεγαλοαστικά ξύλινα σπίτια μέ περίτεχνες σανι­δω­τές ξυλεπενδύσεις καί ξύλινα ψευδοκοσμήματα σάν κεντήματα (τά βυζαντινά "κοσμήδια"). Τά σπίτια τῶν Πριγκηποννή­σων ἔχουν χαρα­κτήρα ρομαντικό καί φραγκολεβαντίνικο. Ὑπάρχουν ξύλινα παρό­μοια σπίτια μέχρι τόν Πόντο, τήν Προῦσα καί τή Λέσβο στό Ἀνατολι­κό Αἰγαῖο. Σώζονται παντοῦ στή Θράκη, δηλαδή στήν Κωνσταντινου­πο­λί­τικη ἐνδοχώρα καί κυρίως στήν Ἀδριανούπολη, τήν ἐξαιρετική αὐτή βασιλική πόλη. στήν Ἀλεξανδρούπολη κατεδαφί­στηκε ἕνα καλό δεῖγμα, πρίν ἀπό χρόνια. μέχρι στήν Καβάλα, ὑπῆρχαν λίγα, σέ πιστή μίμηση τῆς Κωνσταντινουπολίτικης μορφῆς τους. Γιατί ἡ Κωνσταντι­νού­πολη ἦταν ἡ παλιά καί μόνιμη μητρόπολη τῶν ἀστῶν τῆς αὐτοκρα­τορίας καί ἐκεῖ βρισκόταν ἡ ἀρχή τῆς κάθε ἔμπνευσης καί τό πρότυπο κάθε μίμησης.
      Προφανῶς, ὑπῆρχαν τέτοια ξύλινα σπίτια σέ περιοχές κοντά στά δάση. Ἡ γεωγραφική τους κατανομή προσεγγίζει τό νότιο ὅριο τῶν πλα­τύφυλλων δασῶν καί τῆς ὀξυᾶς στά Βαλκάνια καί τή Μικρά Ἀσία. Ἡ κατασκευή τους γινόταν μέ ξύλινο σκελετό πού συμπληρωνόταν ἐνδιά­μεσα μέ  κονίαμα καί πλίνθους ἤ πέτρες. ἐπένδυση ἔξω ἦταν σανι­δω­τή ξύλινη, στό ἐσωτερικό σοβᾶς. Ὅλα ἔχουν τετράριχτη στέγη μέ βυζαντινά κεραμίδια. Οἱ ὁριζόντιες καί κατακόρυφες γραμμές χαρα­κτή­ριζαν τούς ὄγκους τους. Κατά τόν 18° αἰῶνα τά ξύλινα σπίτια ἀπο­κτοῦν περίτεχνες σιδεριές, πού προστατεύουν συνήθως τά παρά­θυρα τοῦ ἰσογείου καί τοῦ ὑπογείου. Οἱ σιδεριές, μέ τίς εὐθεῖες γραμ­μές καί τίς καμπύλες ἀπολήξεις καί διακοσμήσεις, συνδυάζονται θαυ­μάσια μέ τήν αἰσθητική καί τά γκρίζα χρώματα τῆς ξύλινης κατα­σκευῆς. Οἱ εἴσοδοι τῶν ξύλινων σπιτιῶν ἔχουν ἄμεση πρόσβαση στό δρόμο. Στούς χριστιανικούς μαχαλάδες, ἡ ἐσωστρέφεια τῶν σπιτιῶν μοιάζει νά ἀμφισβητεῖται ἀπό τήν ἐγγύτητα τῶν σαχνισιῶν στό δρόμο καί τήν ἀμεσότητα τῆς εἰσόδου. Ὑπάρχει τεράστια ποικιλία στίς μορφές τῶν εἰσόδων : τοξωτές, νεοκλασικές, λεβαντίνικες, μέ εἰσέ­χον προστῶο ἤ ἐξέχον πρόστυλο, μέ ἀμφίπλευρη ἤ μονόπλευρη, εὐθεία ἤ καμπύλη σκάλα σέ ἐσοχή ἤ μή καί πολλές ἄλλες.
      Τά γκρίζα ἕως πολύ σκούρα χρώματα τῶν γυμνῶν ξύλων αὐτῶν τῶν σπιτιῶν, δίνουν στούς μαχαλάδες μία ὁμοιόμορφη ἐντύπωση πα­λαι­ότητας καί ρομαντικῆς αἴσθησης. Ἡ παρουσία κήπων ἤ δέν­δρων συμπληρώνει τήν αἰσθητική ἐντύπωση. Τά ξύλινα σπίτια ἀθροί­ζονται σέ μία ἑνιαία ἀρχιτεκτονική μέ σαφῆ αἰσθητικό χαρακτήρα, παρ' ὅλη τήν ἐθνική, θρησκευτική καί κοινωνική ἑτερότητα τῶν μαχα­λάδων καί τῶν πληθυσμῶν.
      Πολλά ξύλινα σπίτια ἔχουν ἕνα ὄροφο, συνηθέστερα ὅμως δύο, δηλαδή ἰσόγειο καί ἀνώγειο στή μορφή τοῦ βυζαντινοῦ δίπατου. Ἄλλωστε, διάταγμα τοῦ 1559 περιόριζε τό ὕψος τῶν κτηρίων σέ δύο ὀρόφους (ἰσόγειο καί ὄροφο). Τόν 18° αἰῶνα, ἄρχισαν νά κτίζονται καί ξύλινα σπίτια μέ τρίτο ἐπίπεδο (τρίπατο), ἄν καί γιά μεγάλο διά­στη­μα, ἀπαγορεύονταν στούς χριστιανούς ἡ οἰκοδόμηση σπιτιῶν μέ δεύτερο ὄροφο. Πολύ συνηθισμένα εἶναι τά σπίτια μέ πέτρινη ὑποδο­μή στό κα­τώι καί δύο ξύλινους ὀρόφους (ἰσόγειο καί ἀνώγειο). Ἀπα­ραί­τητα στοιχεῖα τῶν ξύλινων σπιτιῶν εἶναι τά σαχνισιά (προεξοχή στόν ὄρο­φο, κλειστός ἐξώστης), κατά προτίμηση σέ ἀνατολική θέση καί στό δρόμο, καί λιγότερο τό ἰσόγειο χαγιάτι ὡς ἐξώστης, πρόδρομος τῆς κα­τοικίας. Ὑπάρχουν ξύλινα σπίτια γιά κάθε κοινωνική τάξη, ἀπό τά ἐκ­λεπτυ­σμένα καί ἀριστοκρατικά "γιαλί" τοῦ Βοσπόρου μέχρι τά λαϊκά ἡμιαστικά σπίτια τῶν χωριῶν καί τῶν κωμοπόλεων τῆς Θράκης.
      Τά ξύλινα σπίτια δύσκολα δίνουν τήν αἴσθηση τῆς ἐσωστρέφειας τῆς μουσουλμανικῆς κατοικίας, ἀλλά δίνουν, κυρίως, τήν ἐντύπωση ἑνός φραγκολεβαντίνικου ἐκλεκτικισμοῦ, ἤ, στή λαϊκή τους ἐκδοχή, μιᾶς ἀστικῆς ἐπίφασης. Τά ξύλινα κτήρια εἶναι συνήθως κατοικίες˙ τά δημόσια κτήρια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας γίνονταν πέτρινα γιά λόγους ἀντοχῆς καί ἐπιβολῆς. Ὑπάρχουν καί λίγα ξύλινα κτήρια πού δέν εἶναι κατοικίες, ὅπως τό τεραστίων διαστάσεων "λληνικό Ὀρφα­νοτροφεῖο" στήν Πρίγκηπο τῆς Προποντίδας, τό ὁποῖο πρέπει νά εἶναι ἡ μεγαλύτερη τέτοια κατασκευή. δέν σώζονται, ὅμως, ξύλινα σπίτια παλαι­ό­τερα ἀπό τόν 18° αἰῶνα. Τά παλιά σπίτια στό Φανάρι τῆς Κωνσταντινούπολης (ἴσως τοῦ 17ου αἰῶνα) διασώθη­καν γιατί εἶναι λιθόκτιστα.
      ἀρχιτεκτονική ἀλλά κυρίως ἡ τεχνική τοῦ ξύλινου σπιτιοῦ εἶναι βυζαντινές καί πολύ παλιότερες ἀπό τήν τουρκική κατάκτηση, ἄν καί τά ὀθωμανικά στοιχεῖα εἶναι φανερά στήν αἰσθητική τους, ἐνῶ φαίνε­ται νά ἔχουν ἕνα νεωτερικό χαρακτήρα, μαζί μέ μία ἔντονη ἐκζή­τηση. Ὑπάρχουν ἀναφορές τῶν βυζαντινῶν συγγραφέων στά ξύλινα σπίτια τῆς Κωνσταντινούπολης, κυρίως μέ εὐκαιρία τίς κατά καιρούς μεγάλες πυρκαγιές πού κατέκαιαν τήν Πόλη. Οἱ πυρκα­γιές ἀφάνιζαν τά ξύλινα σπίτια. Στήν Κωνσταντι­νούπολη, μέ τίς συνε­χεῖς πυρκαγιές, ἀνανε­ω­νόταν ὁ πληθυσμός τῶν σπιτιῶν κάθε δυό-­τρεῖς γενιές. Θρυλι­κοί ἦταν στήν παλιά Κωνσταντι­νούπολη, οἱ ἀναρχικοί "τουλου­μπατζῆδες", τά ἄτακτα σώματα τῶν πυροσβεστῶν.
      Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἔρευνα ὅτι ὁ τύπος κατοικίας μέ χαγιάτι (ἡμιυπαίθριος χῶρος, λιακωτό) στό ἰσόγειο καί στόν ὄροφο ὑπῆρχε στό Βυζάντιο, γνωστό τότε ὡς σωλάριο, δοξᾶτο ἤ ἡλιακό. Ἀκόμη, τό σαχνισί, ἡ ἀρχιτεκτονική προεξοχή στόν ὄροφο, τό ὁποῖο γιά κοινω­νι­κούς λόγους χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στήν ὀθωμανική ἀρχιτε­κτονική, εἶναι στοιχεῖο συνηθισμένο καί στή βυζαντινή ἀρχιτε­κτονική.      Εἶναι προφανές ὅτι οἱ νομάδες κατακτητές Ὀθωμανοί Τοῦρκοι δέν γνώριζαν πῶς νά κτίζουν σπίτια. Ἦταν σκηνῖτες. Κατοικία τους ἦταν τό "γιούρτ", ἡ πανάρχαια σκηνή τῶν τουρκικῶν φυλῶν, πού χρη­σιμοποιεῖται ἀκόμη σήμερα στά ὑψίπεδα τῆς κεντρικῆς Ἀσίας καί ἐκτί­θεται σέ λαογραφικά μουσεῖα τῆς Τουρκίας.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Θανάση Μουσόπουλου, Βυζαντινή Οικουμένη, θέματα ιστορίας και πολιτισμού. Ιδιωτική έκδοση, Ξάνθη 2012, σσ.212.



Αινιγματική και προβληματική είναι η θέση που κατέχει σήμερα το Βυζάντιο στο συλλογικό ελληνικό υποσυνείδητο, αλλά και στην επιστημονική προσέγγιση της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Αληθινά, δεν γνωρίζουμε πια σήμερα που να τοποθετήσουμε την μακρόχρονη αυτή ιστορική πορεία, πώς να την αξιολογήσουμε και κυρίως ποιά θέση να της δώσουμε στη συγκρότηση της ταυτότητάς μας.
Πρόκειται βέβαια για συμπτώματα και αποτελέσματα της μακρόχρονης κρίσης ταυτότητας που μας ταλανίζει από την εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας τον 13ο αι, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατακτάται και διαμελίζεται από τους Δυτικούς. Έκτοτε, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, διχασμοί και ατέρμονες συζητήσεις επικεντρώνονται στο ερώτημα αν ανήκουμε στην Ανατολή ή στη Δύση, ερώτημα που πάντα ξεκινά ή καταλήγει στην απορία για το Βυζάντιο.
Σήμερα, η αντίληψη που έχουμε για τη σχέση μας με το Βυζάντιο περιστρέφεται γύρω από την πρόσληψη ενός ανατολικού θρησκόληπτου περιβάλλοντος με θηριώδεις εκδηλώσεις και οπισθοδρομική παρουσία, όπως ακριβώς αντελήφθη τη βυζαντινή ιστορία ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και όπως περιγράφτηκε στην γεμάτη παρανοήσεις και διαστρεβλώσεις ιστορία του Γίββωνα. Αντίστοιχα, στην αρνητική αυτή εικόνα για το Βυζάντιο αντιτίθεται αυτό που επιβιώνει με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη νοσταλγία συντηρητικών στρωμάτων, που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο αντιπροσωπεύει ένα κορυφαίο πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο πρέπει να μας κάνει περήφανους. Σήμερα κυριολεκτικά ισχύει η παρατήρηση του Φώτη Κόντογλου μισό αιώνα πριν ότι το Βυζάντιο είναι «σημείο αντιλεγόμενο». Σημαντικό είναι το γεγονός ότι μερίδα του ακαδημαϊκού κατεστημένου φαίνεται να εγκαταλείπει την αντίληψη της συνέχειας τους ελληνικής ιστορίας και της ιστορικότητας του ελληνικού έθνους. Η οργανική σύνθεση, που συνέδεε την κλασική αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τον Νέο Ελληνισμό, προϊόν της ρομαντικής ιστορικής σύλληψης του 19ου αι, δεν γίνεται αποδεκτή από πολλούς σήμερα. Υποστηρίζεται ότι το ελληνικό έθνος είναι σύνθεση που ακολουθεί τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, δηλαδή αποτέλεσμα διεργασιών κατά τον ελληνικό Διαφωτισμό τον 18ο αι. Η άποψη αυτή, που επιτυχώς χαρακτηρίσθηκε ως εθνομηδενισμός, συνδυάζεται με μια εξιδανίκευση της Τουρκοκρατίας, σύμφωνα με την οποία η καταπιεστική και οπισθοδρομική Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας κύρια σκοπιμότητα ήταν η απομύζηση των υπηκόων της, παίρνει άφεση αμαρτιών και εξωραΐζεται.  Οι αντιλήψεις αυτές δεν μπορούν να προσφέρουν ένα πλαίσιο και μια πειστική αφήγηση για τους μακρούς αιώνες, τους γεμάτους ελληνική παρουσία και τεράστια παραγωγή τέχνης και λογοτεχνίας, που κανείς δεν αμφισβητεί τον ελληνικό τους χαρακτήρα. Ούτε έχουν υποστηριχθεί και δεν βασίζονται σε επιστημονικές εκδόσεις ή σε συνθετικές εργασίες.
Όπως και να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις αυτές το συμπέρασμα παραμένει και συνοψίζεται στο ότι είναι απολύτως και κατεπειγόντως αναγκαίος ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης μας με την αρχαιότητα και με τους δέκα αιώνες του Βυζαντίου. Είναι αναγκαία και πάλι η δημιουργική εκείνη μελέτη και ενασχόληση που οδήγησε στην έκδοση έργων, όπως η ιστορία του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, η συλλογική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών ή η ιστορία του Νέου Ελληνισμού του Απόστολου Βακαλόπουλου.
Το μικρό βιβλίο του Θανάση Μουσόπουλου δεν ασχολείται βέβαια με τα μεγάλα αυτά θέματα, ωστόσο αυτά βρίσκονται στη βάση της προσπάθειας του συγγραφέα να δώσει μία κατανοητή τεκμηριωμένη, αλλά και εκλαϊκευμένη εικόνα της βυζαντινής ιστορικής και πολιτισμικής παρουσίας. Και αυτό μας φαίνεται απολύτως αναγκαίο, όσο αναγκαία είναι και η συγγραφή επιστημονικών μελετών. Γιατί δεν πρόκειται για επιστημονική μελέτη, αλλά για μία προσπάθεια κατανόησης του βυζαντινού φαινομένου, αξιολόγησης και εκλαϊκευμένης παρουσίασης στο ευρύτερο κοινό. Ο συγγραφέας βασίζεται στην αντίληψη της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικότητας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς να αποσιωπά τις ρωμαϊκές καταβολές της και τις ανατολικές επιδράσεις στην εξέλιξή της. Δίδονται εδώ όλες οι πληροφορίες οι σχετικές με τους θεσμούς και την πνευματική παρουσία του βυζαντινού φαινομένου. Ο συγγραφέας δεν είναι ειδικός επιστήμων, πλην η διδακτική του πείρα του επιτρέπει να κινείται άνετα στα πεδία της βυζαντινής δημιουργίας και ειδικά στην βυζαντινή λογοτεχνία.
Αναφέρουμε ενδεικτικά τα θέματα που αναπτύσσονται συνοπτικά στο βιβλίο: δίκαιο, οικονομία, θετικές επιστήμες, ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία, βυζαντινή ποίηση, ιστοριογραφία και χρονογραφία, καθημερινός βίος, καλές τέχνες, σχέση με την αρχαιότητα, βυζαντινή αναγέννηση, λόγιοι στη Δύση. Δίνεται συνοπτική βιβλιογραφία.
Το μικρό αυτό βιβλίο εκδόθηκε στην Ξάνθη, μια επαρχιακή πόλη με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα. Ο συγγραφέας του ζει και εργάζεται στην Ξάνθη, μια πόλη όπου εκδίδεται σημαντικός αριθμός βιβλίων. Αρκεί να αναφέρουμε ότι τα βιβλία τοπικής ιστορίας που έχουν εκδοθεί στην Ξάνθη τα τελευταία χρόνια υπερβαίνουν σήμερα τα εκατό. Σχεδόν όλα τα βιβλία που εκδίδονται στην Ξάνθη τυπώνονται εκεί. Υπάρχουν αρκετά τυπογραφεία των οποίων οι εκτυπώσεις δεν έχουν να ζηλέψουν πολλά από τις εκτυπώσεις των τυπογραφείων του Κέντρου. Στο συγκεκριμένο μικρό βιβλίο έχουμε μόνο να παρατηρήσουμε ότι η ευκολία στην βιβλιοδεσία με την προτίμηση σε κολλητές σελίδες μειώνει τη διάρκεια ζωής του βιβλίου σε λίγα χρόνια. Για βιβλία με μακροζωία και φιλοδοξίες συνεχούς χρήσης το ραφτό σύστημα βιβλιοδέτησης είναι το ενδεδειγμένο. 


Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

" Κατάκτηση 1453 "


Αυτός είναι ο τίτλος κινηματογραφικής υπερπαραγωγής που προβάλλεται στους κινηματογράφους της Τουρκίας με τεράστια επιτυχία. Όλοι οι συντελεστές της υπερπαραγωγής είναι τουρκικοί, όπως και η χρηματοδότηση.

Φαίνεται ότι τίποτε δεν είναι τόσο δημοφιλές στην Τουρκία όσο είναι ο εθνικισμός, παρατηρεί η Guardian Weekly. Πράγματι, το φιλμ συγκεντρώνει τεράστιες ουρές επίδοξων θεατών και έχει ήδη μετά από λίγους μήνες προβολής πραγματοποιήσει κέρδη που ανέρχονται στο τριπλάσιο της δαπάνης που καταβλήθηκε.  Η γοητεία που ασκεί το θέμα γεμίζει πατριωτική υπερηφάνεια, όχι μόνο τους ίδιους τους Τούρκους, αλλά και άλλους, όπως αυτοί που γεμίζουν τα πούλμαν που από την Ελληνική Θράκη ξεκινούν για την Αδριανούπολη, όπου θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν την προβολή της «Κατάκτησης 1453».

Το ίδιο το φιλμ αφορά βέβαια την εξιστόρηση της πολιορκίας και της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο και το Μάιο του αποκαλυπτικού έτους 1453. Η παρουσίαση και η εξιστόρηση γίνονται με τη γνωστή από δεκαετίες χολλυγουντιανή συνταγή, όπως την ανέπτυξαν οι αμερικανοί σκηνοθέτες Griffith και DeMille: Μεγάλα ντεκόρ, πολυπληθείς σκηνές, έντονος συναισθηματισμός, ανάδειξη και στήριξη σε στερεότυπα. Στην περίπτωση της «Κατάκτησης 1453» έχουμε και άφθονη δράση με πολλή βία. Εκείνο όμως που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η ιδεολογική κατεύθυνση του φιλμ που θέλει να βεβαιώσει το  μεγαλείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και το ότι η αναδυόμενη και γιγαντούμενη Τουρκία έχει ακόμη φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας. Παράλληλα δίνεται μια μάλλον αυθαίρετη εικόνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εμφανίζεται ως ηδονιστής παρακμίας, ο Πάπας ως ένθερμος υποστηρικτής των Βυζαντινών, η ίδια η Κωνσταντινούπολη ως πλούσια και ευημερούσα, τα βυζαντινά στρατεύματα ως πολυπληθή και κατάφρακτα.

Σύμφωνα με την μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα Zaman, που εκφράζει τις απόψεις του θρησκευτικού ακτιβιστή Fatullah Gullen, «οι Τούρκοι αισθάνονται και πάλι την αυτοκρατορική πνοή». Πράγματι, μετά από μία δεκαετία ασυγκράτητης οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και επιτυχούς ισλαμικής διακυβέρνησης, οι Τούρκοι στρέφονται προς τους Οθωμανούς προγόνους τους και αναβιώνουν τις συνήθειες και την αισθητική τους. Στο φιλμ καταδεικνύεται σαφώς η οθωμανική αντίληψη για την «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης, που δεν συναντάται μόνο στην τουρκική και την παντουρκική εθνικιστική ιδεολογία, αλλά και αποτελεί παλαιά ισλαμική δοξασία. Ακόμη και σήμερα διαβάζουμε γνώμες όπως : «Η Κωνσταντινούπολη που βρίσκεται αλαζονικά στο δρόμο των Μουσουλμάνων για πολλούς αιώνες, απελευθερώθηκε και οι πύλες της Ευρώπης άνοιξαν στο κάλεσμα του Ισλάμ. Την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης θα ακολουθήσει η απελευθέρωση της Ρώμης...».

Εμείς πιστεύουμε ότι η κατακτητική ορμή συνιστά θεμελιώδες πολιτισμικό χαρακτηριστικό στοιχείο των Τούρκων, αλλά και στοιχείο συμφυές με την ισλαμική θρησκεία. Αλλά και το Ισλάμ αντιλαμβάνεται την οικουμένη να διαιρείται σε δύο τμήματα, το νταρ αλ-Ισλάμ που ορίζεται από την ισλαμική σαρία και το νταρ αλ-χάρμπ, που βρίσκεται έξω από το νταρ αλ-Ισλάμ και είναι ο κόσμος των απίστων. Το νταρ αλ-Ισλάμ θα επεκταθεί για να συμπεριλάβει το νταρ αλ-χάρμπ. Η αντίληψη για την «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης είναι τυπική αυτών των ψυχισμών. Οι θεολόγοι του Ισλάμ μάλιστα, φρόντισαν να προσθέσουν μία χαντίθ (γραπτή παράδοση) στο Κοράνι στην οποία ο Προφήτης Μωάμεθ δηλώνει : «η Κωνσταντινούπολη θα κατακτηθεί. Θαυμαστός θα είναι ο ηγέτης που θα την κατακτήσει και ευλογημένοι θα είναι οι πολεμιστές του", (Ibn Hanbal, Musnad, 4, 435). Η τουρκική κατακτητική ορμή συμπληρώνει τις αντιλήψεις αυτές. Οι Τούρκοι είναι υπερήφανοι για την κατάκτηση - «απελευθέρωση» της Κωνσταντινούπολης. Τα μεγάλα μνημεία της βυζαντινής οικουμενικής πρωτεύουσας θεωρούνται πλέον ως μνημεία της δόξας του Ισλάμ και της τουρκικής ανδρείας. Η Αγία Σοφία θεωρείται ως ιερό μουσουλμανικό τέμενος, ως να μην εκφράζει μία άλλη πολιτισμική και θρησκευτική αντίληψη. Στο σωζόμενο καθολικό της Μονής του Παντοκράτορα υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με την πιο πάνω αναφερόμενη προφητεία του Προφήτη Μωάμεθ. Η ιστορία της μεγάλης Μονής του Παντοκράτορα και η σημασία της για την αντίληψη και την ίδρυση των νοσοκομείων δεν αναφέρονται και είναι άγνωστες.

Βέβαια η ιδεολογία του φιλμ εκφράζει πιστά την ιδεολογία του κυβερνώντος κόμματος. Ο Πρωθυπουργός Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε, προφανώς ικανοποιημένος ,ότι το φιλμ αυτό «διαπαιδαγωγεί μια αφοσιωμένη γενιά που θα αγκαλιάσει τις ιστορικές μας αξίες». Πολλοί μάλιστα από το κόμμα του συνιστούν την προβολή του φιλμ στα σχολεία σαν αντίδοτο στην επιρροή του Χόλλυγουντ, που κατ΄ αυτούς διαδίδει την «αντίληψη των Σταυροφόρων».

Και ενώ τα πλήθη πολιορκούν τα ταμεία των κινηματογράφων, οι δημοσιογράφοι της κεμαλικής ορθοδοξίας έσπευσαν να αντιδράσουν. Ακούστηκαν απόψεις όπως ότι «το φιλμ καλλιεργεί έναν ακραίο εθνικισμό που βασίζεται στα τουρκικά στερεότυπα για τους γειτονικούς χριστιανικούς λαούς» ή ότι «ως Τούρκοι υπενθυμίζουμε στον κόσμο ότι η μεγαλύτερη πόλη μας κάποτε ανήκε σε άλλο έθνος και κατελήφθη από μας με το ξίφος. Θα μπορούσαν να γιορτάζουν οι Εγγλέζοι την κατάκτηση του Λονδίνου και να πανηγυρίζουν οι Γερμανοί την κατάκτηση του Βερολίνου;».   Άλλος κριτικός δεν δίστασε να γράψει ότι το φιλμ «είναι μια δεξαμενή υποκρισίας που αναπληρώνεται με τη  γενική παράνοια του να βλέπουμε τον κόσμο ως αναξιόπιστο και αφιλόξενο... για να ενισχύσουμε τις αυταπάτες μας για ανωτερότητα». Ένας κριτικός που δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του έγραψε:  «έτσι που πάμε θα συνεχίσουμε με φιλμ για την εισβολή στην  Κύπρο και τη γενοκτονία των Αρμενίων;». Αλλά υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς:  «είναι φυσικό να προσβλέπουμε και πάλι προς την οθωμανική κληρονομιά μας, αφού αυτή παραμελήθηκε από τον Ατατούρκ και τους υποστηρικτές του», έγραψε γνωστός κριτικός, για να συμπληρώσει ο ίδιος «είναι καιρός να κοιτάξουμε την Αυτοκρατορία με ένα πιο αντικειμενικό τρόπο. Ήταν ένας μεγάλος πολιτισμός. Γιατί να την κατηγορούμε; Είχε τα καλά της και τα κακά της», «η ιστορία που διδάσκεται στα τουρκικά σχολεία είναι εθνικιστική. Στα σχολεία μας είπαν ότι οι Οθωμανοί κατάκτησαν τον μισό κόσμο, αλλά ξαφνικά χωρίς εξήγηση έγιναν κακοί. Μας είπαν ότι ο Σουλτάνος συνωμοτούσε με τους Άγγλους. Ευτυχώς ο Ατατούρκ μας έσωσε.»

Η τελική σκηνή του φιλμ παρουσιάζει με έντονο συναισθηματισμό την αντίφαση της βίας που κατακτά και καταστρέφει με την υποτιθέμενη καλοσύνη: Ο Μωάμεθ ο Β’  εισέρχεται στην Αγία Σοφία κρατώντας ένα παιδί στην αγκαλιά του και διακηρύσσει: «Μην ανησυχείς λαέ της Κωνσταντινούπολης, μπορείς να λατρεύεις το Θεό σου όπου κι αν βρίσκεσαι...»  

Απ΄ ό,τι φαίνεται η εμπορική επιτυχία του φιλμ θα μας πλουτίσει και με άλλα έπη. Ο παραγωγός του φιλμ σχεδιάζει ήδη ένα φιλμ για την Καλλίπολη, όπου ο Ατατούρκ, ιδρυτής της μοντέρνας Τουρκικής Δημοκρατίας, πολεμά και νικά τους Άγγλους. Υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο κοινό από Κεμαλιστές και έπεται συνέχεια.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Πάνου Τσολάκη. Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς. Έκδοση Προσφυγικού Συλλόγου Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 64, σχήμα 24x21




Από τα δύο εκατομμύρια των Ελλήνων της Ανατολής κατέφυγαν στην Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του 1920, περίπου 1,5 εκατομμύριο, ενώ παράλληλα 500.000 Μουσουλμάνοι και Σλάβοι αποχώρησαν από τα εδάφη του Ελληνικού Κράτους. Από το χάος του 1922 αναδύεται ένα εθνικά ομοιογενές κράτος, η οικονομία και η αγροτική παραγωγή απογειώνονται, ενώ η βιομηχανία και το εμπόριο πραγματοποιούν άλματα. Προϋποθέσεις υπήρξαν η προσφυγική εγκατάσταση στη Μακεδονία και στη Θράκη και η ενίσχυση των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά βέβαια και η επική προσπάθεια του ελληνικού κράτους, το οποίο μετά από μία τεράστια καταστροφή κατόρθωσε να περιθάλψει και να στεγάσει μεγάλο αριθμό προσφύγων. Απ’ αυτούς, το 53% αποτελείτο από αστικούς πληθυσμούς και το υπόλοιπο από αγρότες. Η αποκατάσταση των αγροτικών πληθυσμών έγινε από το Υπουργείο Γεωργίας, ενώ για τους αστικούς πληθυσμούς δημιουργήθηκαν ειδικοί φορείς. Οι εκτάσεις για την ανέγερση κατοικιών προήλθαν μετά από απαλλοτριώσεις. Η στέγαση και η εγκατάσταση των προσφύγων έγινε σε νέους αγροτικούς οικισμούς και σε νέες συνοικίες στις παρυφές των ελληνικών πόλεων. Οι κατοικίες που διανεμήθησαν στους πρόσφυγες πληρώθηκαν απ’ αυτούς, με είσπραξη στο άρτιο των ομολογιών του Ταμείου Ανταλλαξίμων. Η κατασκευή των κατοικιών έγινε με βάση τυποποιημένα σχέδια και μαζικά.
Ήδη από τον Οκτώβριο του 1922 είχε δημιουργηθεί το Ταμείο Αποκατάστασης των Προσφύγων, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1923 συστάθηκε από την Κοινωνία των Εθνών η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, η οποία εξασφάλισε στο κατεστραμμένο οικονομικά ελληνικό κράτος τις εγγυήσεις, με βάση τις οποίες συνάφθηκαν εξωτερικά και εσωτερικά δάνεια. Η δημοσιονομική εξυγίανση των ελληνικών οικονομικών ακολούθησε την αύξηση της αγροτικής και της βιομηχανικής παραγωγής και επέτρεψε την ανοικοδόμηση περιφερειακών συνοικιών στις ελληνικές πόλεις, καθώς και νέων οικισμών στην ελληνική ύπαιθρο και κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η αποκατάσταση άρχισε σχεδόν αμέσως μετά την καταστροφή και το 1924 άρχισαν να παραδίδονται κατοικίες. Το 1928 είχε ήδη παραδοθεί το μεγαλύτερο τμήμα χιλιάδων κατοικιών. Μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν ανεγερθεί για τους πρόσφυγες περισσότερες από 200.000 κατοικίες.
H ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών των Ελλήνων της Ανατολής στο ελλαδικό κράτος ολοκληρώνει και επισφραγίζει την απομάκρυνση τους από τους ιστορικούς χώρους της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής. Μεγάλο ποσοστό σημερινών Ελλήνων, που προέρχονται κατά ποικίλους τρόπους από τους ιστορικούς χώρους της Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Μαύρης Θάλασσας, αγνοεί τις ιστορικές πραγματικότητες μέσα από τις οποίες οι ίδιοι διαμορφώθηκαν και στερείται την αίσθηση του γεωγραφικού χώρου στον οποίο ζούσαν οι άμεσοι πρόγονοί του. Γι΄ αυτό, είναι πολλαπλώς χρήσιμες οι μελέτες που παρουσιάζουν και αποκαλύπτουν τους γεωγραφικούς χώρους της καταγωγής, αλλά και της τελικής εγκατάστασης των προσφύγων της τρομερής Μικρασιατικής Καταστροφής. Υπάρχει μια ιστορική πραγματικότητα που συνήθως την υποπτευόμαστε χωρίς να έχουμε άμεση και καθαρή συναίσθηση για το τι ακριβώς αυτή σημαίνει. Είναι κάτι που δεν συζητείται εύκολα και είναι αόριστο πλην διακριτό. Ανάλογη πραγματικότητα υπάρχει και στη γειτονική μας Τουρκία. Εκεί, μάλιστα, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η κατακυρίευση του ιστορικού χώρου από πληθυσμιακές ομάδες που δεν έχουν ιστορική σχέση με τον χώρο στον οποίο κατοικούν, δημιουργούν παράλληλες πραγματικότητες και συχνά δίνουν την αίσθηση του μη μόνιμου, του μη πραγματικού και αυτού που είναι ξένο. Η σημερινή Τουρκία είναι η χώρα όπου η πραγματικότητα επιβάλλεται, επικάθεται και επικαλύπτει ιστορικές πραγματικότητες που είναι εύκολα ανιχνεύσιμες και ορατές.
Όπως σε πολλές ελληνικές πόλεις, υπάρχει και στην Καστοριά ένας οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός που αποτελείται από 16 τετράγωνες μονοκατοικίες και 10 συμμετρικές διπλοκατοικίες και χρονολογείται από το 1932.
Η μελέτη του οικισμού αυτού έγινε από τον αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ κ.Πάνο Τσολάκη, του οποίου πρόσφατα κυκλοφόρησαν δύο σημαντικές μελέτες: «Τα οθωμανικά διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο 1850-1912» και «Η αρχιτεκτονική της Παλιάς Καστοριάς». Ο κ. Τσολάκης έχει στέρεη αντίληψη της τοπικότητας και συλλαμβάνει  εύστοχα την ιστορική διάσταση, η οποία αποτελεί το πλαίσιο των μελετών του.
Οι πρόσφυγες της Καστοριάς προέρχονται κυρίως από την Απολλωνιάδα της Βιθυνίας, οικισμό που βρίσκεται σε νησίδα πλησίον της ακτής της ομώνυμης λίμνης. Υπάρχουν ευθείες αναλογίες και ομοιότητες των οικισμών της Απολλωνιάδας και της Καστοριάς. Ο οικισμός της Απολλωνιάδας κατοικείτο πριν το 1922 κυρίως από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ως κύριο επάγγελμα τη σηροτροφία, αλλά και πολλούς απασχολούσε η αλιεία. Αυτός είναι και ο λόγος που τους έκανε να συγκεντρωθούν στην Καστοριά, όπου εξάσκησαν το επάγγελμα των ναυτικών προγόνων τους. Η Απολλωνιάδα, παρά το ότι βρίσκεται σε μεσόγεια περιοχή κοντά στη Προύσσα και στο όρος Όλυμπος, διέθετε 200 με 300 πλοιάρια και ήταν συνδεδεμένη με τη θάλασσα της Προποντίδας, αυτή τη «θάλασσα της Ρωμηοσύνης» μέσω του πλωτού ποταμού Ρυνδάκου. Συνιστούσαν έτσι με τα πλεούμενά τους τις αρτηρίες ενός κόσμου που έφτανε μέχρι τον Εύξεινο και το Αιγαίο και είχε σαν άξονα την Προποντίδα, τον Ελλήσποντο και τον Βόσπορο.
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων στα τέλη του 1924, έφθασαν στην Καστοριά 43 οικογένειες ψαράδων από την Απολλωνιάδα. Μαζί τους μετέφεραν πάνω σε κάρρο μια βάρκα τους, μια κουτούκα με ιστίο, όπως την περιέγραψε σε ξυλογραφία του ο Φώτης Κόντογλου. Με την εργατικότητα και την πείρα τους οι πρόσφυγες ψαράδες κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τον πλούτο της λίμνης της Καστοριάς και να ορθοποδήσουν οικονομικά. Μάλιστα, εκτός από την αλιεία, ήταν σε θέση σε λίγα χρόνια να ναυπηγήσουν τα παραδοσιακά σκάφη της λίμνης της Καστοριάς, (καράβια και μανόξυλα) σαν ανάμνηση των καϊκιών (ντουμπάζια) που οι ίδιοι και οι πρόγονοί τους ναυπηγούσαν για τη λίμνη Απολλωνιάδα.
Οι Απολλωνιαδίτες εγκαταστάθηκαν αρχικά σε ανταλλάξιμα μουσουλμανικά σπίτια της Καστοριάς, τα οποία με την ανταλλαγή των πληθυσμών που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 στη Λωζάνη εγκαταλείφθηκαν από τους αποχωρούντες μουσουλμάνους ιδιοκτήτες τους. Η πόλη της Καστοριάς είχε πριν το 1923 λιγότερους από 2.000 μουσουλμάνους κατοίκους.
Είναι εμφανές ότι η αποκατάσταση των προσφύγων στην Καστοριά δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αστική», όπως βέβαια συμβαίνει ανάλογα σε πολλές μικρές πόλεις. Πρόκειται για «αστική» αποκατάσταση που διατηρεί  τα στοιχεία μιας «αγροτικής» αποκατάστασης. 
Το βιβλίο είναι πλούσια εικονογραφημένο με φωτογραφίες και σχέδια εποχής, αλλά και με σύγχρονο φωτογραφικό και εικαστικό υλικό, ώστε οι περιγραφές να αναφέρονται ευθέως στο ιστορικό υπόβαθρο. Πολύ καλές είναι οι φωτογραφίες της Καστοριάς που χρονολογούνται από τον Μεσοπόλεμο. Καλή και κατατοπιστική είναι η βιβλιογραφία, όπως χρήσιμος για την τοπική ιστορία είναι ο κατάλογος των ανταλλαξίμων ακινήτων της Καστοριάς.