Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Η ανέγερση της Αγίας Σοφίας και η συνέχεια του Ελληνισμού.



Η Αγία Σοφία, η «μεγάλη εκκλησία» της Κωνσταντινούπολης στέκεται στην κορυφή του πρώτου λόφου της Πόλης και κοντά στο άκρο της ιστορικής χερσονήσου που περιβάλλεται από την Προποντίδα, τον Βόσπορο και τον Κεράτιο. Η Αγία Σοφία κτίσθηκε μεταξύ των ετών 532 και 537 και αποτελούσε οργανικό τμήμα του συγκροτήματος του παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Το κτίσμα που γνωρίζουμε σήμερα είναι το τρίτο κατά ιστορική σειρά και κτίσθηκε για να αναπληρώσει την κατεστραμμένη κατά τη Στάση του Νίκα προηγούμενη Αγία Σοφία. 

H ανέγερση της Αγίας Σοφίας έγινε μέσα σε πέντε χρόνια και δέκα μήνες, χρονικό διάστημα το οποίο φαίνεται απίστευτο δεδομένης της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του μνημείου[i]. Το ίδιο απίστευτο και μοναδικό είναι το γεγονός ότι ο Ανθέμιος παρουσίασε πρωτόλεια της κατασκευής (ινδάλματα, κάτι σαν τις σημερινές μακέτες), λίγες μόλις μέρες μετά την καταστολή της Στάσης του Νίκα και την καταστροφή της προηγούμενης εκκλησίας της Αγίας Σοφίας[ii]. Αλλά και απ΄ όλες τις απόψεις η Αγία Σοφία θεωρήθηκε, και είναι, κάτι «το μοναδικό στον κόσμο» (singulariter in mundo)[iii]

Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά, αλλά και τα πιο ιδιόρρυθμα κτήρια στην ιστορία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής και αποτελεί συνδυασμό της βασιλικής με τον περίκεντρο ναό με τρούλλο. Με τους μεγαλειώδεις χώρους και τον τρούλλο της Αγίας Σοφίας πραγματοποιείται η επιθυμία του βυζαντινού λαού για ένα ναό ικανό να «χωρέσει το Αχώρητον». Η Αγία Σοφία δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως «επίγειος ουρανός».
Η πραγματικότητα όμως και οι σημασίες που μεταφέρονται μέσω της Αγίας Σοφίας υπερβαίνουν τους ορισμούς. Η Αγία Σοφία πραγματοποιεί τη μετάβαση από τον αρχαίο στον βυζαντινό κόσμο ως ύψι στο δημιούργημα του ενιαίου Ελληνισμού μέσα στην συνέχεια και τη συνέπεια της ιστορίας του.
Η Αγία Σοφία μπορεί να γίνει αντιληπτή και ως καθρέπτης της ελληνικής ιστορίας. Αυτό συνδέεται με την συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει τη διϊστορική  εικόνα του μνημείου στη συλλογική μας συνείδηση. Γιατί εκείνο που βρίσκεται βαθιά μέσα στα πράγματα, αυτό συνεχίζει να αναδύεται, να επιμένει  και να παραμένει παρόν στην Αγία Σοφία. Υποστηρίζουμε ότι οι διαχρονικές αξίες και οι αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν το μνημείο αυτό μαρτυρούν τη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας. Κάτω από τις συγκυρίες και τις συμπεριφορές υπάρχουν αρχές και αρχέτυπα που επιμένουν, εμφανίζονται και συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις πραγματικότητες.
Κατ΄ αρχήν είναι παντού παρούσα στην Αγία Σοφία η θεμελιώδης γνωσιολογική αντίληψη των Ελλήνων για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της θέασης. Το πνεύμα χρειάζεται να δει για να κατανοήσει[iv]. Σ’ αυτό βοηθά το πολυσυζητημένο φως που χαρακτηρίζει το εσωτερικό του κτηρίου[v]. Αλλά και ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του όλου έργου, μας δίδει την αίσθηση της αντιδιαστολής προς την Ασία και τη Δυτική Ευρώπη. Όπως και η ποιότητα της επιστήμης που το δημιούργησε, μαζί με τη μορφή της αισθητικής που το σφραγίζει, μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται σε συμφωνία με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις. Θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέ σουμε την απόρριψη της χρησιμοθηρικής επιστήμης, που διακηρύττουν οι δύο ιδιο φυείς δημιουργοί του έργου, όπως και την αποφασιστική τους στάση απέναντι στην απαίτηση της λογικής να περιορίσει και να καθορίσει τον κόσμο[vi]

Την ανέγερση της Αγίας Σοφίας ανέθεσε ο Ιουστινιανός σε δύο ιδιοφυείς επιστήμονες, εκπρόσωπους των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι παρέμειναν σταθεροί υποστηρικτές των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων.
Οι προσωπικότητες των δύο δημιουργών της Αγίας Σοφίας γεννούν σήμερα ερωτήματα. Αμφότεροι, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, δεν ήταν γνωστοί ως δόκιμοι αρχιτέκτονες όταν ο Ιουστινιανός τους ανέθεσε την ανέγερση της Αγίας Σοφίας και ούτε είχαν πραγματοποιήσει άλλα οικοδομικά έργα[vii].
Επρόκειτο μάλλον για θεωρητικούς επιστήμονες, οι οποίοι έθεταν την επιστήμη τους σε εμπειρική απόδειξη και εφαρμογή και οι οποίοι ήταν γνωστοί ως «μηχανικοί» η ως «μηχανοποιοί»[viii]. Οι όροι αυτοί αφορούσαν τους λίγους επιστήμονες, τους οποίους απασχολούσε εκείνη την εποχή η θεωρία της Μηχανικής.

Ο Ανθέμιος, από τις Τράλλεις της Λυδίας, είχε την κύρια ευθύνη της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας, εκτός από την αρχιτεκτονική του μνημείου ήταν υπεύθυνος για την όλη οργάνωση των εργασιών και την οικονομική διαχείριση. Ο Ανθέμιος προήρχετο από προικισμένη οικογένεια διανοουμένων και ήταν γνωστός ως μαθηματικός και μελετητής της φυσικής επιστήμης. Εκείνο που τον απασχολούσε φαίνεται ότι ήταν η θεωρία και η κατασκευή μηχανών σε κάποια μορφή μιμητική των λειτουργιών του φυσικού κόσμου[ix].Ήταν θεωρητικός επιστήμονας και αρέσκονταν να κατασκευάζει πρωτότυπα  μηχανήματα χωρίς φανερή πρακτική αξία. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος της πραγματείας του: «Περί παραδόξων μηχανημάτων»[x], όπου μεταξύ άλλων συζητείται και η σχεδίαση της έλλειψης. Ασχολήθηκε με την παραγωγή ενός τεχνητού σεισμού, με τη χρήση της δύναμης του ατμού, όπως και με την κατασκευή ενός μεγάλου κατόπτρου[xi]. Αναφέρεται ακόμη ως ζωγράφος και γλύπτης. Συνέγραψε θεωρητικά κείμενα, μεταξύ των οποίων τη συνέχεια της πραγματείας του Αρχιμήδη για τα σφαιρικά κάτοπτρα μετά από ανάλυση της θεωρίας των κωνικών τομών[xii]. O Παύλος Σιλεντιάριος τον χαρακτήρισε ως «πολυμήχανο»[xiii].

Ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, ήταν αυθεντία στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος γεωμέτρης της ύστερης αρχαιότητας. Φαίνεται ότι ο Ισίδωρος είχε διδάξει στα Πανεπιστήμια της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης και ότι είχε σχέσεις με την Πλατωνική Ακαδημία, πριν το κλείσιμό της απ' τον Ιουστινιανό[xiv]. Ένα γνωστό σύγγραμμά του αφορούσε σχόλιο σε πραγματεία του Ιέρωνα της Αλεξάνδρειας. Είχε επίσης εκδόσει τα έργα του Αρχιμήδη.

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της Αγίας Σοφίας μας συνδέει λοιπόν, κατά κάποιους τρόπους, με τον αρχαίο κόσμο και τις κλασσικές αντιλήψεις. Αυτό είναι εμφανές στην αίσθηση του μέτρου που αποπνέει όλο το οικοδόμημα και στην ανθρωποκεντρική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον σχεδιασμό του.

Παρά το ότι αμφότεροι οι υπεύθυνοι για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας δεν είχαν κατασκευαστικές εμπειρίες, ωστόσο, στην πράξη υπερέβησαν και τις προσδοκίες, και τα καθιερωμένα: Έθεσαν μεγάλους και υψηλούς στόχους και επινόησαν εκπληκτικές κατασκευές. Αυτό που κατασκεύασαν εξάντλησε όλα τα περιθώρια και υπερέβη όλους τους συντελεστές ασφαλείας. Για πολλούς, είναι ανεξήγητο πώς το κτίσμα στάθηκε και πώς ακόμη στέκεται, μετά από τριάντα σεισμούς και δεκαπέντε αιώνες. Οι έμπειροι πρωτομάστορες και οι βοηθοί τους θα πρέπει να έμειναν κατάπληκτοι από τα τολμηρά πειράματα των δύο νεοφώτιστων αρχιτεκτόνων[xv]. Όλοι, όμως, συγκλονίστηκαν όταν η Αγία Σοφία παραδόθηκε στο κοινό. Ο συγκλονισμός αυτός συνεχίζει αδιάπτωτα να γεννιέται με την ίδια ένταση και στους σημερινούς επισκέπτες. Είχε δημιουργηθεί κάτι, που όχι μόνο δεν μπορούσε να εξηγηθεί τεχνικά, αλλά ήταν και αισθητικά απίστευτο: Από τον απέραντο εσωτερικό χώρο και την μυθική χρωματική εντύπωση μέχρι τον αιωρούμενο (μετεωριζόμενο κατά τον Προκόπιο[xvi]) τρούλλο[xvii]. Πρόκειται για μια νέα σύλληψη με κοσμοϊστορικές σημασίες, ανεξάρτητη από εξελικτικές διαδικασίες. Πρόκειται για κορυφαία δημιουργία που αναδύεται αιφνιδίως, χωρίς την προετοιμασία που συνήθως μετά από μακροχρόνιο διάστημα καταλήγει σε κορύφωση. Δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά μνημεία που θα αποτελούσαν προϋποθέσεις για την εξελικτική προετοιμασία και πορεία προς την Αγία Σοφία[xviii].

Τεράστια μέσα[xix] και πολύτιμα υλικά διέθεσε ο Ιουστινιανός για την ανέγερση της Μεγάλης Εκκλησίας[xx]. Ο πλούτος και οι κυματισμοί των υλικών δίδουν στο φως ένα απόκοσμο χαρακτήρα[xxi]. Ο ναός φωτίζεται από εκατό παράθυρα. Αλλά ας αφήσουμε τον Προκόπιο να περιγράψει την εντύπωση που προκάλεσε το φως της Αγίας Σοφίας: «Ο χώρος δεν φωταγωγείται από έξω από τον ήλιο, αλλά λάμπει και ακτινοβολεί με φως που η πηγή του βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού»[xxii]. Το φως αντανακλάται και ιριδίζει στις μαρμάρινες πολύτιμες επιφάνειες και μια φαντασιακή ομίχλη διαχέεται και εξαπλώνεται στο χώρο. Το φως καταλάμπει μέσα από τους ψηφιδωτούς σταυρούς στους χρυσούς ουρανούς και πάνω στα βαθιά χρώματα των ψηφιδωτών διακοσμήσεων και δημιουργεί την αίσθηση και τη βεβαιότητα της ουράνιας πραγματικότητας που θεία χάρη προσφέρει στους επισκέπτες.

Όπως και να περιγραφούν οι εντυπώσεις που δημιουργούνται, είναι βέβαιο ότι πρόκειται για χώρους σαφείς και ορισμένους, πλην υπερβατικούς. Χώρους, όπου συνυπάρχουν το μυστηριώδες με το καθορισμένο και το επέκεινα με το εδώ. Αλλά στην Αγία Σοφία δεν έχουμε τη συντριπτική κυριαρχία που θέλουν να υποβάλλουν τα ανατολικά ιερά, ούτε την επιτακτική απαίτηση της ανάτασης που επιβάλλουν οι γοτθικοί ναοί της Δύσης. Εδώ υπάρχει, πάντα και παντού, μια αίσθηση ενανθρώπισης, ισορροπίας και μέτρου, η οποία είναι η συνέχεια και η αποκορύφωση του κλασσικού ελληνικού ανθρωπισμού. Κατά τον Προκόπιο το κτήριο χαρακτηρίζεται «τη αρμονία του μέτρου»[xxiii].

Όπως και να ερμηνεύσουμε το έργο των δύο ιδιόρρυθμων και αυτοδίδακτων αρχιτεκτόνων, εκείνα που σήμερα φαίνονται σημαντικά, εκτός από την υψηλή αισθητική του έργου, είναι η ποιότητα και το ηθικό επίπεδο της επιστήμης τους, αλλά και ο χαρακτήρας της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε.

Είναι λοιπόν οι δημιουργοί του έργου θεωρητικοί επιστήμονες, οι οποίοι κατά την πάγια ελληνική αντίληψη δεν θέτουν την επιστήμη τους σε χρησιμοθηρικά πλαίσια. Πρόκειται για καθαρή επιστήμη η οποία βρίσκεται έξω από τις ανάγκες και η οποία δεν είναι δυνατόν να υπηρετήσει σκοπιμότητες. Αυτό εμείς σήμερα δύσκολα μπορούμε να το καταλάβουμε, αφού έχουμε την εμπειρία της χρησιμοθηρικής και εργαλειακής επιστήμης, η οποία μας απειλεί όλους, ανατρέποντας την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Αλλά και την πικρή εμπειρία μιας επιστήμης η οποία επινοεί τα μέσα της καθολικής καταστροφής. Μια τέτοια επιστήμη εξυπηρετεί σκοπιμότητες οι οποίες αποβλέπουν στην υποταγή της φύσης και στην εξυπηρέτηση βλάσφημων σκοπών, όπως είναι η παγκόσμια κυριαρχία. Για την Ορθοδοξία οι σκοπιμότητες αυτές δεν είναι παρά αποτελέσματα μιας πτώσης. Αυτό είναι επίσης αδιανόητο και για τις ελληνικές αντιλήψεις, πρόκειται για την ύβρη που υπερβαίνει κάθε μέτρο και αλαζονικά παραβιάζει την κοσμική και θεία τάξη. Άλλωστε, πάγια είναι η ελληνική αντίληψη που σαφώς διατυπώνει ο Πλάτων: «Πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται»[xxiv].

Όμως και η υψηλή τέχνη με την οποία πραγματοποιήθηκε το έργο της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας δεν είναι σήμερα κατανοητή ως αποτέλεσμα που προέρχεται από επιστήμονες με θεωρητική κατάρτιση. Μας είναι σήμερα αδιανόητη η απουσία των στεγανών που περιορίζουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες και επιβάλλουν ανθρώπινες συμπεριφορές περιορισμένες σε στενά πλαίσια, στεγνές από ουσιαστικές ποιότητες. Στεγανά τα οποία εμποδίζουν την τέχνη από το να είναι λαϊκή, αυθόρμητη και αυθεντική. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα η τέχνη αποτελεί δραστηριότητα που μάλλον εξυπηρετεί σκοπιμότητες, παρά αυτό που παλαιότερα είχε χαρακτηρισθεί ως «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό»[xxv].



[i]    Έπρεπε να καθαρισθεί ο χώρος, να απαλλοτριωθούν ιδιοκτησίες, να συλλεγούν τα σπάνια και πολύτιμα οικοδομικά υλικά απ’  όλη την Αυτοκρατορία, να ετοιμαστούν τα σχέδια και οι μελέτες , αλλά και μετά την έναρξη των εργασιών να επιλυθούν περίπλοκα προβλήματα, όπως  η προσαρμογή του τρούλλου στις μεγάλες αψίδες. Ενδεικτικό των δυσχερειών είναι οι αλλαγές και οι προσαρμογές που συνεχώς γινόταν πάνω στα αποφασισμένα σχέδια και στις υπό εκτέλεση κατασκευές. Όπως η εκκλησία ανυψωνόταν, οι αλλαγές και οι νέες μορφές των κατασκευών έδιναν νέα όψη σε ολόκληρο το έργο. Παρόμοια κατάσταση θα χαρακτηρίζει και τις ανεγέρσεις των γοτθικών εκκλησιών της Κεντρικής Ευρώπης μερικούς αιώνες μετά. Εκεί όμως θα χρειασθούν για τη συμπλήρωσή τους πολλές δεκαετίες. 
[ii]    Προκοπίου Καισαρέως : Περί κτισμάτων. Λόγος Α,20.
[iii]   The Chronicle of Marcellinus, trans and commentary by B. Croke, Sydney 1995, p.47
[iv]           Χαρακτηριστικός και διδακτικός είναι ο μύθος του σπηλαίου από την Πολιτεία  του Πλάτωνα.
[v]   Αν και σήμερα ο φωτισμός της Αγίας Σοφίας από τον έξω χώρο έχει μειωθεί, αφού έχουν καταργηθεί παράθυρα και οι στηρίξεις και τα αντερείσματα εμποδίζουν το φως προς τα παράθυρα.
[vi] Σύμφωνα με την πάγια αποφατική στάση των Ελλήνων.
[vii] Krautheimer R. : Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σ. 255.
[viii]         W. Eugene Kleinbauer : Saint Sophia at Constantinople, William L. Bauhan Publisher, Dublin, New Hampshire 1999, p.12
[ix]  Αγαθίας : Ιστορία v.6.3, Kleinbauer, p.13, G.L. Huxley: Anthemius of Tralles, A Study in Later Greek Geometry, Cambridge, Massachusetts, 1959.
[x]   Huxleyp.6.
[xi]  Το ενδιαφέρον του Ανθέμιου για τη θεωρία των κατόπτρων συνδέεται άμεσα με τον χειρισμό του φωτός στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και με τον περίφημο σχεδιασμό του αρχικού τρούλλου της ίδιας εκκλησίας. (Ιάκωβος Ποταμιάνος: Το φως στη βυζαντινή εκκλησίαUniversity Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 200-214). Δεν πρόκειται βέβαια για τη θεωρία των καυστικών κατόπτρων, αλλά για το πρόβλημα του σταθερού φωτισμού ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του χρόνου.
[xii] Γενικά η κοινωνία της Κωνσταντινούπολης θεωρούσε τον Ανθέμιο πρόσωπο ιδιόρρυθμο, Αγαθίας v.6.7-8.6. Υπάρχουν ανέκδοτα σχετικά με την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Ανθέμιου. Κατά τον Αγαθία ο Ανθέμιος βρισκόταν σε κακές σχέσεις με τον γείτονά του, φίλο του αυτοκράτορα, ρήτορα Ζήνωνα, ο οποίος για κάποιο λόγο μήνυσε τον Ανθέμιο, που φρόντισε να πάρει εκδίκηση με τη βοήθεια της μηχανικής επιστήμης που κατείχε. Σε δωμάτιο εφαπτόμενο της κατοικίας του Ζήνωνα, ο Ανθέμιος εγκατέστησε περίκλειστους λέβητες  γεμάτους νερό, το οποίο ζέστανε μέχρι ατμοποίησης. Ο ατμός διοχετεύτηκε μέσω δερμάτινων αγωγών στα θεμέλια της κατοικίας του Ζήνωνα. Η πίεση του ατμού προκάλεσε κλυδωνισμούς στο σπίτι του Ζήνωνα, ο οποίος το εγκατέλειψε έντρομος, πιστεύοντας ότι λάμβανε χώρα ισχυρός σεισμός. Επιπροσθέτως, ο Ανθέμιος επινόησε κάποιο μηχάνημα που δημιουργούσε ενοχλητικούς θορύβους ώστε να ενοχλεί τον Ζήνωνα, όπως και κάποιο κάτοπτρο με το οποίο αντανακλώντας τις ακτίνες του ηλίου  τύφλωνε τον Ζήνωνα όταν αυτός βρισκόταν στο σπίτι του. Ο Ζήνων σύντομα διαπίστωσε τα τεχνάσματα του Ανθέμιου και τον έσυρε μπροστά στον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος θυμόσοφα παρατήρησε με χαρακτηριστικό παγανιστικό συμβολισμό ότι του ήταν αδύνατο να περιορίσει ταυτόχρονα τη δύναμη του Δία να προξενεί βροντές και αυτή του Ποσειδώνα να γεννά σεισμούς.  Σε μια άλλη ιστορία ο Ανθέμιος βοηθά την απελπισμένη μητέρα νεαρού στηλίτη να τον κατεβάσει από την στήλη με τρόπο που να φαίνεται ως θεία επέμβαση και όχι ως υπαναχώρηση και παράβαση της απόφασής του να παραμείνει στη στήλη μόνιμα.
[xiii]         Paulos Silentiarius: Description S. Sophiae, ed. B.G. Niebuhr, Bonn 1837, σειρές 267-278.
[xiv]         Υπάρχουν μόνο αόριστες φιλολογικές πληροφορίες γι’  αυτό.
[xv]         Krautheimer, σ. 261.
[xvi]         Προκόπιος, Λόγος Α,51
[xvii]         Πρόκειται για τον τρούλλο που σχεδίασε και κατασκεύασε ο Ανθέμιος. Η καμπυλότητα του τρούλλου αυτού ήταν πολύ μικρή, πράγμα που ίσως ήταν και η αιτία της πτώσης του. Η καμπυλότητα του τρούλλου του Ανθέμιου ακολουθούσε την εξωτερική καμπυλότητα των σφαιρικών τυμπάνων, πράγμα που σήμερα δεν ισχύει, αφού ο τρούλλος που σήμερα υφίσταται έχει πολύ μεγάλη καμπυλότητα.  Το 558 μετά από σεισμούς ο τρούλλος του Ανθέμιου κατέρρευσε. Η επανακατασκευή του ανατέθηκε στον Ισίδωρο τον Νεότερο, ανιψιό του Ισιδώρου, ο οποίος, όπως και ο Ανθέμιος, είχε τότε πεθάνει. Σύμφωνα με τον Αγαθία, ο οποίος είχε εμπειρία και από τους δύο τρούλλους, ο αρχικός τρούλλος του Ανθέμιου συνιστούσε το κύριο και ουσιώδες στοιχείο του εσωτερικού και του εξωτερικού της Αγίας Σοφίας και γεννούσε απεριόριστο θαυμασμό, περισσότερο από αυτόν που γεννούσε ο τρούλλος που τον αντικατέστησε. Ο Αγαθίας σχολιάζει μάλιστα το ότι ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεότερου ήταν πιο καμπύλος και πιο στενός από τον αρχικό του Ανθέμιου, πράγμα που περιόριζε την ομορφιά του. (Ιστορία v.9.3.) Αλλά και ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεώτερου κατέπεσε το 989 και πάλι το 1346, ενώ αργότερα κατά τον 19ο αιώνα ενισχύθηκε κατά την ανακαίνιση που επιχείρησαν οι αδελφοί Fossati.
[xviii]        Δεν υπάρχει ιστορική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τη συνηθισμένη αναφορά ότι ο Ανθέμιος σχεδίασε την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, που είναι σχεδόν σύγχρονη με την Αγία Σοφία και συχνά θεωρείται ως πρωτόλειό της.
[xix]  Κατά τον Προκόπιο  «ο βασιλεύς αφροντιστήσας χρημάτων απάντων εις την οικοδομήν σπουδή ίετο, και τους τεχνίτας εκ πάσης γης ήγειρεν άπαντας».
[xx] Ιδίως η εσωτερική ορθομαρμάρωση, οι κολώνες και τα κιονόκρανα έχουν κατασκευαστεί από εξαιρετικής ποιότητας μάρμαρα και βρίσκονται σε περίπλοκη αρμονική διάταξη σε σχέση με το μέγεθος, τις αναλογίες και το χρώμα τους. Τα χρώματα των μαρμάρων αποκρύπτουν και εξαϋλώνουν το βάρος της πέτρας και των κεραμικών υλικών. Η πολυμορφία των υλικών είναι και σήμερα ορατή στην Αγία Σοφία. Μπορούμε μεταξύ άλλων να διακρίνουμε μαύρες πέτρες από τον Βόσπορο, πράσινο μάρμαρο από την Κάρυστο, πολυχρωματική πέτρα από την Φρυγία, πορφυρό γρανίτη με ασημένιες γραμμές από την Αίγυπτο, πράσινο ανοικτό μάρμαρο από τη Σπάρτη, μάρμαρο από την Ισαυρία με κόκκινες και λευκές φλέβες, κίτρινη πέτρα από τη Λιβύη, ποικιλίες όνυχα, όπως και το τοπικό μάρμαρο από την Προκόννησο με το οποίο είναι στρωμένο το δάπεδο του ναού.
[xxi]         Σε μεγάλο βαθμό η εντύπωση που το φως της Αγίας Σοφίας προξενούσε ξεκινούσε από τον φωτισμό του αρχικού τρούλλου που σχεδίασε ο Ανθέμιος. Ο τρούλλος αυτός όπως φαίνεται είχε τη μοναδική δυνατότητα να φωτίζεται σταθερά ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του έτους.  Ο Ανθέμιος είχε επιτύχει να απαντήσει στο θεμελιώδες αίτημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής πραγματοποιώντας την εντύπωση του «άκτιστου φωτός», που πηγή του είναι η κορυφή του τρούλλου, όπου και η εικόνα του Παντοκράτορα.  Ο σχεδιασμός της εσωτερικής επιφάνειας του τρούλλου αποτελούσε στην ουσία ένα κάτοπτρο, το οποίο δημιουργούσαν οι χρυσές ψηφίδες που περιέβαλαν τον μεγάλο σταυρό που υπήρχε στο μέσον του τρούλλου. Τα δε παράθυρα στη βάση του τρούλλου είχαν φαίνεται σχεδιασθεί ως ελλειπτικά κάτοπτρα διπλής καμπυλότητας ώστε να είναι «φέγγους διαρκώς αγωγοί», (Προκόπιος: Λόγος Α, σ. 43). Το πρόβλημα του κατόπτρου που θα μπορούσε να κατευθύνει τις ακτίνες του ηλίου σε κάποιο ορισμένο σημείο ενός κτηρίου, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θέσεις του ήλιου κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε επιλυθεί από τον Ανθέμιο στην πραγματεία του «περί παραδόξων μηχανημάτων» (Huxley, σ.6-9). Εκεί ο Ανθέμιος είχε θέσει με σαφήνεια και προνοητικότητα το πρόβλημα:  «ζητείται η πρόσκρουση μιας ακτίνας του ηλίου προς μία ορισμένη σταθερή θέση, χωρίς ποτέ η ακτίνα να απομακρύνεται σε οποιαδήποτε ώρα ή εποχή του έτους» (Huxley, σ.6) 
[xxii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 30, 31.
[xxiii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 21.
[xxiv]         Μενέξενος, 19.
[xxv] Σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του  Immanuel Kant

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες


Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες (Θρακική Βιβλιοθήκη 8), Εργαστήριο Παλαιογραφίας–Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνή, 2005, σχήμα 30Χ24  σσ 464

Παρά τους προσδιορισμούς στον τίτλο επιμένει ο συγγραφέας να διευκρινίζει και να προσθέτει στον εσώτιτλο κάτω από τον τίτλο του βιβλίου: Οι τάφοι λαλούσι. Και έτσι είναι. Μέσα από το βιβλίο προσεγγίζουμε ένα τεθνεώτα Ελληνισμό που συνεχίζει την πνευματική και πολιτιστική ακτινοβολία του, χάρη στην προσπάθεια και τον μόχθο του συγγραφέα να ταξινομήσει και να περιγράψει, ώστε να προστατεύσει και να εξασφαλίσει την ιστορική παρουσία των Ρωμηών της Κωνσταντινούπολης. Ο γιγαντισμός και η ανεξέλεγκτη επέκταση του σύγχρονου αστικού εφιάλτη της Κωνσταντινούπολης εξαφανίζει τα ίχνη του παρελθόντος.  Δεν είναι μόνο η φθορά του χρόνου, αλλά κυρίως η θύελλα των εκατομμυρίων νεήλυδων που κατακυριεύουν τον χώρο και δημιουργούν νέες πραγματικότητες.
Παρά την νομοθετική προστασία ο μεγάλος αριθμός των κτηρίων, που συνθέτουν την πολιτιστική κληρονομιά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, κινδυνεύει και απειλείται. Η δημογραφική παρακμή της ρωμαίικης μειονότητας αποστερεί το δομημένο περιβάλλον της από φορείς ζωής. Τα ελληνικού ενδιαφέ­ροντος κτήρια της Κωνσταντινούπολης είναι εκτεθειμένα στους κινδύνους της εντατικής αστικοποίησης, και κυρίως απειλούνται οι χώροι των δεκαοκτώ νεκροταφείων που διαθέτει ο Ελληνισμός στο κέντρο της Πόλης και στα προάστια του Βοσπόρου.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποτυπώσει τον τεράστιο πλούτο που συσσώρευσε το πέρασμα των γενεών σε ένα από τα σημαντικότερα νεκροταφεία του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και το σημαντικότερο της Κωνσταντινούπολης: το Νεκροταφείο του Σισλί στις παρυφές του Γαλατά. Πρόκειται για φιλόδοξο εγχείρημα μεγάλων διαστάσεων και ιδιαίτερης σημασίας.
Ο συγγραφέας αποθησαυρίζει φωτογραφίες και πληροφορίες για τα πρόσωπα που αναπαύονται στο μεγάλο αυτό νεκροταφείο, και για τα μνημεία τα ίδια. Εκεί αναπαύονται τα πιο σημαντικά μέλη της ρωμαίικης κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, εποχή μεγάλης οικονομικής ακμής  και πολιτιστικής ανόδου της Κωνσταντινούπολης ειδικότερα και του Ελληνισμού γενικότερα. Συγκεντρώνει πληροφορίες για τους καλλιτέχνες και τους μαστόρους που κατέθεσαν εκεί την τέχνη και την τεχνική τους. Παραθέτει επιγραφές και επιτάφια επιγράμματα, αλλά και παραστάσεις και κοσμήματα που συγκροτούν ένα απόθεμα στοιχείων για τον ιστορικό, τον λαογράφο, τον κοινωνιολόγο, αλλά και τον απλό ευαίσθητο αναγνώστη. Εντυπωσιάζει η επιμονή και η φροντίδα του συγγραφέα για να αποτυπώσει ό,τι είναι δυνατόν να αποτυπωθεί φωτογραφικά, να το αποθησαυρίσει και να το παραδώσει ως χάρτινη αιωνιότητα, πιο ασφαλή σίγουρα από τα ίδια τα υλικά αντικείμενα. Άλλωστε χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση σε σημείωση του συγγραφέα, αμέσως μάλιστα πριν τον πρόλογο του βιβλίου, για τις καταστροφές που έγιναν μέσα σε μόλις τρία χρόνια ,που μεσολάβησαν από τη φωτογράφηση μέχρι την έκδοση του βιβλίου.
Στο νεκροταφείο του Σισλί διακρίνεται με ενάργεια η πραγματικότητα και τα επιτεύγματα του Ελληνισμού της Ανατολής σε μια περίοδο δημογραφικής, οικονομικής και εθνικής ακμής του. Με την αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα εμφανίζονται στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μιας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Στα τέλη του 18ου το ρωμαίικο μιλλέτ της Αυτοκρατορίας διεκδικεί όχι μόνο την εθνική του αποκατάσταση, αλλά και με τους Φαναριώτες τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση και την συνδιαχείριση ολόκληρης της Αυτοκρατορίας. Η ελληνική επανάσταση θα σημάνει την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους στις παρυφές του τότε Ελληνισμού, αλλά και την συντριβή των Φαναριωτών από τον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄. Ωστόσο, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης κατορθώνουν να ανορθωθούν με χαρακτη­ριστική ταχύτητα. Οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της Αυτο­κρατορίας στα μέσα του 19ου αιώνα τους επιτρέπουν να αναλάβουν ξανά μεγάλους ρόλους. Οι άπιστοι Τζιμμήδες, υπήκοοι δεύτερης κα­τηγορίας, ανέρχονται και γίνονται η αστική τάξη της Οθω­μα­νικής Αυτοκρατορίας. Δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι ρωμαίικες κοινότητες παραμένουν πολιτικά υποταγ­μένες, αλλά γίνονται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά κυρίαρχες. Παράλλη­λα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοη­θούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες δημιουργούνται.
Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυ­ριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευ­ματικής τάξης. Το Φανάρι πέφτει σε δεύτερη μοίρα. Η Κωνσταντινού­πολη, "πόλις παλαιόθεν Ἑλληνίς", η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για 16 αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων.
Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφα­λαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν από­λυτα στο εισαγωγικό και το εξαγω­γικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέ­ρουμε, ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρο­νιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Ρωμηούς και μόλις το 12% σε Τούρκους. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχι­τε­κτό­νων, το 37% των μηχανι­κών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρα­τορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσω­πεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρα­τορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνο­ούσε την τουρ­κική.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα, η οποία εικονίζεται στο ταφικό περιβάλλον του Σισλί και αυτή την πραγματικότητα προσπαθεί να περιγράψει ο συγγραφέας, ώστε να διασφαλιστεί η μνήμη της. Ας επανέλθουμε, όμως, στο βιβλίο προσπαθώντας να περιγράψουμε τα περιεχόμενα και τη διάρθρωσή του. 
Η βιβλιογραφία εστιάζεται στην αστική κοινότητα του Γαλατά των μέσων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού και παρατίθεται μετά τον πρόλογο του συγγρα­φέα. Η εξαντλητική εισαγωγή παρουσιάζει το κοιμητήριο του Σισλί και αναλυτικά πληροφορίες και στοιχεία για τους σημαντικότερους συγκεκριμένους δημιουργούς, όπως γλύπτες και αρχιτέκτονες, που εργάσθηκαν εκεί. Ακολουθεί περιγραφή των μνημείων και κατάταξή τους σε τύπους με χωριστή ανάλυση της αρχιτεκτονικής, των διακοσμήσεων και των επιγραφών.
Στο κύριο σώμα του βιβλίου παρουσιάζονται αναλυτικά και με εξαντλητικές λεπτομέρειες τα ταφικά μνημεία του Σισλί που αφορούν εμπόρους και τραπεζίτες. Παρουσιάζονται σε 375 πυκνοτυπωμένες σελίδες 142 ταφικά μνημεία, έκαστο των οποίων ανήκει σε μία οικογένεια.
Κάθε ταφικό μνημείο περιγράφεται εξαντλητικά σε χωριστά κεφάλαια. Στην αρχή εικονίζεται το μνημείο και δίνονται τα γενικά χαρακτηριστικά του: τύπος, διαστάσεις, υλικό, όνομα, χρονολόγηση, υπογραφή, κατάσταση. Ακολουθούν αναλυ­τική περιγραφή, παράθεση όλων των επιγραφών, παράθεση των επιγραμ­μάτων. Τα ιστορικά του μνημείου δίδονται με εντυπωσιακή πληρότητα και αφορούν την ιστορία των τεθαμμένων και των οικογενειών τους με την παράλληλη παράθεση φωτογραφιών και κειμένων από τα έντυπα της εποχής. Συχνά δίδονται γενεολογικά δένδρα. Η περιγραφή συμπληρώνεται με εξαντλητική βιβλιογραφία την οποία εντόπισε ο ακαταπόνητος ερευνητής σε εφημερίδες, έγγραφα και έντυπα της εποχής. Η βιβλιογραφία πλαισιώνεται με αποσπάσματα εφημερίδων με αγγελίες και νεκρολογίες.
Ο τόμος κλείνει με πίνακες και ευρετήρια που δίνουν όλα τα ονόματα των τεθνεώτων, χρόνο γέννησης, θανάτου, καταγωγή, επάγγελμα, όπως και ευρετήριο συμβολικών παραστάσεων των  μνημείων.
Ο μεγάλος πολυτελής τόμος τυπώθηκε στην Κομοτηνή. Το αναφέρουμε αυτό σαν ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι η τυπογραφία στην ελληνική επαρχία δεν μπορεί πια να χαρακτηρισθεί επαρχιώτικη και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτά που γίνονται στην Αθήνα. Η γραφιστική επεξεργασία, η εκτύπωση των φωτο­γραφιών και η βιβλιοδεσία του τόμου είναι πολύ ικανοποιητικές. Ωστόσο, δεν κρύβουμε την προτίμησή μας στην "όρθια" διάταξη τέτοιων βιβλίων, ακόμη και αν περιέχουν πλήθος φωτογραφιών. Κατά την αντίληψή μας δεν συντρέχει λόγος για τη σχεδίαση του συγκεκριμένου βιβλίου σε "πλάγια" διάταξη, αφού μάλιστα οι φωτογραφίες δεν απαιτούν τέτοια παρουσίαση. Η "πλάγια" διάταξη συνηθίζεται σε βιβλία τοπιογραφικού περιεχομένου και δημιουργεί προβλήματα στην ανάγνωση και στη βιβλιοθέτηση.
Το όλο έργο είναι αφιερωμένο στη Μεγάλη Εκκλησία και στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Χορηγός είναι το " Ίδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος".
 Ευχόμαστε στον συγγραφέα να συνεχίσει, όπως ο τίτλος του τόμου υπόσχεται, και να πραγματοποιήσει και την έκδοση άλλων τόμων, ολοκληρώνοντας τη μνημειώδη παρουσίαση, όπως φιλοδοξεί.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Η καθ’ ημάς Ανατολή δεν υπήρξε ποτέ





Οι εορτασμοί, οι εκδηλώσεις και οι εκθέσεις που πρόσφατα διοργανώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με ευκαιρία την ανακήρυξή της ως «πολιτισμικής πρωτεύουσας της Ευρώπης» δίνουν μια καθαρή εικόνα του ιδεολογικού κλίματος και των εθνικών στόχων που κυριαρχούν στη γειτονική χώρα. Το δόγμα, ότι η ασφαλέστερη ανεξαρτησία βασίζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία ενώ η μονιμότερη υποδούλωση ξεκινά από την πολιτισμική αλλοτρίωση, επιβεβαιώνεται ότι ισχύει όχι μόνον για τη σημερινή Τουρκία, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, αλλά δυστυχώς και για τη δική μας χώρα, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του. Δεν θα σταθώ στα ενθουσιώδη φληναφήματα των κ.κ. Παύλου Γερουλάνου, Νικήτα Κακλαμάνη και Αλέκου Φασιανού, ούτε θα επισημάνω την σημειολογική μόνιμη επισήμανση της οθωμανικής «κατάκτησης», η οποία διατυμπανίζεται ως θεμελιώδης «αρετή» του τουρκικού έθνους σε κάθε ευκαιρία. Θα αναφερθώ απλώς πρόχειρα σε χαρακτηριστικές  περιπτώσεις που βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία και συνέχεια με την αντίληψη περί του πολιτισμικού υπόβαθρου που συγκροτεί η τουρκική παρουσία, όπως μας την παρουσίασε πρόσφατα ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Η εκδοτική δραστηριότητα, η σχετική με θέματα της τουρκικής ταυτότητας και της τουρκικής παρουσίας, βρίσκεται σήμερα σε έξαρση στην Τουρκία. Και όχι μόνο αυτό. Ποικίλες μελέτες και δραστηριότητες, μέσα σε πλαίσια μίμησης του εργαλειακού χαρακτήρα που κυριαρχεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια, έχουν ως αντικείμενο την ιστορική αλλά και τη σημερινή Τουρκία.
Είναι ενδιαφέρον και μας αφορά άμεσα το ότι η ιστορική και γενικότερη επιστημονική έρευνα στην Τουρκία, όπως και η πιστοποίηση και η αυτογνωσία των ίδιων των Τούρκων, είναι ασύμβατα όχι μόνο με τη δική μας πιστοποίηση και αυτογνωσία, αλλά και με τα ιστορικά δεδομένα και τα συμπεράσματα της σχετικά αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας.
Αυτό επίσης, το οποίο είναι ασύμβατο με τη δική μας ιστοριογραφία και πιστοποίηση, είναι η απόλυτη αντίληψη των Τούρκων για μηδενική βάση στην ιστορική αντίληψη για τον χώρο τον οποίο σήμερα κατέχουν. Εννοούμε την ανεδαφική αντίληψη του ότι η ιστορική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια αρχίζει με την τουρκική κατάκτηση. Έτσι, για παράδειγμα, τα ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αλλά και γενικότερα οι μορφές των παραδοσιακών κατοικιών στη Μικρά Ασία θεωρούνται ως εξέλιξη του γιούρτ, της αρχαίας σκηνής των νομάδων Τούρκων, η οποία συναντάται ακόμη σήμερα στην Κεντρική Ασία. Έτσι, με μια τερατώδη ιστορική προσαρμογή αγνοείται το γεγονός ότι οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι, οι οποίοι κατέκλυσαν μετά τον 11ο αιώνα τη Μικρά Ασία, βρέθηκαν σε ένα χώρο με αστική και οικιστική παράδοση πολλών αιώνων1.
Αυτά όμως είναι κοινότοπο να τα λέμε και να τα επαναλαμβάνουμε. Το παρελθόν δεν έχει στην Τουρκία αντικειμενική υπόσταση. Η μνήμη είναι επιλεκτική ή κατασκευασμένη. Το παρελθόν είναι ό,τι επιβάλλεται και ό,τι διδάσκεται και γράφεται. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επικυρωθεί έμπρακτα από εξέχουσες προσωπικότητες της Τουρκίας, όπως ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Τουργκούτ Οζάλ2 και βρίσκονται πάλι στην επικαιρότητα χάρη στον κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την αντίληψη την οποία καλλιεργούν οι Τούρκοι σχετικά με το ιστορικό βάθος του χώρου, τον οποίο σήμερα κατέχουν, με τη γνωστή ρήση του Όργουελ: «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον : αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν».
Σήμερα, σαρώνονται και εξαφανίζονται τα ίχνη της παρουσίας των Ανατολικών Ελλήνων στους τόπους όπου κατοικούσαν μέχρι πρόσφατα. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με τον χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Τα εκατομμύρια των νεήλυδων από την Ανατολή κατακυριεύουν τους χώρους και δημιουργούν ένα νέο δομημένο χώρο. Η Δυτική Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Βιθυνία και ο Πόντος σαρώνονται από την ανοικοδόμηση. Μόνο η φτωχή και περιφερειακή Καππαδοκία φαίνεται να αποφεύγει προς το παρόν αυτό που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως Τρίτη Άλωση.
Ειδικότερα στην Προποντίδα, που για αιώνες ήταν «θάλασσα της Ρωμηοσύνης», αλλά και στη Θράκη, αρχαία κοιτίδα Ελληνισμού, τα ιστορικά δεδομένα παραποιούνται, αλλά και αγνοούνται με τρόπο τερατώδη.

Ο Δήμος του Τεκίρ Νταγκ στην Προποντίδα εξέδωσε πρόσφατα ένα λεύκωμα για να περιγράψει και να διαφημίσει την πόλη του, που δεν είναι άλλη από την αρχαία πόλη της Ραιδεστού, της οποίας το όνομα, όπως και τα ονόματα Βισάνθη, Ρησιστός ή Ροσιστός ή Ροδόστος ή Ροντόστο, πουθενά δεν αναφέρονται. Το λεύκωμα αρχίζει την ανάπτυξη του θέματός του από την προϊστορία. Στη σελίδα 13, μετά από κείμενο μιας σελίδας, αναφέρεται η τουρκική κατάκτηση, χωρίς να έχει γίνει λόγος για Έλληνες, ελληνικό πολιτισμό, ή Βυζάντιο. Ακολουθούν 190 σελίδες και 400 περίπου φωτογραφίες, όπου παρουσιάζονται ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία και προβάλλεται η πόλη. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο παντελώς απουσιάζουν. Χωρίς να γίνεται αναφορά σε Έλληνες, ή έστω σε Ρωμηούς, εικονίζεται στη σελίδα 22 ένα παραδοσιακό σπίτι που αναφέρεται ως «σπίτι του Κωνσταντίνου». Στη σελίδα 29 εικονίζονται ρωμαϊκά νομίσματα της γειτονικής Περίνθου. Οι συγγραφείς δεν γνωρίζουν, ή θέλουν να αγνοούν, ότι το Τεκίρ Νταγκ ως αποικία των Σαμίων με το όνομα Βισάνθη και ως τόπος εγκατάστασης των Αθηναίων κληρούχων είχε κόψει ήδη νομίσματα από τον 4ο  πΧ αιώνα. Στη σελίδα 40 υπάρχει μεγάλη φωτογραφία του τεμένους του Ρουστέμ Πασά, κτισμένου το 1537, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ότι στον χώρο όπου κτίσθηκε το τέμενος υπήρχε το βυζαντινό κάστρο του Χριστού, έργο του Ιουστινιανού κατά τον 6ο  μΧ αιώνα και, αργότερα, το πάλαι ποτέ πτωχοκομείο του Πανοικτίρμονος, το οποίο ίδρυσε ο Μιχαήλ Ατταλειάτης το 1077. Στις σελίδες 68 έως 74 υπάρχουν παλιές φωτογραφίες των κεντρικών συνοικιών του Τεκίρ Νταγκ με τα παλιά χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αρκετά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για τις μέχρι το 1922 κεντρικές συνοικίες της πόλης της Ραιδεστού, στην οποία οι τουρκικές συνοικίες βρισκόταν στην περιφέρεια μακριά από την θάλασσα. Μόνο στη σελίδα 69 σε παλιά φωτογραφία η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας αναφέρεται ως «προτεσταντική εκκλησία»! Η εκκλησία αυτή έχει σήμερα κατεδαφισθεί, στη θέση της υψώνεται η λέσχη των αξιωματικών της φρουράς του Τεκίρ Νταγκ. Στη σελίδα 75 παρουσιάζονται φωτογραφίες από την απελευθέρωση της Ραιδεστού τον Ιούλιο του 1920. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως Γιουνάν και εμφανίζονται ως κατακτητές, ώστε οι φωτογραφίες αυτές να ακολουθούνται από φωτογραφίες εορτασμών της επανόδου των Τούρκων. Στη σελίδα 82 παρουσιάζεται παλιά φωτογραφία της κεντρικής παραθαλάσσιας συνοικίας της Παναγίας της Φανερωμένης, η οποία ονομάζεται μαχαλάς Ερτουγκρούλ, όνομα που φέρει σήμερα προς τιμήν του ομώνυμου τούρκου κατακτητή. Ακολουθούν φωτογραφίες με ανάλογη ιστορική αντίληψη, με την εξαίρεση μιας φωτογραφίας στη σελίδα 96, όπου γίνεται αόριστη αναφορά σε Ρωμηούς. Περιττό να σημειώσουμε ότι πουθενά δεν φαίνεται να γίνεται λόγος για το μεγάλο πλήθος των Αρμενίων που ζούσαν στην πόλη της Ραιδεστού από τον 16ο  αιώνα. Όσο για τα λαμπρά εκπαιδευτικά ιδρύματα των Ρωμηών, τα νεοκλασικά πέτρινα κτήριά τους διασώζονται και χρησιμοποιούνται ακόμη ως σχολεία, όμως οι παλιές ελληνικές επιγραφές στα υπέρθυρα έχουν σβηστεί με κτυπήματα με καλέμι.
Αλλά, η οργουελλιανή μεταχείριση της ιστορίας από τους Τούρκους διανοούμενους, πολιτικούς και το τουρκικό κράτος δεν περιορίζεται στα εδάφη τα οποία κατέκτησαν οι Τούρκοι και τα οποία βάσει συνθηκών κατέχουν σήμερα, αλλά απλώνεται και στις γειτονικές χώρες, κατακτήσεις κάποτε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελληνική Θράκη είναι βέβαια ένας χώρος όπου τρέφονται επιβουλές και καλλιεργούνται διεκδικήσεις. Έτσι, σε τεύχος του προπαγανδιστικού περιοδικού Cornucopia –που εκδίδεται στην Αγγλία– και σε άρθρο για την παρουσία των Τούρκων στη Θράκη αποκαλύπτεται η σύγχρονη τουρκική αντίληψη για την Ελληνική Θράκη. Σε πληθώρα ωραίων και μεγάλων φωτογραφιών δίδεται μία τουρκική-ισλαμική εικόνα της Ελληνικής Θράκης, όπου οι Έλληνες εμφανίζονται σχεδόν ως κατακτητές. Έτσι, φωτογραφίζεται η συνοικία της Μητροπόλεως στο κέντρο της Παλιάς Ξάνθης ως κατοικούμενη από Τούρκους, πράγμα που ποτέ δεν έγινε, αφού οι κεντρικές συνοικίες της Ξάνθης βρισκόταν πάντα υπό τον έλεγχο της ισχυρής ρωμαίικης κοινότητας. Όπως είναι γνωστό, η Ξάνθη και η Ραιδεστός διατήρησαν καθ’ όλη την Τουρκοκρατία την παρουσία των Ρωμηών στις κεντρικές τους συνοικίες και είναι αμφότερες παλιές βυζαντινές πόλεις, όπου διακρίνονται εισέτι στον πολεοδομικό τους σχεδιασμό οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την οργάνωση και την καθαγίαση του χώρου. Ο πληρωμένος Άγγλος δημοσιογράφος ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι η σύγχρονη Ξάνθη ιδρύθηκε από τους Τούρκους μπέηδες εμπόρους που εγκατέλειψαν την γειτονική Γενισέα μετά την καταστροφή της, το 1870. Ψευδέστατος και αναιδέστατος είναι αυτός ο ισχυρισμός. Όχι μόνο η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η παρουσία των Ρωμηών στην πόλη της Ξάνθης είναι συνεχής, καθοριστική και αδιάσπαστη3, αλλά και η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι η ζώσα, μόνιμη και σταθερή απόδειξη της ελληνικότητάς της.
Δεν είναι μόνο η Ελληνική Θράκη πεδίο για την κακοποίηση της τοπικής ιστορίας από τους Τούρκους. Όπως διαβάζουμε πρόσφατα στην εφημερίδα Αντιφωνητής, που εκδίδεται στην Κομοτηνή, και η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη, κέντρο Ελληνισμού και ελληνικής παιδείας, έχει επιλεγεί ως πεδίο παραχάραξης της ιστορίας. Συνεργάτης της εφημερίδας βρέθηκε στη Φιλιππούπολη, όπου διάβασε κάποιο άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται στην Τουρκία. Στο άρθρο αυτό δίνεται μία εικόνα της Φιλιππούπολης ως αμιγώς τουρκικής πόλης και της αρχιτεκτονικής της ως αμιγώς τουρκικής, παρόμοιας με αυτή των τουρκικών πόλεων όπως η Προύσσα. Δεν αναφέρεται καν η παρουσία της κυρίαρχης κοινότητας των Ρωμηών, ούτε βέβαια το ότι η πόλη ιδρύθηκε από τους Μακεδόνες Έλληνες. Αγνοείται πλήρως η βουλγαρική παρουσία, αν και η Φιλιππούπολη βρίσκεται σήμερα στη βουλγαρική επικράτεια. Αναφέρονται μόνο οι τρεις λόφοι ως ανοικτό μουσείο τουρκικής αρχιτεκτονικής. Τίποτε για τα λαμπρά ελληνικά εκπαιδευτήρια, τα παρακείμενα στους λόφους της ελληνικότατης Φιλιππούπολης.



1. Αναφερόμαστε στο βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Ο εκτουρκισμός της Μικράς Ασίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998.
2. Αναφερόμαστε στο Ινστιτούτο Ιστορικών Μελετών που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ και στο βιβλίο του Τουργκούτ Οζάλ Η Τουρκία στην Ευρώπη. Βλέπε και το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Το τουρκικό κράτος και η Ιστορία, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998.
3. Βλέπε μεταξύ άλλων το πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος – 17ος αι.), Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2008.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης


1) Οἱ ἑλληνικές κοινότητες στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Οἱ ἑλληνικές κοινότητες κατά τήν Τουρκοκρατία ἀποτελοῦν σπουδαῖο, ἀλλά λίγο γνωστό ἐπίτευγμα. Τήν ἀπαθλίωση καί τήν ἐξάρθρωση τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς δύο πρώτους αἰῶνες μετά τήν ἅλωση, ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξή του. Ἡ μακραίωνη πολιτική παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνδυάζεται μέ τήν ἐκκλησιαστική εὐχαριστιακή σύναξη μέσα στήν ἐμπειρία τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος. Ὁ θεσμός τῶν κοινοτήτων ἀνήκει στούς μεσοβυζαντινούς χρόνους, ὅταν ἀναφέρονται κοινότητες διοικούμενες ἀπό "πρωτεύοντες καί πατέρες τῶν πόλεων". Ἡ αὐτοδιοίκηση τῶν κοινοτήτων εἶναι ἕνα λαμπρό παράδειγμα ὑπεύθυνης κοινωνικῆς δημοκρατίας, ἀλληλεγγύης, φιλανθρωπίας, ἐπαγγελματικῆς συντεχνιακῆς ὀργάνωσης καί συνείδησης τῆς ἀξίας τῆς παιδείας. Πρόκειται στήν οὐσία γιά ἕνα ἐπιτυχές πολιτικό σύστημα, πού βασίζεται σέ μία ἀντίληψη συμμετοχικῆς ἄμεσης δημοκρατίας καί ἔχει ὡς πυρῆνα τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ κοινοτική ὀργάνωση συμπληρώνεται μέ τήν ἵδρυση σχολείων καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Παράλληλα, οἱ Ρωμηοί ἐπαγγελματίες ὀργανώνονταν οἰκονομικά σέ συντεχνίες (ἰσνάφια). Οἱ συντεχνίες ἦταν στενοί σύνδεσμοι ὁμοτέχνων καί εἶναι συνέχεια τῆς ἀνάλογης βυζαντινῆς πρακτικῆς. Τίς συντεχνίες ἀνέχθηκαν οἱ Τοῦρκοι γιατί συνέφεραν οἰκονομικά.
Οἱ Ρωμηοί, —ὑπήκοοι δεύτερης κατηγορίας—, ἀνέρχονται μέ τή βοήθεια τῆς συνθήκης τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774) καί τῆς ὀθωμανικῆς μεταρρύθμισης τοῦ "Τανζιμάτ" (1839) καί γίνονται σημαντικό τμῆμα τῆς ἀστικῆς τάξης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶναι οἱ Ρωμηοί τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ὀργανωμένοι σέ κοινότητες πολιτικά ὑποταγμένες, ἀλλά πολιτιστικά καί οἰκονομικά κυρίαρχες. Τίς ἑλληνικές κοινότητες ὁδηγεῖ ἡ συναίσθηση ἑνός ἔθνους οἰκουμενικοῦ μέ συνείδηση τοῦ ἱστορικοῦ καί πολιτιστικοῦ του  χρέους.
Οἱ ρωμαίικες κοινότητες ἐπωφελοῦνται ἀπό τίς σχετικές ἐλευθερίες, πού ἐπιτρέπουν οἱ ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις, καί ἐπιτυγχάνουν οὐσιαστικά νά αὐτοδιοικοῦνται. Στήν Ξάνθη, ἡ Δημογεροντία φροντίζει τά σχολεῖα, διαχειρίζεται τά ἔσοδα τῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν μοναστηριῶν, ὅπως καί τήν κοινοτική περιουσία, κανονίζει μέ ψηφοφορία προβλήματα καί διαφωνίες, ἐνῶ ἐπιβάλλει σωφρονιστικές ποινές. Στήν πραγματικότητα ἡ Δημογεροντία διοικεῖ, διαχειρίζεται καί τιμωρεῖ. Οἱ ἴδιοι οἱ Δημογέροντες ἐκλέγονται μέ γενική συνέλευση τῶν Ρωμηῶν τῆς πόλης.

2) Οἱ σύλλογοι καί ἡ παιδεία στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Μεγάλη εἶναι ἡ αἴγλη τῆς παιδείας στούς ρωμαίικους πληθυσμούς τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, τόσο ὥστε ἡ παιδεία γίνεται μία ἀπό τίς πιό σπουδαῖες μέριμνες τῶν κοινοτήτων.
Ἡ παιδεία, πραγματώνεται κατά τόν 19ο αἰῶνα μέ τούς συλλόγους. Ἡ ἱστορία τῶν ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων τῆς Θράκης ἀρχίζει μέ τήν ἵδρυση τοῦ "Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" τό 1861, πού ἀμέσως ἀνέπτυξε λαμπρή δράση ὡς ὀργανωτής τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ ἀλύτρωτου Ἑλληνισμοῦ. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ἱδρύθηκαν σέ ὅλη τήν Ἀνατολή, τήν Μακεδονία καί τήν Θράκη καί ἰδίως στήν Ἀνατολική Θράκη, ὅπου ὑπῆρχαν συμπαγεῖς καί ἀκμαῖοι ἑλληνικοί πληθυσμοί, ("Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ραιδεστοῦ" 1871, "Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ἀδριανουπόλεως" 1872). Στήν Ξάνθη, μετά τά παλιά "Ταμεῖα τοῦ Ἐλέους", τόν "Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο" καί τήν "Ἑταιρεία τῶν Ξένων", ἱδρύεται τό 1900 ὁ "Μουσικογυμναστικός Σύλλογος Ὀρφεύς".
Τά μέλη τῶν συλλόγων ἀποκαλοῦνταν μεταξύ τους ἀδελφοί. Οἱ τάσεις αὐτές ἐνισχύονται ἀπό τούς ἐθνικιστικούς ἀνταγωνισμούς πού ἐπικρατοῦν στή Βαλκανική πρίν καί, κυρίως, μετά τό 1878. Ἡ βουλγαρική ἐθνικιστική ἀφύπνιση μαζί μέ τήν ἀπειλή τοῦ πανσλαβισμοῦ, τῆς προσχώρησης στή βουλγαρική ἐξαρχία καί τήν ἀπειλούμενη ἐθνική ταυτότητα τῶν Ρωμηῶν, ὁδηγοῦν τούς Ρωμηούς ἀστούς τῆς Κωνσταντινούπολης σέ ἀνάληψη δράσης, στήν ὁποία πρωτοστατοῦν οἱ κυριώτεροι εκπρόσωποι τοῦ παροικιακοῦ κεφαλαίου, ἄνθρωποι μέ μεγάλη οἰκονομική, κοινωνική καί πολιτική δύναμη.
Οἱ σύλλογοι τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης ὑποστηρίζονται ἀπό τόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", πού ἱδρύθηκε στήν Ἀθήνα τό 1869 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
Οἱ σκοποί τῶν συλλόγων ἦταν κυρίως ἐκπαιδευτικοί καί ἀπέβλεπαν πρωτίστως στή μόρφωση τῆς νεολαίας καί δευτερευόντως τῶν ἐνηλίκων, φιλοδοξώντας στήν ἀνάδειξη καί τόνωση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἦταν μία ἔκφραση τῆς ἀνόδου τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τῶν συλλόγων πρωτοστατοῦσαν οἱ ἀστοί ἔμποροι καί βιοτέχνες μέ θαυμαστό ζῆλο καί λαχτάρα γιά τή μόρφωση τῆς νεολαίας. Ἡ δράση αὐτή ἱκανοποιεῖ τό ἐθνικό τους αἴσθημα καί τούς κάνει ὑπερήφανους.
Εἶναι μία εἰκόνα ἐθνικῆς ἀναγέννησης καί ἀλυτρωτικῆς συνείδησης. Οἱ Ἕλληνες εἶναι περήφανοι γιά τούς συλλόγους τους καί ἡ δράση τους εἶναι στά μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους.
Ἡ ἀφύπνιση καί ἐνδυνάμωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ρωμαίικων πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀκολουθεῖ παράλληλο δρόμο μέ τήν ἀναπτύξη τῶν ἐθνικισμῶν στή Δυτική Εὐρώπη, ἀλλά ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο. Μέσα στά σκοτάδια πού τούς ἀπειλοῦν καί τούς περιβάλλουν, λάμπουν καί ἀκτινοβολοῦν γιά τούς Ρωμηούς οἱ ἑλληνικοί αἰῶνες. Τήν ἧττα, τήν ταπείνωση καί τήν ἀμάθεια, ἀκολουθοῦν ἡ αὐτοσυνείδηση καί ἡ ἀναγέννηση. Μέσα ἀπό τή λαμπρότητα τῆς ἐκκλησίας, τῆς ἱερατικῆς γλώσσας καί τοῦ βυζαντινοῦ τυπικοῦ, ἐπιμένει σταθερά τό αὐτοκρατορικό παρελθόν, ἡ νοσταλγία τῆς μεγάλης Ρωμανίας καί τῆς ἀνωτερότητάς της, πού ὑπόσχεται τή βέβαιη ἀνόρθωση μέσα ἀπό τήν κατάπτωση καί τήν τυραννία. Πρόκειται γιά μία ἐθνοτική ἀναβίωση καί τή βεβαίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ρωμηῶν, ἡ ὁποία πιστή στήν παράδοση, ἀγνοεῖ καί περιφρονεῖ τίς φυλετικές καταβολές καί στηρίζεται σέ πανίσχυρους ἀκατάλυτους μύθους.
Ὁ Γάλλος ἀρχαιολόγος A. Dumont, κατά τήν ἀρχαιολογική περιήγηση τῆς Θράκης τό 1868, διαπιστώνει πώς οἱ Ἕλληνες κατόρθωσαν μέσα στίς ἀντιξοότητες νά κρατήσουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ζωντανή σχέση τῆς Ἑλλήνων μέ τή λόγια παράδοση καί ἡ ἐπιβίωση ἑνός ἤθους, πού ἑδράζεται σέ μακραίωνες καί δοκιμασμένες πολιτισμικές παραδόσεις. Στίς βάσεις αὐτές, ἡ ἐγκύκλιος παιδεία δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά πνευματική ἄνθηση καί προσφέρει στέρεη γνώση.
Ἐντύπωση προκαλεῖ τό 1871 στόν ἀνταποκριτή τῆς γαλλικῆς "Ἐπιθεώρησης τῶν Δύο Κόσμων", ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία[1]. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὅτι, σέ ἄσημο χωριό τῆς περιφέρειας τῆς Ραιδεστοῦ, ὁ ταπεινός δάσκαλος διαθέτει προσωπική βιβλιοθήκη μέ κείμενα τῶν Ἑλλήνων κλασσικῶν. Μένει κατάπληκτος ἀπό τήν ἐμμονή τῶν Ἑλλήνων νά διαφυλάξουν τήν ἐθνική τους πολιτισμική ταυτότητα. Ἡ παρουσία μιᾶς ἑλληνικῆς ἐκλεπτυσμένης κοινωνίας εἶναι κυρίαρχη. Ἀναφέρει χαρακτη­ριστικά ὅτι οἱ Βούλγαροι τύπωσαν τό πρῶτο βιβλίο στή γλῶσσα τους, μόλις τό 1806.
Ὅπως φαίνονται σήμερα, οἱ σύλλογοι καί ἡ ἀνάδειξη τῆς παιδείας ὡς πρωτεύουσας ἀξίας ἦταν ἀποφασιστικές προσπάθειες γιά τήν αὐτογνωσία καί πιστοποίηση τῆς ἐθνικῆς καί τῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, μέ προοπτική τίς μεγάλες καί δραματικές ἀνακατατάξεις τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα.

3)  Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης ὡς δημιούργημα τῶν ρωμαίικων κοινοτήτων

Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπως διασώζεται σήμερα, εἶναι δημιούργημα τῆς νεοελληνικῆς κοινοτικῆς ἀντίληψης. Ἐκμεταλλευόμενες τόν πλοῦτο πού προσκομίζει ἡ καλλιέργεια καί ἡ ἐμπορία τοῦ  καπνοῦ (πού ἀρχίζει στήν Ξάνθη μέ τόν 18ο αἰῶνα) καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ  δυτικοευρωπαϊκοῦ κεφαλαίου, οἱ ρωμαίικες κοινότητες κυριαρχοῦν κοινωνικά καί οἰκονομικά κατά τά μέσα τοῦ  19ου αἰῶνα στήν περιφέρεια τῆς Ξάνθης καί τῆς Καβάλας καί ἀνοικοδομοῦν, μετά τό 1840, τήν σέ παρακμή εὐρισκόμενη πόλη τῆς Ξάνθης, δημιουργῶντας ἑνα ἀστικό, ἐμπορικό, βιοτεχνικό καί βιομηχανικό κέντρο.
Στήν πόλη τῆς Ξάνθης συγκεντρώνεται σημαντικός πλοῦτος, ὄχι μόνο λόγω τοῦ  καπνοῦ, ἀλλά καί λόγω τῆς θέσης τῆς πόλης πάνω στόν δρόμο πρός τήν Βόρεια Θράκη (σημερινή Βουλγαρία), τῆς ἀνάπτυξης τοῦ  ἐμπορίου καί τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηρο­δρομικῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης – Ἀδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης (1891). Ὁ πλοῦτος αὐτός θυμίζει τόν ἀνάλογο πλοῦτο τῶν γειτονικῶν Ἀβδήρων κατά τήν κλασική καί ἑλληνιστική ἐποχή.

4) Τό πνεῦμα τῆς εὐεργεσίας καί οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης

Μαζί μέ τήν ἀνάδειξη τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἀναδεικνύεται καί ἐκδηλώ­νεται μέ ἔνταση ἡ συλλογική συγκρότηση τῶν κοινοτήτων. Ὁ ἑλληνικός κοινοτισμός πραγματώνεται μέ τήν συνεχή μέριμνα πρός τήν ἐκκλησία, τήν συντεχνιακή ὀργάνωση, τήν φιλανθρωπία καί τήν μέριμνα γιά τήν παιδεία. Οἱ συντεχνίες τῶν Ρωμηῶν κινητο­ποι­οῦνται καί προσφέρουν ἀφιλοκερδή ἀτομική ἐργασία. Οἱ κτίστες καί οἱ μαστόροι ἐργάζονται ἀμισθί γιά τήν ἀνέγερση σχολικῶν κτηρίων καί μεγάρων γιά τούς συλλό­γους, ἐνῶ οἱ πλούσιοι ἔμποροι ἀνταγωνίζονται σέ δωρεές. Ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ αὐθυπέρβαση, πού ἐμπνέουν ἡ κοινοτική συνείδηση, ὁδηγοῦν τούς πλούσιους σέ εὐεργεσίες. Ἡ πρακτική τῶν εὐεργεσιῶν καί τῆς διάθεσης τοῦ  πλούτου γιά τήν ἐθνική καί θρησκευτική κοινότητα ἐκδηλώνεται μετά τά μέσα τοῦ  18ου αἰώνα σέ ὅλες τίς ἑλληνικές παροικίες, ἀπό τήν Δυτική Εὐρώπη μέχρι τήν Ἐγγύς Ἀνατολή καί ἀπό τήν Ἀφρική μέχρι τήν Ρωσία. 
Ἡ διάθεση γιά εὐεργεσίες εἶναι ἀποτέλεσμα χαρακτηριστικῶν ἀξιῶν τίς ὁποῖες διαθέτουν οἱ Ἕλληνες μετά τόν 18ο αἰῶνα. Θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε τόν εὐεργετισμό σάν μία ἐκδήλωση λεβεντιᾶς γιά πραγμάτωση τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους. Ἡ νεοελληνική λέξη λεβεντιά, βέβαια, εἶναι ἀμετάφραστη σέ ξένες γλῶσσες καί ἐκφράζει μία σύζευξη ἤθους καί δύναμης. Ἡ νεοελληνική λεβεντιά συμπληρώνεται μέ τό ἐπίσης νεοελληνικό φιλότιμο. Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἡ διάθεση τῆς οἰκονομικῆς δύναμης νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία τοῦ ἤθους. Πρόκειται γιά μεγέθη ποιοτικά, προϊόντα τοῦ ὀρθόδο­ξου ἀταξικοῦ ἤθους καί τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους τῆς Ὀρθοδοξίας, τά ὁποῖα διδά­σκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτοσκοπός καί ὄχι ἀντικείμενο ἤ μέσο τῆς οἰκονομίας.
Στήν Ξάνθη, πόλη ὅπου ὑπῆρχαν πολλοί πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ, ὁ εὐεργε­τισμός ἐκδηλώνεται μέσα στήν κοινότητα μέ τήν δημιουργία σχολείων καί τήν πραγμα­το­ποίηση φιλανθρωπίας.  Στήν Ξάνθη, οἱ κοινότητες φροντίζουν γιά τήν ἵδρυση σχολείων πού πρόθυμα ἐνισχύουν οἱ πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ. Διατηρεῖται καί λειτουργεῖ ἀκόμη σήμερα τό σχολεῖο στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ  Ἁγίου Βλασίου, ἐνῶ ἡ Ἑλληνική Σχολή, τό Παρθεναγωγεῖο Ματσίνη καί τό Νηπιαγωγεῖο Στάλιου, βρίσκονται μαζί μέ τό μητροπολιτικό μέγαρο δίπλα στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ  Τιμίου Προδρόμου.
Ἀπό τούς μεγάλους εὐεργέτες τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ ἔμπορος Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης, ὁ ὁποῖος ἴδρυσε τήν Ματσίνειο Σχολή μέ τήν ἀνέγερση μεγάλου κτηρίου (1860), "πρός φωτισμόν καί ἐκπαίδευσιν ἁπάσης τῆς νεολαίας Ξάνθης". Ὁ Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης φρόντισε νά προικίσει τό σχολεῖο μέ μόνιμα ἔσοδα ἀπό ἀγρούς, καταστήματα καί καπναποθῆκες πού ἐδώρησε, ὅπως καί μέ κληροδότημα πού περιέλαβε στή διαθήκη του λίγο πρίν τόν θάνατό του (1870).
Ἄλλος μεγάλος εὐεργέτης τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ Παναγιώτης Στάλιος, καπνέμπορος ἀπό τήν Στενήμαχο μέ εὐρεία ἐπιχειρηματική δράση στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πανα­γιώτης Στάλιος ἀνήγειρε, μαζί μέ τήν σύζυγό του Φωτεινή, τό λαμπρό νηπιαγωγεῖο (1881), κομψό κτίσμα σέ σχέδια Ἰταλοῦ ἀρχιτέκτονα μέ πρότυπα νεοαναγεννησιακά καί μέ τά ἴδια διακοσμητικά στοιχεῖα μέ τό ἀρχοντικό Στάλιου στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ὁ Παναγιώτης Στάλιος δώρισε τήν ἔκταση ὅπου σήμερα τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. Στήν διαθήκη του προνόησε γιά τά σχολεῖα καί τίς μονές.
Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας, καπνέμπορος, μεγαλοσχολίτης καί πατριδολάτρης, ἀνήγειρε νηπιαγωγεῖο στήν συνοικία Σαμακώβ, πού λειτουργεῖ μέχρι σήμερα προικισμένο μέ κληροδοτήματα. Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας ἄφησε καί κληροδότημα στόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", ὥστε "ἐκ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ ἐν λόγῳ σύλλογος θέλει ἐπιμελεῖσθαι νά σπουδάζωσι τρία ἤ καί πλείονα ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος ἄρρενα παιδία ἐκ τῆς πατρίδος μου Ξάνθης". Οἱ ὑπότροφοι, ἀφοῦ συνέχιζαν τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό, εἶχαν τήν ὑποχρέωση "νά διδάξωσι ἐν τῇ πατρίδι μου Ξάνθῃ καί ἄν αὐτή δέν ἔχει ἀνάγκην, εἰς ἄλλα μέρη τῆς Θράκης ἤ τῆς Μακεδονίας κατά τήν ἔγκρισιν τοῦ Συλλόγου". Ὁ ἴδιος ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας πραγματοποίησε δωρεές γιά τόν ἑλληνικό στόλο, τό ὀρφανοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τό ἑλληνικό νοσοκομεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τό ἑλληνικό ὀρφανοτροφεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί τή Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή.
Ὁ Ἠπειρώτης καπνέμπορος Χατζησταῦρος Χεκίμογλου (1829-1889) δώρισε οἰκοδόμημα στήν νέα συνοικία Χατζησταύρου γιά νά λειτουργήσει ὡς δημοτικό σχολεῖο, ὅπως καί οἰκόπεδο ὅπου ἀνεγέρθη ὁ ναός τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων.
Ὁ καπνέμπορος Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου πλούτισε τήν νέα συνοικία τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων μέ νηπιαγωγεῖο καί τό ἐπροίκησε μέ κληροδότημα γιά τή συντήρησή του.
Οἱ Ρωμηοί τῆς  καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς εἶναι περήφανοι γιά τά σχολεῖα τους καί ἡ μόρφωση εἶναι στά  μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ  πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους. Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης πρόσφεραν μέγα ἐθνικό ἔργο, ἀφοῦ ἔθεσαν τίς βάσεις γιά νά δημιουργηθοῦν οἱ πνευματικές προϋποθέσεις ὥστε νά ἀντιμετωπισθεῖ ὁ βουλγαρικός ἐθνικισμός κατά τήν πρώτη δεκαετία τοῦ  20οῦ αἰώνα.
Τό πνεῦμα τοῦ  εὐεργετισμοῦ συνεχίστηκε καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πόλης τοῦ 1919. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά τίς διαθῆκες: τοῦ ἰατροῦ Γεωργίου Μαλετσίδη (1921), ὁ ὁποῖος ἄφησε ποσό γιά τό νοσοκομεῖο, τῆς Ἀγλαΐας Κωνστ. Χασιρτζόγλου (1940), ἡ ὁποία ἄφησε κληροδότημα στό νοσοκομεῖο, τῆς Πολυξένης Παντ. Κουγιουμ­τζόγλου (1943), τῆς Εὐαγγελινῆς Κωνστ. Βάρδα (1955), τοῦ  Παναγιώτη Νικολαΐδη (1953) πάλι γιά τό νοσοκομεῖο καί, τέλος, τήν δωρεά τῆς Ἄννας Καλούδη–Κουγιουμ­τζόγλου (1971). Ἡ Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου ἦταν ἐγγονή τοῦ Χατζησ­ταύ­ρου Κεκίμογλου. Δώρισε στήν πόλη τά ἀρχοντικά τῆς ὁδοῦ Ἀντίκα ὅπου στεγάζονται σήμερα ὑπηρεσίες τοῦ  Δήμου καί τό λαογραφικό μουσεῖο. Στήν διαθήκη της ἔγραψε: "Μοναδική εὐχή καί ἐλπίδα μου εἶναι τά σπίτια αὐτά νά ἀποκτήσουν ἕναν ἐθνικό προορισμό".


Μέ συγκίνηση, εὐγνωμοσύνη καί ὑπερηφάνεια μνημονεύουμε τούς ἀφανεῖς καί φανερούς εὐεργέτες καί ὑποστηρικτές τῆς πόλης καί τῆς κοινότητας. Αὐτούς πού σέ καιρούς ἀνάγκης ξεπέρασαν τά ἀτομικά ὅρια καί ἔδωσαν παραδείγματα.
Ὅλοι πρέπει νά γνωρίζουν.


Εὐεργέτες τῆς πόλης τῆς Ξάνθης:
Εὐαγγελινή Κωνστ. Βάρδα
Θεόδωρος Ζαλάχας
Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου
Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου
Πολυξένη Παντ. Κουγιουμτζόγλου
Γεώργιος Μαλετσίδης
Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης
Παναγιώτης Νικολαΐδης
Παναγιώτης Στάλιος
Ἀγλαΐα Κωνστ. Χασιρτζόγλου
Χατζησταῦρος Χεκίμογλου

Ὅσοι παρέμειναν ἀνώνυμοι καί ὅσοι μένουν ἀκόμη ἄγνωστοι.



[1]   Ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία καί ἡ συνεχής, ἔστω τυπολατρική, ἐπιδίωξή της, παραμένει πάγια καί ἀκλόνητη. Κατά τόν ἱστορικό Γεώργιο Φίνλεϋ, οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες εἴχαν μικρότερο ποσοστό ἀναλφαβητισμοῦ ἀπό τούς Δυτικούς Εὐρωπαίους τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐθνεγερσίας.