Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Πολιτιστικές εκδηλώσεις και πνευματική ζωή στην Ελληνική Θράκη





Ο παραμερισμός και ο περιορισμός της αγροτικής Ελλάδας κατοπτρίζονται και στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Παρά τα κονδύλια των Δήμων, τα λαϊκά δρώμενα, τα πανηγύρια και οι συλλογικές εκδηλώσεις περιορίζονται χρόνο με τον χρόνο. Με την κατάρρευση του λαϊκού πολιτισμού, την εξαφάνιση της λαϊκής τέχνης και τη διάδοση διεθνοποιημένων μορφών μαζικής επικοινωνίας οι πολιτιστικές εκδηλώσεις στην ελληνική περιφέρεια επικεντρώθηκαν σε ό,τι σχετίζεται με την ανάδυση της τοπικότητας, την ιστορικότητα και την αναζήτηση της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει και στην Ελληνική Θράκη, όπου οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και η πνευματική ζωή δεν μπορούν παρά να παρουσιασθούν τμηματικά, ως μέρος μόνο της όλης συλλογικής δραστηριότητας. Αυτό γιατί η κατάτμηση της κοινωνίας της Θράκης σε κοινωνία «πλειονοτική» και σε κοινωνίες «μειονοτικές», –πρόβλημα που το ίδιο είναι πολιτισμικής, αλλά και πολιτικής μορφής–, δεν επιτρέπει μία γενική ανάλυση που θα περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες τις σχετικές με τον πολιτισμό που λαμβάνουν χώρα στην Ελληνική Θράκη. 

Ζούμε σε μία χώρα, η οποία μετά από μεγάλες ανακατατάξεις, προσπαθεί να ενσωματώσει συγγενικές, αλλά διαφορετικές τοπικές παραδόσεις. Η πρόσφατη συγκέντρωση των Ελλήνων στο εθνικό τους κράτος δεν πρέπει να σημαίνει μόνο μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ελληνική Θράκη, όπου συγκεντρώνονται πάνω στο ιστορικό, ανθρωπολογικό και παραδοσιακό υπόστρωμα πληθυσμοί προερχόμενοι από τις εστίες και τους χώρους του πάλαι ποτέ Ανατολικού Ελληνισμού. Η Ελληνική Θράκη αποτελεί σήμερα ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων από την Ελληνική Ανατολή.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η οριστική ενσωμάτωση της Ελληνικής Θράκης στο ελληνικό κράτος μετά το 1920 είναι στοιχεία καθοριστικά για τον προβληματισμό και την οργάνωση των πολιτιστικών συλλόγων και οργανώσεων που αναπτύχθηκαν μετά, αλλά και για την κινητοποίηση και δράση των ανήσυχων ατόμων που αισθάνθηκαν την ανάγκη να μελετήσουν και να περιγράψουν τις πραγματικότητες της Θράκης. Καθοριστική προϋπόθεση αποτέλεσαν τα πρότυπα των φιλεκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών συλλόγων της Ανατολικής Θράκης και της Κωνσταντινούπολης κατά τον 19ο αιώνα. Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή τον κύριο πληθυσμιακό, οικονομικό και πολιτισμικό πόλο του Θρακικού Ελληνισμού και μάλιστα το κέντρο της λεγόμενης καθ’ ημάς Ανατολής. Εκεί οι ελληνικές κοινότητες είχαν επιτύχει βαθμούς εκσυγχρονισμού και εθνικής αυτοσυνειδησίας και είχαν αναπτύξει μορφές πολιτικού φιλελευθερισμού που συνόδευε την ανάπτυξη μιας εκσυγχρονιστικής εθνικής αστικής τάξης[i].

Η ελληνική παρουσία στη σημερινή Ελληνική Θράκη περιοριζόταν, κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις πόλεις Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς), Σουφλί και Διδυμότειχο, όπως και στην παράλια περιοχή του Θρακικού Πελάγους. Η συγκρότηση των ρωμαίικων κοινοτήτων περιελάμβανε πολιτιστικούς συλλόγους[ii]. Οι εκπαιδευτικοί σύλλογοι της Θράκης υποστηριζόταν από τον «Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως» που ιδρύθηκε το 1861 και αποτέλεσε μία μορφή υπουργείου παιδείας για τον Ανατολικό Ελληνισμό.

Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922[iii] αρχίζει από τους πρόσφυγες λόγιους και επιστήμονες της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης η προσπάθεια για την εξασφάλιση της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη. Προσπάθεια, η οποία είναι τεράστια, συνεχίζεται, και η σημασία της δεν μπορεί ακόμα να γίνει αντιληπτή. Η ιστορία, η γεωγραφία, η λαογραφία, ο πολιτισμός της ευρύτερης Θράκης αποθησαυρίζονται μετά το 1922 σε επιστημονικές εκδόσεις, όπως τα "Θρακικά", που αρχίζουν να εκδίδονται το 1928 και φτάνουν τους 56 τόμους με πάνω από 16.000 σελίδες τη δεκαετία του 1950˙ το "Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού", έπειτα "Αρχείον Θράκης", που από το 1934 εξέδωσε μέχρι το 1976, 39 τόμους με 15.000 σελίδες˙ τα "Θρακικά" ως συνέχεια των δύο προηγούμενων περιοδικών, που εξέδωσαν από το 1978, 12 τόμους με 2.500 σελίδες˙ τα "Θρακικά Χρονικά", που εκδόθηκαν στην Ξάνθη το 1960 και μέχρι το 1992 και κυκλοφόρησαν 46 τεύχη και τόμους με 5.000 σελίδες˙ τη "Θρακική Επετηρίδα", που εκδίδεται στην Κομοτηνή από το 1960 και αριθμεί 11 τόμους με 5.000 σελίδες. και τέλος, το επιστημονικό περιοδικό «Περί Θράκης», που εκδίδεται στην Ξάνθη από το 2001 και αριθμεί έξι τόμους με 2.000 σελίδες.

Παράλληλα, στην Ελληνική Θράκη, όπως αυτή συγκροτήθηκε μετά την κατάτμηση και διαμοιρασμό της ευρύτερης Θράκης ανάμεσα σε τρία κράτη, δημιουργήθηκαν πολιτιστικοί σύλλογοι με πρωταγωνιστές τα μέλη γνωστών συλλόγων της Ανατολικής κυρίως Θράκης  που εγκαταστάθηκαν στην Ελληνική Θράκη ως πρόσφυγες. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το 1924 ο «Σύλλογος Αδριανουπολιτών» και στην Αθήνα το 1928 το «Θρακικό Κέντρο». Ακολούθησε η δημιουργία και η δραστηριοποίηση συλλόγων στην Αλεξανδρούπολη, η οποία κυριολεκτικά αποτελούσε μια προσφυγούπολη. Οπωσδήποτε η εκδοτική δραστηριότητα στη Θράκη παρέμεινε κατά τον Μεσοπόλεμο σχεδόν μηδενική και η γνώση της τοπικής ιστορίας ήταν ανύπαρκτη. Την ίδια περίοδο, η κεμαλική εθνικιστική προπαγάνδα γοήτευσε νέους διανοούμενους της μουσουλμανικής μειονότητας και οδήγησε στην ίδρυση εθνικιστικών συλλόγων που δραστηριοποιήθηκαν στους κύκλους της μειονότητας.[iv]

Αμέσως μετά τον πόλεμο σημειώνεται στην Ελληνική Θράκη σημαντική δραστηριότητα στη δημιουργία νέων συλλόγων που απέβλεπαν σε κοινωνικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση της «Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης» το 1952 και του «Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής» το 1959. Παράλληλα, αναδύονται άτομα που ανακαλύπτουν το ιστορικό βάθος του τόπου και αναλαμβάνουν να αναπτύξουν  και να περιγράψουν τη φυσιογνωμία του με εκδόσεις τοπικότητας. Το πρόβλημα όμως των περιορισμένων μέσων της περιφέρειας παραμένει: όπως και πριν την απελευθέρωση, πολλοί πνευματικοί άνθρωποι αναγκάζονταν να μετοικήσουν στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου οι συνθήκες σταδιοδρομίας και έκφρασης ήταν πολύ πιο ευνοϊκές[v].

Με την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών και τη λαϊκοποίηση της πολιτιστικής δράσης μετά τη μεταπολίτευση ιδρύονται στη Θράκη νέοι πολιτιστικοί οργανισμοί και δραστηριοποιούνται μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ένα νέο εκσυγχρονιστικό πνεύμα θα δημιουργήσει και θα αναδείξει τάσεις για συγκρότηση της τοπικότητας, μελέτη της τοπικής ιστορίας και αυτοσυνειδησία. Ως αποτέλεσμα θα εμφανισθεί στη Θράκη μία έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Κυριολεκτικά εκατοντάδες εκδόσεις που συναθροίζονται τα τελευταία χρόνια και βλέπουν το φως όχι μόνο στις τρεις μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, αλλά και σε μικρότερα και άγνωστα στον ευρύτερο ελληνικό χώρο πολίσματα[vi]. Ο τόπος και η ιστορία του μελετώνται και αποτυπώνονται σε ποικιλία εκδόσεων[vii]. Παράλληλα εκδίδονται σε διεθνές επίπεδο επιστημονικές μελέτες που πλουτίζουν τη βιβλιογραφία της Θράκης ως βιβλία αναφοράς[viii].

Στη Θράκη συνέβη κάτι μοναδικό για τα πολεοδομικά μας πράγματα: ολόκληρος ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης ανακηρύχθηκε το 1976 διατηρητέος[ix], πράγμα που πλούτισε τη Βόρεια Ελλάδα με ένα ανοικτό μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών και με τη διατήρηση μιας πόλης της καθ’ ημάς Ανατολής. Ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος διατηρούμενος οικισμός στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά αποτελεί και το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού κατά την ύστερη φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[x] που βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο.

Η ύπαρξη ενός εκτεταμένου παραδοσιακού οικισμού επιτρέπει στο Δήμο Ξάνθης την  άσκηση μίας αναπτυξιακής πολιτικής με κέντρο τον παραδοσιακό οικισμό και μοχλό τις πολιτιστικές διαστάσεις του. Εορταστικοί θεσμοί έχουν καθιερωθεί και λαμβάνουν χώρα συστηματικά. Αναφέρουμε το «Ξανθιώτικο Καρναβάλι - Θρακικές Λαογραφικές Γιορτές» που αριθμεί ζωή 45 ετών, ενώ αδιάλειπτα από το 1991 λαμβάνουν χώρα το φθινόπωρο «Οι Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης». Η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετέχει στις «Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης» με φωτογραφικές εκθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την εθνική και πολιτιστική ιστορία[xi].

Οι διαθέσεις της Άγκυρας και ο χειρισμός από μέρους της μουσουλμανικής μειονότητας της Ελληνικής Θράκης  ως στρατηγικής μειονότητας έδωσαν αφορμή στην έκδοση αριθμού βιβλίων που μελετούν και παρουσιάζουν τις πραγματικότητες της μουσουλμανικής μειονότητας και των εθνοτικών στοιχείων που τη συγκροτούν[xii]. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη μελέτη της προέλευσης και του πολιτισμού των Πομάκων[xiii], ορεινού αυτόχθονος φύλου της Ροδόπης, οι οποίοι, εκτός του ότι είναι μουσουλμάνοι, δεν έχουν καμία σχέση με την Τουρκία.

Με αφετηρία πάλι τη Μεταπολίτευση και με την πίεση της ανάγκης που επέβαλε η τουρκική απειλή ιδρύθηκαν στην Ελληνική Θράκη συλλογικοί φορείς. Η σκοπιμότητα των φορέων αυτών βασίσθηκε στην πολιτιστική καλλιέργεια ως στοιχείο ανάπτυξης. Τέτοιοι συλλογικοί φορείς είναι το «Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης»[xiv] που εδρεύει στην Ξάνθη και διαθέτει παράρτημα στην Κομοτηνή και το «Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης» ΠΑΚΕΘΡΑ[xv] που εδρεύει και αυτό στην Ξάνθη.

Το γενικότερο ενδιαφέρον για την Θράκη και η ανησυχία του ελληνικού κοινού επιβάλλουν την έκδοση βιβλίων για την Θράκη που τυπώνονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.  Πολλά από αυτά αναφέρονται στον απολεσθέντα Ελληνισμό της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης.[xvi]

Τα τελευταία χρόνια με την ωρίμανση της δεύτερης γενιάς των προσφύγων του 1922 αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την ευρύτερη Θράκη και κυρίως για την Ανατολική Θράκη. Αλλά και η ύπαρξη και λειτουργία συλλογικών οργανώσεων τοπικής κλίμακας στη Θράκη, αλλά και σε κύρια αστικά κέντρα της χώρας συγκροτεί μια μεγάλη προσπάθεια περισυλλογής και διατήρησης εθίμων και συνηθειών[xvii].

Στη Θράκη υπάρχουν σήμερα δύο αρχαιολογικά μουσεία, τρία λαογραφικά μουσεία, όπως και τρία εκκλησιαστικά μουσεία με θρησκευτικά κειμήλια.

Στη Θράκη, παρά τη σημερινή της περιθωριακή θέση, η μακραίωνη λόγια παράδοση είναι ζωντανή.



[i] Κ. Μαμώνη:  Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας 1861-1922. Ιστορία και δράση, Θεσσαλονίκη 1995.
[ii] Λήδα Ιστικοπούλου: Η σωματειακή κίνηση της Ξάνθης στο Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια):  Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008
[iii] Δ. Μαυρίδης: Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.
[iv] Δ. Γκιντίδης:  Κοινωνίες πολιτών. Μετασχηματισμοί της συλλογικότητας στη δημόσια σφαίρα της Θράκης, Περί Θράκης, τόμος 6ος, Ξάνθη 2007-2009.
[v] Η Ξάνθη είχε την τύχη να κρατήσει έναν αξιόλογο διανοούμενο, τον Στέφανο Ιωαννίδη (1923-2001), ο οποίος είναι ο πρώτος που επιχείρησε να συγγράψει και να εκδόσει βιβλία με αντικείμενο την τοπική ιστορία. Εκτός από τα βιβλία λογοτεχνίας εξέδωσε δύο φωτογραφικά λευκώματα και τη συλλογή άρθρων για την Ξάνθη Βαρταλαμίδι. Διηύθυνε και εξέδιδε για 30 χρόνια το περιοδικό Θρακικά Χρονικά.
[vi] Όπως π.χ. το βιβλίο των Δ. Μαυρίδη και Γ. Τσιγάρα :  Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου – τόπος συνάντησης πολιτισμών, που εκδόθηκε από τον Δήμο Βιστωνίδος στη Γενισέα το 2010.
[vii] Βιβλία γενικής τοπικής ιστορίας είναι για την Ξάνθη:  Π.Α. Γεωργαντζής: Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης Ξάνθη 1976 , Δ. Μαυρίδης:  Αγγελοφύλακτος Ξάνθη, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2007, Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια):  Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008, Φ. Κοτζαγεώργης: Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: η Ξάνθη (15ος-17ος αι., Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2009.
                Για την Κομοτηνή είναι: Σάββας Κουκλογεωργίου: Η Κομοτηνή του παρελθόντος, Δήμος Κομοτηνής 2006
Για την Αλεξανδρούπολη είναι: Σαράντης Καργάκος: Αλεξανδρούπολη, Αθήνα 2006.
Για το Σουφλί είναι: Μ. Πατέλης: Σουφλίου εγκώμιον , ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2001.
                Για το Διδυμότειχο είναι:  Φίλιππος Γιαννόπουλος: Διδυμότειχο. Ιστορία ενός βυζαντινού οχυρού, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1989, Αθανάσιος Γουρίδης: Το ιστορικό Διδυμότειχο, Δήμος Διδυμοτείχου 1999.
Για το σύνολο της Θράκης: Κυριακή Μαμώνη: Θρακικά μελετήματα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων  βιβλίων, Αθήνα 2004,  Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος: Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990, Νίκος Σοϊλεντάκης: Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού Πιτσιλός, Αθήνα 1996, Γ. Βογιατζής: Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικές συνέπειες, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1998, Θράκη, Ιστορικές και Γεωγραφικές Προσεγγίσεις Επιστήμη και Κοινωνία, Ειδικές Μορφωτικές Εκδηλώσεις, Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000
[viii] Benjamin Isaac: The Greek settlements in Thrace until the Roman conquest, Ε.J. Brill, Leiden 1986, Joelle Dalegre: La Thrace Grecque. L’ Hormattan, Paris 1995, Ivan Marazov, The Rogozen Treasure, Secor Publishers, Sofia, 1996,  Catherine Asdracha: Inscriptions protobyzantines et byzanines de la Thrace orientale et de l’île d’ Imbros (IIIe – XVe siècles). Présentation et commentaire historique, Ministère de la Culture, Caisse des Recettes Archéologiques, Athènes 2003, Peter Soustal: Thrakien (Thrake, Rodopi und Haimimontοs), TIB Band 6, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 1991, Andreas Kueltzer: Ostthrakien, ΤΙΒ Band 12, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 2008.
[ix] Κ. Θανόπουλος: Πορεία Αντίθετα. Η σύγκρουση για την προστασία της Παλιάς Ξάνθης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2005.
[x] Γ. Τσιγάρας: Οι εκκλησίες της Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2005, Δ. Μαυρίδης:  Σπίτια της Ξάνθης, ΔΕΑΞ, Ξάνθη 2009.
[xi] Αναφέρουμε μερικά από τα θέματα των εκθέσεων:  Μνεία της καθ’ ημάς Ανατολής, Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Αγγελοφύλακτος Ξάνθη , Τα σπίτια της Ξάνθης, Τα μοναστήρια  της Ξάνθης
                Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Παντελεήμων έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η τοπική Εκκλησία αισθάνεται την ανάγκη να συμβάλει στην ανάδειξη της ιστορικότητας και της ταυτότητας της Θράκης. Ο ίδιος έχει πραγματοποιήσει μνημειώδη έκδοση του σημαντικού αρχείου των πρακτικών της Δημογεροντίας Ξάνθης (Παντελεήμων Καλαφάτης, Μητροπολίτης Ξάνθης: Πρακτικά της Δημογεροντίας Ξάνθης 1892-1926 Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.), ενώ η Ιερά  Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου έχει εκδόσει αριθμό τίτλων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δίγλωσση έκδοση που καλύπτει όλα τα θρησκευτικά μνημεία, όλων των δογμάτων που βρίσκονται στο Νομό Ξάνθης. [Γ. Τσιγάρας (επιμέλεια): Θρησκευτικά μνημεία στο Νομό Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου – Μουφτεία Ξάνθης, Ξάνθη 2005].
[xii] Ε.Χ. Ζεγκίνης: Ο Μπεκτασισμός  στη Δυτική Θράκη, Συμβολή στην ιστορία της διαδόσεως του Μουσουλμανισμού στον ελλαδικό χώρο, ΙΜΧΑ,  Θεσσαλονίκη 1996 ,  Π.Γ. Παπαδημητρίου : Οι Πομάκοι της Ροδόπης, Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870-1990), Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003, Κ.Α. Τσιούμης:  Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960), Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006.
[xiii] Μ.Γ. Βαρβούνης: Λαογραφικά των Πομάκων της Θράκης, Πορεία, Αθήνα 1996,  Π. Θεοχαρίδης: Πομάκοι, οι μουσουλμάνοι της Ροδόπης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 1996. 
[xiv] Διαθέτει σχολές μαθητείας σε θέματα συντήρησης και διαχείρισης παραδοσιακού υλικού, εργαστήριο λογοτεχνίας και σχολές ζωγραφικής. Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και εκθέσεις. Έχει εκδώσει βιβλία τοπικότητας, όπως την ανάλυση της λαϊκής τέχνης της ορεινής περιοχής της Ροδόπης με τίτλο: «Το όμορον της Ροδόπης (Ξάνθη-Σμόλυαν)». Στεγάζεται σε αναστηλωμένα συγκροτήματα καπνεργοστασίων της παλιάς βιομηχανικής περιοχής του καπνού της Ξάνθης.
[xv] Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάζει βιβλία και, κυρίως, εκδίδει βιβλία τα οποία αθροίζουν δεκάδες. Οι τίτλοι των βιβλίων του ΠΑΚΕΘΡΑ καλύπτουν την τοπική ιστορία, αλλά και ολόκληρη την Ελληνική Ανατολή. Εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό Περί Θράκης. Στεγάζεται σε αναστηλωμένο οίκημα της Παλιάς Ξάνθης.
[xvi] Ι.Σ. Γιαννακόπουλος: Εν Σαράντα Εκκλησίαις της Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη, 1994,  Π. Λέκκου:  Οι μονές της Βόρειας και της Ανατολικής Θράκης, Εκδόσεις Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1999, Ακ. Μήλλας, Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2000, Ευδ. Σταυροκούκα: Στράντζα, Γιαννιτσά 2000, Δ. Μαυρίδης:  Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό. Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2003, Σ. Αν. Κζούνια: Μητρόπολη Γάνου και Χώρας της Ανατολικής Θράκης, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005, Χρ. Ζαφείρης: Μνήμης οδοιπορία, Ανατολική Θράκη, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008.
[xvii] Οπωσδήποτε στη σημερινή Θράκη υπάρχει αριθμός ατόμων που πέρα από τη συλλογική δράση συγγράφουν και εκδίδουν βιβλία. Στο περιβάλλον του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης δραστηριοποιούνται ο ιστορικός καθηγητής Γιώργος Παπάζογλου (εκδίδει τη σειρά Θρακική Βιβλιοθήκη), ο λαογράφος καθηγητής Μανώλης Βαρβούνης, ο ιστορικός καθηγητής Κώστας Χατζόπουλος, ο βυζαντινολόγος καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας, ο Φάνης Μαλκίδης και άλλοι. Στην Ξάνθη εκδίδουν βιβλία και μελέτες ο ποιητής Θανάσης Μουσόπουλος, ο δοκιμιογράφος Δημήτρης Βλάχος, ο τουρκολόγος Γιάννης Μπακιρτζής, ο λαογράφος Νίκος Κόκκας και ο δοκιμιογράφος Νίκος Κωνσταντινίδης, ο ιστορικός Πέτρος Γεωργαντζής, η αρχιτέκτων Χρύσα Μελκίδη, ο ιστοριοδίφης και λαογράφος Βασίλης Αϊβαλιώτης, ο ιστορικός Γιώργος Βογιατζής, ο ιστοριοδίφης Θωμάς Εξάρχου, ο ασχολούμενος με την οικολογική εκπαίδευση Νίκος Γερμαντζίδης,  ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μουτάφης και ο ιστοριοδίφης Χρήστος Μιχαλόπουλος. Στην Κομοτηνή η δημοσιογράφος Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη και ο ιστοριοδίφης Φ. Κωνσταντινίδης. Στην Αλεξανδρούπολη ο ιστοριοδίφης Μιχάλης Πατέλης. Στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα πολλοί είναι αυτοί που έχουν ασχοληθεί με τα ζητήματα της Θράκης, όπως ο λαογράφος Ευάγγελος Αυδίκος, η ιστορικός Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, η ιστορικός Ελένη Μπελιά, ο ιστορικός καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, η λαογράφος Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη, ο τουρκολόγος καθηγητής Φωκίων Κοτζαγεώργης και άλλοι.

Αναγκαίος ο εσωτερικός τουρισμός για τη Θράκη



Παρά τη δεινή οικονομική μας κατάσταση και παρά την ανάγκη εξεύρεσης τρόπων και μεθόδων αντιμετώπισης της δημοσιονομικής μας κρίσης, ελάχιστα έχει γίνει συνειδητό το πόσο σημαντικό ήταν, και είναι, το να προτιμούμε τα προϊόντα των δικών μας χεριών. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να γίνει επίσημη κρατική πολιτική, δεδομένης της παγκοσμιοποίησης και της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί, όμως, να γίνει κάποιο είδος συνείδησης το ότι προτιμώντας τα δικά μας προϊόντα δημιουργούμε θέσεις εργασίας για μας τους ίδιους. Άλλωστε, ο αχαλίνωτος δανεισμός και ο κυρίαρχος παρασιτικός καταναλωτισμός μπορούν μόνο με την παραγωγή πλούτου να αντιμετωπισθούν και παραγωγή πλούτου είναι κατά βάση ό,τι αγαθό και όποια υπηρεσία παράγονται και προσφέρονται μέσα στην ίδια τη χώρα μας.

Ο τουρισμός, που βέβαια έχει κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό κόστος, παραμένει ένα από τα λίγα προϊόντα για τα οποία διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός παρέχει υπηρεσίες που αποτελούν πηγή πλούτου για τη χώρα μας. Ειδικά, ο εσωτερικός τουρισμός, στο μέτρο που προτιμάται από τους Έλληνες, που αν δεν τον προτιμούσαν θα ταξίδευαν σε ξένους προορισμούς, είναι διπλά επωφελής.

Ειδικότερα ακόμη, όσον αφορά τη Θράκη, ο εσωτερικός τουρισμός προσφέρει εκτός από πλούτο και τη δυνατότητα να έρθει η Θράκη πιο κοντά στον εθνικό κορμό και να γίνει προσπελάσιμη, ώστε να μη θεωρείται πια μία εξωτική χώρα, που φαίνεται να βρίσκεται πολύ μακριά. Αλλά και ο εσωτερικός τουρισμός προς τη Θράκη βοηθά ώστε να παύσει επιτέλους η αδικαιολόγητη προικοδότηση της τουρκικής οικονομίας από τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ελλήνων, που επιμένουν κάθε χρόνο να πληρώνουν το ακριβό εισιτήριο του Τοπ Καπί και να αγοράζουν τα αμφίβολης ποιότητας δερμάτινα είδη και φολκλορικά παραφερνάλια, όπως αυτά προσφέρονται στη σκεπαστή αγορά της Κωνσταντινούπολης. Αν οι Έλληνες επισκέπτες αναζητούν στην Κωνσταντινούπολη την ανάμνηση της ατμόσφαιρας της καθ’ ημάς Ανατολής, αν θέλουν να βρεθούν και πάλι στην Αγιά Σοφιά, τότε καλώς, –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογούνται να κατασπαταλούν τεράστια ποσά σε ξέφρενες αγορές. Αν όμως αναζητούν τον εξωτισμό και το διαφορετικό, τότε αυτό μπορεί και η ίδια η πατρίδα μας με κάποιες μορφές να το προσφέρει. Και μπορεί να το προσφέρει με τρόπους αληθινούς και ουσιαστικούς, τέτοιους που οδηγούν στην αυτογνωσία και στη συνείδηση της ταυτότητας.

Η ανάπτυξη μορφών εσωτερικού τουρισμού στη Θράκη προσφέρει, εκτός από τα προφανή οικονομικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας, και την ενίσχυση των τοπικών οικονομιών με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως και τα ηθικά και  ιδεολογικά πλεονεκτήματα της παρουσίας μεγάλου αριθμού Ελλήνων πολιτών σε μια περιοχή που τους έχει ανάγκη.

Πολύμορφη και ποικιλόμορφη, κατοικούμενη από διαφορετικούς λαούς είναι η Ελληνική Θρά­κη. Πάνω από δασωμένα, γεμάτα μυστή­ριο βουνά ξεκινούν ποτάμια, πού περνών­τας από εύφορες πεδιάδες με μαύρο λιπαρό χώμα, καταλήγουν στο Θρακικό Πέλαγος. Εκεί, το βλέμμα ελεύθερο, δεν συναντά τα βουνά και τη θάλασσα της Νότιας Ελλά­δας, αλ­λά χάνεται μέσα στις θαμπές, γεμάτες θλί­ψη και απροσδιόριστη γοητεία, πεδιάδες. Η διαυγής σκέψη των Ελλήνων παίρ­νει στη Θράκη δρόμους διαφορετικούς. Δρόμους, πού οδηγούν στις ιδιόμορφες αντιλήψεις και τα βαθιά αισθήματα του βυζαντινού ελληνικού κόσμου. Τον ιδιόμορφο κόσμο της Θράκης ελάχιστα γνωρίζουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Οι επισκέψεις των Ελλήνων πέραν του Στρυμώνος και του Νέστου παραμένουν ακόμη και σήμερα πολύ περιορισμένες. Η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα στο συλλογικό εθνικό υποσυνείδητο ως χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Ωστόσο, η πρόσφατη κατασκευή της Εγνατίας Οδού έφερε τη Θράκη πολύ πιο κοντά προς τον κορμό του ελληνικού χώρου. Η αναζήτηση του εξωτικού και του διαφορετικού έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου τοποθετεί στο κέντρο των ταξιδιωτικών του προτιμήσεων. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής Ελλάδας παραμένει ένα από τα κύρια αιτήματα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη αποτελεί σήμερα ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε από τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και άλλους πολιτισμούς. Είναι όμως χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’  ημάς Ανατολής και οι εμπειρίες της βαλκανικής ενδοχώρας, στοιχεία στενά δεμένα με την ιστορία και την ταυτότητά μας. Η χώρα της Θράκης με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που την χαρακτηρίζουν παρουσιάζει μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.

Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της Ελληνικής Θράκης παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Η συνεχής αμμώδης παραλία του Θρακικού Πελάγους, που εκτείνεται από τον Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο,  τα δάση της  ορεινής περιοχής της Ροδόπης, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η λεκάνη και το Δέλτα του Έβρου, η λίμνη Βιστωνίδα, οι λιμνοθάλασσες και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, το Διδυμότειχο, το Σουφλί, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα μεγαλιθικά μνημεία και τα πέτρινα γεφύρια της Ροδόπης, τα φρούρια του Νέστου, τα αρχαία Άβδηρα, οι αρχαίες πόλεις της θρακικής ακτής, το μοναστικό Παπίκιο όρος, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεότερος οικισμός των Αβδήρων, μαζί με την αρχαία και σύγχρονη Μαρώνεια και οικισμούς όπως οι Μεταξάδες του Έβρου, συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στον κλασικό κόσμο, στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής. Εδώ ο φυγάδας της σύγχρονης αστικής ζωής ανακα­λύπτει μία Ελλάδα που την φαντάζεται και που την αποζητά.

Η συνύπαρξη φυσικού κάλλους, ανθρώπινης ποικιλομορφίας και ιστορικού περιβάλλοντος συναντάται συμπαγής και παραμένει πάντα στη διάθεση του ταξιδιώτη στην Ελληνική Θράκη. Για παράδειγμα, ο Νομός Ξάνθης μόνος του διαθέτει πλήθος από ενδιαφέροντα στοιχεία, που μπορούν να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του Νομού. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της γειτονικής Γενισέας, αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας  αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό αποι­κισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκον­ται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου έχουν αποτυπωθεί τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμε­νο­ποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα.

Ανάλογο ιστορικό περιβάλλον συναντά κανείς στην κοιλάδα του Έβρου, όπου στις Φέρρες η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Κοσμοσώτηρας δίνει την εντύπωση του προαύλιου της Κωνσταντινού­πολης, ενώ το βυζαντινό Διδυμότειχο και το βυζαντινό κάστρο του Πύθιου βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής. 

Αν θεωρήσουμε το απομακρυσμένο νησί της Σαμοθράκης ως τμήμα της Θράκης, τότε έχουμε έναν ακόμη πόλο έλξης που προσφέρει τα ερείπια της κλασικής αρχαιότητας μέσα σε ένα περιβάλλον μοναδικής φυσικής γοητείας.

Η ξενοδοχειακή υποδομή της Θράκης, παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Εκτός από τα δύο αρχαιολογικά, τα τρία εκκλησιαστικά και τα τρία λαογραφικά μουσεία της περιοχής, νέα μουσεία μπορούν να ιδρυθούν και να αναπτυχθούν, ώστε να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της καθ’ ημάς Ανατολής. Υπάρχει ήδη κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει και να ικανοποιήσει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα ήδη αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Θράκη. Το σταυροδρόμι των Ελλήνων. Φωτογραφίες Ντόρας Μηναϊδου - Μαρίας Φακίδη. Κείμενα Στάντη και Ήρκου Αποστολίδη, Εκδόσεις Αδάμ, Αθήνα 2000, σσ.400, εικ. 613.




Πρόκειται για εντυπωσιακού όγκου λεύκωμα με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, που καλύπτει ολόκληρο τον ιστορικό-γεωγραφικό χώρο της Βόρειας, Ανατολικής και Δυτικής Θράκης, όπως επίσης της Σαμοθράκης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Η έκδοση αυτή εντάσσεται στην κατηγορία παρόμοιων λευκωμάτων που κυκλοφορούν από τη δεκαετία του 1980 και παρουσιάζουν τους χώρους εντός και εκτός του σημερινού ελληνικού κράτους, στους οποίους έζησε και δημιούργησε επί αιώνες ο Ελληνισμός. Τα λευκώματα αυτά βοηθούν επίσης την εκ νέου προσέγγιση χώρων και μνημείων που μας είναι άγνωστα ή απωθημένα στο συλλογικό υποσυνείδητο, πλην όμως οικεία και γι’ αυτό μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για ταξίδια προσκυνήματος μύησης και αναζήτησης.
Η γενική εικόνα του βιβλίου ως λευκώματος είναι καλή, παρόλο που η σελιδοποίηση συχνά πάσχει από την ύπαρξη λευκών κενών χώρων σε αρκετές σελίδες. Πολλές φωτογραφίες είναι εξαιρετικές και τα θέματα καλά διαλεγμένα. Η εκτύπωση και η τεχνική πλευρά των φωτογραφιών είναι γενικά πολύ καλές. Ωστόσο, η παράθεση φωτογραφιών δεν αρκεί. Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα εισαγωγικά σημειώματα, ο σχολιασμός, ο υπομνηματισμός των φωτογραφιών του λευκώματος και η βιβλιογραφία βοηθούν πάντα τον απαιτητικό αναγνώστη να κατανοήσει πλήρως το φωτογραφικό υλικό. Πιθανόν οι συγγραφείς δεν θέλησαν να δώσουν έμφαση στο λόγο και προτίμησαν να προβάλουν μόνο την εικόνα.
Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένες παραλείψεις και ανακρίβειες:
Στη σ. 10, η λεζάντα της λιθογραφίας αναφέρει απλά ότι εικονίζεται η "συνθηκολό­γηση και παράδοση του Διδυμοτείχου". Ο αναγνώστης, φυσικά διερωτάται για ποιά γεγονότα πρόκειται και τι συνέβη γύρω στο 1838 που τυπώθηκε η λιθογραφία. Θα έπρεπε να σημειώνεται ότι πρόκειται για την «Πρώτη Ρωσία», δηλαδή την πρόσκαιρη κατάληψη του Διδυμότειχου από τους Ρώσους κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828/1829[1].
Στη σ. 31, δεν γίνεται λόγος για τους 260.000 πρόσφυγες που εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη κατά το 1922, αν και δίδονται αριθμοί για τις Νεοτουρκικές διώξεις του 1914 και για τους πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας (1906-1926).
Στη σ. 57 αναφέρεται ότι: "τα φημισμένα καπνά της Ξάνθης προέρχονται ως επί το πλείστον απ΄ τα Πομακοχώρια". Αυτό είναι ανακρίβεια, αφού είναι γνωστό ότι τα φημισμένα καπνά της Ξάνθης προέρχονται ως επί το πλείστον από τους γιακάδες[2], δηλαδή τους γηλόφους μεταξύ της Ροδόπης και του κάμπου της Ξάνθης, όπου οι Πομάκοι εγκαταστάθηκαν σχετικά πρόσφατα[3].
Στη σ. 66 αναφέρεται "το ροζ αρχοντικό του Αργίτη". Πρόκειται για αρχοντικό της Ξάνθης σε ύφος νεοκλασσικό με ανατολίτικα σαχνισιά, παλιά ιδιοκτησία Καλούδη, βαμμένο ανέκαθεν σε χρώμα ώχρας και μόλις πρόσφατα ατυχώς βαμμένο ροζ. Όσο για τον Αργίτη, είναι αμφίβολο αν τέτοιο όνομα υπήρξε στη Ξάνθη.
Στη σ. 67 δεν αναφέρεται ότι εικονίζεται το Νηπιαγωγείο Στάλιου, κτισμένο το 1870 σε ύφος νεοαναγεννησιακό, ως ευεργεσία του ομώνυμου πλούσιου καπνέμπορου προς την πόλη της Ξάνθης στα πλαίσια της κοινοτικής αντίληψης.
Στη σ. 81 αναφέρεται ότι η Μονή της Αρχαγγελιώτισσας στη Ξάνθη ιδρύθηκε το 1834-1835, ενώ είναι γνωστό ότι η μονή ανοικοδομείται τότε, μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1829, ενώ η ίδρυση της Μονής ανάγεται σε πολύ παλαιότερους χρόνους.
Στη σ. 125 φαίνεται να γίνεται σύγχυση μεταξύ Μαρώνειας και Τόπειρου που απέχουν η μια από την άλλη περί τα εκατόν είκοσι χιλιόμετρα.
Η εντύπωση που δίνεται για την Ανατολική Θράκη, ότι δηλαδή χάθηκαν τα ίχνη της ελληνικής παρουσίας (σ. 291) δεν είναι σωστή. Ο φιλέρευνος ταξιδιώτης μπορεί να ανακαλύψει ικανό αριθμό εκκλησιών, σχολείων και παλιών ελληνικών σπιτιών στις άλλοτε ελληνικές συνοικίες των πόλεων και των χωριών της Ανατολικής Θράκης.
Στη σ. 294 αναφέρεται ότι διατηρείται σήμερα στην Ραιδεστό, (που ποτέ δεν ήταν ούτε είναι κωμόπολη, όπως γράφεται στη σελ. 2), η οδός των Προξενείων και "κάνα-δυο δρόμοι με ξύλινα σπίτια στην σειρά". Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, αφού η οδός των Προξενείων κάηκε το 1936, εκτός από ένα τμήμα της με το κτήριο του "Θρακικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ραιδεστού - Αναγνωστήριο Βισάνθη", ενώ σώζονται πάνω από εκατό από τα χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια στις πάλαι ελληνικές συνοικίες.
Στη σ. 301 εικονίζεται κατά τον σχολιαστή η υπόγεια σκαπτή εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, ενώ πρόκειται για το ναό του Αγίου Νικολάου της Μηδείας[4].
Στη σ. 331 αναφέρεται ότι το νυν αρχαιολογικό μουσείο της Ραιδεστού βρίσκεται στη θέση του ναού της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας. Στην πραγματικότητα, ο ναός ήταν κτισμένος πιο κάτω, δίπλα στη θάλασσα, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Στρατιωτική Λέσχη. Στην ίδια σελίδα, το εικονιζόμενο σχολείο δεν είναι το «Γεωργιάδειο Αρρεναγωγείο», όπως γράφεται, αλλά «Τα Θεοδωρίδεια», παρθεναγωγείο κτισμένο από τους κληρονόμους του εμπόρου δημητριακών Κωνσταντίνου Θεοδωρίδη, με χρονολογία στο υπέρθυρο 1909[5].
Στη σελ. 335 η φωτογραφία 522 δεν απεικονίζει τα ερείπια της ανύπαρκτης Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, όπως γράφεται, αλλά αυτά της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Καλαφάτη[6] έξω από τη Χώρα των Γανοχώρων.
Στη σ. 336 (φωτογραφία 524), οι συγγραφείς δεν πληροφορήθηκαν πρώτον, ότι ο εικονιζόμενος πλάτανος φυτρώνει πάνω στο αγίασμα της μονής του Αγίου Γεωργίου κοντά στη θάλασσα, δεύτερον, ότι πίσω από τον εικονιζόμενο πλάτανο στους θάμνους, διασώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Θεοδώρων και, τρίτον, ότι από το σημείο αυτό αναχώρησαν οι Αυδημιώτες για τη Θεσσαλονίκη και την Αιδηψό, κατά το δραματικό Οκτώβριο του 1922[7].
Τελειώνοντας, εκφράζουμε την ευχή η επόμενη έκδοση αυτού του λευκώματος να περιλαμβάνει περισσότερα και ακριβέστερα κατατοπιστικά στοιχεία σχετικά με το φωτογραφικό υλικό και ελπίζουμε οι παρατηρήσεις μας να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση.


[1]       Δ. ΓΟΥΡΙΔΗΣ. Το ιστορικό Διδυμότειχο, Διδυμότειχο 1999, 61
[2]       Τουρκική λέξη που σημαίνει υψώματα.
[3]       Φ. ΑΛΤΖΙΤΖΟΓΛΟΥ: Οι γιακάδες και ο κάμπος της Ξάνθης, Αρχείον Γεωργοοικονομικών Μελετών Αγροτικής τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1941, σελ. 2
[4]       "Ανατολική Θράκη – Ιχνηλασία" ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2001, χάρτης 3.
[5]         ΑΝΩΝΥΜΟΣ, Ευεργέται Ραιδεστού,  Θρακικά 3  (1932)  372.
[6]       Π. ΛΕΚΚΟΣ, Οι μονές της Βόρειας και Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη 1999, 341·  Μ. ΓΕΔΕΩΝ,  Μνήμη Γιανοχώρων, Κωνσταντινούπολις, 1914, 50.
[7]       Μ. ΜΑΡΑΒΕΛΑΚΗΣ - Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ,  Αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης., Θεσσαλονίκη 1955, 450.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Η ανέγερση της Αγίας Σοφίας και η συνέχεια του Ελληνισμού.



Η Αγία Σοφία, η «μεγάλη εκκλησία» της Κωνσταντινούπολης στέκεται στην κορυφή του πρώτου λόφου της Πόλης και κοντά στο άκρο της ιστορικής χερσονήσου που περιβάλλεται από την Προποντίδα, τον Βόσπορο και τον Κεράτιο. Η Αγία Σοφία κτίσθηκε μεταξύ των ετών 532 και 537 και αποτελούσε οργανικό τμήμα του συγκροτήματος του παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Το κτίσμα που γνωρίζουμε σήμερα είναι το τρίτο κατά ιστορική σειρά και κτίσθηκε για να αναπληρώσει την κατεστραμμένη κατά τη Στάση του Νίκα προηγούμενη Αγία Σοφία. 

H ανέγερση της Αγίας Σοφίας έγινε μέσα σε πέντε χρόνια και δέκα μήνες, χρονικό διάστημα το οποίο φαίνεται απίστευτο δεδομένης της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του μνημείου[i]. Το ίδιο απίστευτο και μοναδικό είναι το γεγονός ότι ο Ανθέμιος παρουσίασε πρωτόλεια της κατασκευής (ινδάλματα, κάτι σαν τις σημερινές μακέτες), λίγες μόλις μέρες μετά την καταστολή της Στάσης του Νίκα και την καταστροφή της προηγούμενης εκκλησίας της Αγίας Σοφίας[ii]. Αλλά και απ΄ όλες τις απόψεις η Αγία Σοφία θεωρήθηκε, και είναι, κάτι «το μοναδικό στον κόσμο» (singulariter in mundo)[iii]. 

Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά, αλλά και τα πιο ιδιόρρυθμα κτήρια στην ιστορία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής και αποτελεί συνδυασμό της βασιλικής με τον περίκεντρο ναό με τρούλλο. Με τους μεγαλειώδεις χώρους και τον τρούλλο της Αγίας Σοφίας πραγματοποιείται η επιθυμία του βυζαντινού λαού για ένα ναό ικανό να «χωρέσει το Αχώρητον». Η Αγία Σοφία δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως «επίγειος ουρανός».
Η πραγματικότητα όμως και οι σημασίες που μεταφέρονται μέσω της Αγίας Σοφίας υπερβαίνουν τους ορισμούς. Η Αγία Σοφία πραγματοποιεί τη μετάβαση από τον αρχαίο στον βυζαντινό κόσμο ως ύψι στο δημιούργημα του ενιαίου Ελληνισμού μέσα στην συνέχεια και τη συνέπεια της ιστορίας του.
Η Αγία Σοφία μπορεί να γίνει αντιληπτή και ως καθρέπτης της ελληνικής ιστορίας. Αυτό συνδέεται με την συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει τη διϊστορική  εικόνα του μνημείου στη συλλογική μας συνείδηση. Γιατί εκείνο που βρίσκεται βαθιά μέσα στα πράγματα, αυτό συνεχίζει να αναδύεται, να επιμένει  και να παραμένει παρόν στην Αγία Σοφία. Υποστηρίζουμε ότι οι διαχρονικές αξίες και οι αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν το μνημείο αυτό μαρτυρούν τη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας. Κάτω από τις συγκυρίες και τις συμπεριφορές υπάρχουν αρχές και αρχέτυπα που επιμένουν, εμφανίζονται και συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις πραγματικότητες.
Κατ΄ αρχήν είναι παντού παρούσα στην Αγία Σοφία η θεμελιώδης γνωσιολογική αντίληψη των Ελλήνων για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της θέασης. Το πνεύμα χρειάζεται να δει για να κατανοήσει[iv]. Σ’ αυτό βοηθά το πολυσυζητημένο φως που χαρακτηρίζει το εσωτερικό του κτηρίου[v]. Αλλά και ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του όλου έργου, μας δίδει την αίσθηση της αντιδιαστολής προς την Ασία και τη Δυτική Ευρώπη. Όπως και η ποιότητα της επιστήμης που το δημιούργησε, μαζί με τη μορφή της αισθητικής που το σφραγίζει, μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται σε συμφωνία με τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις. Θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέ σουμε την απόρριψη της χρησιμοθηρικής επιστήμης, που διακηρύττουν οι δύο ιδιο φυείς δημιουργοί του έργου, όπως και την αποφασιστική τους στάση απέναντι στην απαίτηση της λογικής να περιορίσει και να καθορίσει τον κόσμο[vi]. 

Την ανέγερση της Αγίας Σοφίας ανέθεσε ο Ιουστινιανός σε δύο ιδιοφυείς επιστήμονες, εκπρόσωπους των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι παρέμειναν σταθεροί υποστηρικτές των αρχαίων ελληνικών παραδόσεων.
Οι προσωπικότητες των δύο δημιουργών της Αγίας Σοφίας γεννούν σήμερα ερωτήματα. Αμφότεροι, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, δεν ήταν γνωστοί ως δόκιμοι αρχιτέκτονες όταν ο Ιουστινιανός τους ανέθεσε την ανέγερση της Αγίας Σοφίας και ούτε είχαν πραγματοποιήσει άλλα οικοδομικά έργα[vii].
Επρόκειτο μάλλον για θεωρητικούς επιστήμονες, οι οποίοι έθεταν την επιστήμη τους σε εμπειρική απόδειξη και εφαρμογή και οι οποίοι ήταν γνωστοί ως «μηχανικοί» η ως «μηχανοποιοί»[viii]. Οι όροι αυτοί αφορούσαν τους λίγους επιστήμονες, τους οποίους απασχολούσε εκείνη την εποχή η θεωρία της Μηχανικής.

Ο Ανθέμιος, από τις Τράλλεις της Λυδίας, είχε την κύρια ευθύνη της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας, εκτός από την αρχιτεκτονική του μνημείου ήταν υπεύθυνος για την όλη οργάνωση των εργασιών και την οικονομική διαχείριση. Ο Ανθέμιος προήρχετο από προικισμένη οικογένεια διανοουμένων και ήταν γνωστός ως μαθηματικός και μελετητής της φυσικής επιστήμης. Εκείνο που τον απασχολούσε φαίνεται ότι ήταν η θεωρία και η κατασκευή μηχανών σε κάποια μορφή μιμητική των λειτουργιών του φυσικού κόσμου[ix].Ήταν θεωρητικός επιστήμονας και αρέσκονταν να κατασκευάζει πρωτότυπα  μηχανήματα χωρίς φανερή πρακτική αξία. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος της πραγματείας του: «Περί παραδόξων μηχανημάτων»[x], όπου μεταξύ άλλων συζητείται και η σχεδίαση της έλλειψης. Ασχολήθηκε με την παραγωγή ενός τεχνητού σεισμού, με τη χρήση της δύναμης του ατμού, όπως και με την κατασκευή ενός μεγάλου κατόπτρου[xi]. Αναφέρεται ακόμη ως ζωγράφος και γλύπτης. Συνέγραψε θεωρητικά κείμενα, μεταξύ των οποίων τη συνέχεια της πραγματείας του Αρχιμήδη για τα σφαιρικά κάτοπτρα μετά από ανάλυση της θεωρίας των κωνικών τομών[xii]. O Παύλος Σιλεντιάριος τον χαρακτήρισε ως «πολυμήχανο»[xiii].

Ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, ήταν αυθεντία στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος γεωμέτρης της ύστερης αρχαιότητας. Φαίνεται ότι ο Ισίδωρος είχε διδάξει στα Πανεπιστήμια της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης και ότι είχε σχέσεις με την Πλατωνική Ακαδημία, πριν το κλείσιμό της απ' τον Ιουστινιανό[xiv]. Ένα γνωστό σύγγραμμά του αφορούσε σχόλιο σε πραγματεία του Ιέρωνα της Αλεξάνδρειας. Είχε επίσης εκδόσει τα έργα του Αρχιμήδη.

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της Αγίας Σοφίας μας συνδέει λοιπόν, κατά κάποιους τρόπους, με τον αρχαίο κόσμο και τις κλασσικές αντιλήψεις. Αυτό είναι εμφανές στην αίσθηση του μέτρου που αποπνέει όλο το οικοδόμημα και στην ανθρωποκεντρική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον σχεδιασμό του.

Παρά το ότι αμφότεροι οι υπεύθυνοι για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας δεν είχαν κατασκευαστικές εμπειρίες, ωστόσο, στην πράξη υπερέβησαν και τις προσδοκίες, και τα καθιερωμένα: Έθεσαν μεγάλους και υψηλούς στόχους και επινόησαν εκπληκτικές κατασκευές. Αυτό που κατασκεύασαν εξάντλησε όλα τα περιθώρια και υπερέβη όλους τους συντελεστές ασφαλείας. Για πολλούς, είναι ανεξήγητο πώς το κτίσμα στάθηκε και πώς ακόμη στέκεται, μετά από τριάντα σεισμούς και δεκαπέντε αιώνες. Οι έμπειροι πρωτομάστορες και οι βοηθοί τους θα πρέπει να έμειναν κατάπληκτοι από τα τολμηρά πειράματα των δύο νεοφώτιστων αρχιτεκτόνων[xv]. Όλοι, όμως, συγκλονίστηκαν όταν η Αγία Σοφία παραδόθηκε στο κοινό. Ο συγκλονισμός αυτός συνεχίζει αδιάπτωτα να γεννιέται με την ίδια ένταση και στους σημερινούς επισκέπτες. Είχε δημιουργηθεί κάτι, που όχι μόνο δεν μπορούσε να εξηγηθεί τεχνικά, αλλά ήταν και αισθητικά απίστευτο: Από τον απέραντο εσωτερικό χώρο και την μυθική χρωματική εντύπωση μέχρι τον αιωρούμενο (μετεωριζόμενο κατά τον Προκόπιο[xvi]) τρούλλο[xvii]. Πρόκειται για μια νέα σύλληψη με κοσμοϊστορικές σημασίες, ανεξάρτητη από εξελικτικές διαδικασίες. Πρόκειται για κορυφαία δημιουργία που αναδύεται αιφνιδίως, χωρίς την προετοιμασία που συνήθως μετά από μακροχρόνιο διάστημα καταλήγει σε κορύφωση. Δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά μνημεία που θα αποτελούσαν προϋποθέσεις για την εξελικτική προετοιμασία και πορεία προς την Αγία Σοφία[xviii].

Τεράστια μέσα[xix] και πολύτιμα υλικά διέθεσε ο Ιουστινιανός για την ανέγερση της Μεγάλης Εκκλησίας[xx]. Ο πλούτος και οι κυματισμοί των υλικών δίδουν στο φως ένα απόκοσμο χαρακτήρα[xxi]. Ο ναός φωτίζεται από εκατό παράθυρα. Αλλά ας αφήσουμε τον Προκόπιο να περιγράψει την εντύπωση που προκάλεσε το φως της Αγίας Σοφίας: «Ο χώρος δεν φωταγωγείται από έξω από τον ήλιο, αλλά λάμπει και ακτινοβολεί με φως που η πηγή του βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού»[xxii]. Το φως αντανακλάται και ιριδίζει στις μαρμάρινες πολύτιμες επιφάνειες και μια φαντασιακή ομίχλη διαχέεται και εξαπλώνεται στο χώρο. Το φως καταλάμπει μέσα από τους ψηφιδωτούς σταυρούς στους χρυσούς ουρανούς και πάνω στα βαθιά χρώματα των ψηφιδωτών διακοσμήσεων και δημιουργεί την αίσθηση και τη βεβαιότητα της ουράνιας πραγματικότητας που θεία χάρη προσφέρει στους επισκέπτες.

Όπως και να περιγραφούν οι εντυπώσεις που δημιουργούνται, είναι βέβαιο ότι πρόκειται για χώρους σαφείς και ορισμένους, πλην υπερβατικούς. Χώρους, όπου συνυπάρχουν το μυστηριώδες με το καθορισμένο και το επέκεινα με το εδώ. Αλλά στην Αγία Σοφία δεν έχουμε τη συντριπτική κυριαρχία που θέλουν να υποβάλλουν τα ανατολικά ιερά, ούτε την επιτακτική απαίτηση της ανάτασης που επιβάλλουν οι γοτθικοί ναοί της Δύσης. Εδώ υπάρχει, πάντα και παντού, μια αίσθηση ενανθρώπισης, ισορροπίας και μέτρου, η οποία είναι η συνέχεια και η αποκορύφωση του κλασσικού ελληνικού ανθρωπισμού. Κατά τον Προκόπιο το κτήριο χαρακτηρίζεται «τη αρμονία του μέτρου»[xxiii].

Όπως και να ερμηνεύσουμε το έργο των δύο ιδιόρρυθμων και αυτοδίδακτων αρχιτεκτόνων, εκείνα που σήμερα φαίνονται σημαντικά, εκτός από την υψηλή αισθητική του έργου, είναι η ποιότητα και το ηθικό επίπεδο της επιστήμης τους, αλλά και ο χαρακτήρας της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε.

Είναι λοιπόν οι δημιουργοί του έργου θεωρητικοί επιστήμονες, οι οποίοι κατά την πάγια ελληνική αντίληψη δεν θέτουν την επιστήμη τους σε χρησιμοθηρικά πλαίσια. Πρόκειται για καθαρή επιστήμη η οποία βρίσκεται έξω από τις ανάγκες και η οποία δεν είναι δυνατόν να υπηρετήσει σκοπιμότητες. Αυτό εμείς σήμερα δύσκολα μπορούμε να το καταλάβουμε, αφού έχουμε την εμπειρία της χρησιμοθηρικής και εργαλειακής επιστήμης, η οποία μας απειλεί όλους, ανατρέποντας την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Αλλά και την πικρή εμπειρία μιας επιστήμης η οποία επινοεί τα μέσα της καθολικής καταστροφής. Μια τέτοια επιστήμη εξυπηρετεί σκοπιμότητες οι οποίες αποβλέπουν στην υποταγή της φύσης και στην εξυπηρέτηση βλάσφημων σκοπών, όπως είναι η παγκόσμια κυριαρχία. Για την Ορθοδοξία οι σκοπιμότητες αυτές δεν είναι παρά αποτελέσματα μιας πτώσης. Αυτό είναι επίσης αδιανόητο και για τις ελληνικές αντιλήψεις, πρόκειται για την ύβρη που υπερβαίνει κάθε μέτρο και αλαζονικά παραβιάζει την κοσμική και θεία τάξη. Άλλωστε, πάγια είναι η ελληνική αντίληψη που σαφώς διατυπώνει ο Πλάτων: «Πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται»[xxiv].

Όμως και η υψηλή τέχνη με την οποία πραγματοποιήθηκε το έργο της ανέγερσης της Αγίας Σοφίας δεν είναι σήμερα κατανοητή ως αποτέλεσμα που προέρχεται από επιστήμονες με θεωρητική κατάρτιση. Μας είναι σήμερα αδιανόητη η απουσία των στεγανών που περιορίζουν τις ανθρώπινες δραστηριότητες και επιβάλλουν ανθρώπινες συμπεριφορές περιορισμένες σε στενά πλαίσια, στεγνές από ουσιαστικές ποιότητες. Στεγανά τα οποία εμποδίζουν την τέχνη από το να είναι λαϊκή, αυθόρμητη και αυθεντική. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα η τέχνη αποτελεί δραστηριότητα που μάλλον εξυπηρετεί σκοπιμότητες, παρά αυτό που παλαιότερα είχε χαρακτηρισθεί ως «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό»[xxv].



[i]    Έπρεπε να καθαρισθεί ο χώρος, να απαλλοτριωθούν ιδιοκτησίες, να συλλεγούν τα σπάνια και πολύτιμα οικοδομικά υλικά απ’  όλη την Αυτοκρατορία, να ετοιμαστούν τα σχέδια και οι μελέτες , αλλά και μετά την έναρξη των εργασιών να επιλυθούν περίπλοκα προβλήματα, όπως  η προσαρμογή του τρούλλου στις μεγάλες αψίδες. Ενδεικτικό των δυσχερειών είναι οι αλλαγές και οι προσαρμογές που συνεχώς γινόταν πάνω στα αποφασισμένα σχέδια και στις υπό εκτέλεση κατασκευές. Όπως η εκκλησία ανυψωνόταν, οι αλλαγές και οι νέες μορφές των κατασκευών έδιναν νέα όψη σε ολόκληρο το έργο. Παρόμοια κατάσταση θα χαρακτηρίζει και τις ανεγέρσεις των γοτθικών εκκλησιών της Κεντρικής Ευρώπης μερικούς αιώνες μετά. Εκεί όμως θα χρειασθούν για τη συμπλήρωσή τους πολλές δεκαετίες. 
[ii]    Προκοπίου Καισαρέως : Περί κτισμάτων. Λόγος Α,20.
[iii]   The Chronicle of Marcellinus, trans and commentary by B. Croke, Sydney 1995, p.47
[iv]           Χαρακτηριστικός και διδακτικός είναι ο μύθος του σπηλαίου από την Πολιτεία  του Πλάτωνα.
[v]   Αν και σήμερα ο φωτισμός της Αγίας Σοφίας από τον έξω χώρο έχει μειωθεί, αφού έχουν καταργηθεί παράθυρα και οι στηρίξεις και τα αντερείσματα εμποδίζουν το φως προς τα παράθυρα.
[vi] Σύμφωνα με την πάγια αποφατική στάση των Ελλήνων.
[vii] Krautheimer R. : Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σ. 255.
[viii]         W. Eugene Kleinbauer : Saint Sophia at Constantinople, William L. Bauhan Publisher, Dublin, New Hampshire 1999, p.12
[ix]  Αγαθίας : Ιστορία v.6.3, Kleinbauer, p.13, G.L. Huxley: Anthemius of Tralles, A Study in Later Greek Geometry, Cambridge, Massachusetts, 1959.
[x]   Huxley, p.6.
[xi]  Το ενδιαφέρον του Ανθέμιου για τη θεωρία των κατόπτρων συνδέεται άμεσα με τον χειρισμό του φωτός στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και με τον περίφημο σχεδιασμό του αρχικού τρούλλου της ίδιας εκκλησίας. (Ιάκωβος Ποταμιάνος: Το φως στη βυζαντινή εκκλησία, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 200-214). Δεν πρόκειται βέβαια για τη θεωρία των καυστικών κατόπτρων, αλλά για το πρόβλημα του σταθερού φωτισμού ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του χρόνου.
[xii] Γενικά η κοινωνία της Κωνσταντινούπολης θεωρούσε τον Ανθέμιο πρόσωπο ιδιόρρυθμο, Αγαθίας v.6.7-8.6. Υπάρχουν ανέκδοτα σχετικά με την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Ανθέμιου. Κατά τον Αγαθία ο Ανθέμιος βρισκόταν σε κακές σχέσεις με τον γείτονά του, φίλο του αυτοκράτορα, ρήτορα Ζήνωνα, ο οποίος για κάποιο λόγο μήνυσε τον Ανθέμιο, που φρόντισε να πάρει εκδίκηση με τη βοήθεια της μηχανικής επιστήμης που κατείχε. Σε δωμάτιο εφαπτόμενο της κατοικίας του Ζήνωνα, ο Ανθέμιος εγκατέστησε περίκλειστους λέβητες  γεμάτους νερό, το οποίο ζέστανε μέχρι ατμοποίησης. Ο ατμός διοχετεύτηκε μέσω δερμάτινων αγωγών στα θεμέλια της κατοικίας του Ζήνωνα. Η πίεση του ατμού προκάλεσε κλυδωνισμούς στο σπίτι του Ζήνωνα, ο οποίος το εγκατέλειψε έντρομος, πιστεύοντας ότι λάμβανε χώρα ισχυρός σεισμός. Επιπροσθέτως, ο Ανθέμιος επινόησε κάποιο μηχάνημα που δημιουργούσε ενοχλητικούς θορύβους ώστε να ενοχλεί τον Ζήνωνα, όπως και κάποιο κάτοπτρο με το οποίο αντανακλώντας τις ακτίνες του ηλίου  τύφλωνε τον Ζήνωνα όταν αυτός βρισκόταν στο σπίτι του. Ο Ζήνων σύντομα διαπίστωσε τα τεχνάσματα του Ανθέμιου και τον έσυρε μπροστά στον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος θυμόσοφα παρατήρησε με χαρακτηριστικό παγανιστικό συμβολισμό ότι του ήταν αδύνατο να περιορίσει ταυτόχρονα τη δύναμη του Δία να προξενεί βροντές και αυτή του Ποσειδώνα να γεννά σεισμούς.  Σε μια άλλη ιστορία ο Ανθέμιος βοηθά την απελπισμένη μητέρα νεαρού στηλίτη να τον κατεβάσει από την στήλη με τρόπο που να φαίνεται ως θεία επέμβαση και όχι ως υπαναχώρηση και παράβαση της απόφασής του να παραμείνει στη στήλη μόνιμα.
[xiii]         Paulos Silentiarius: Description S. Sophiae, ed. B.G. Niebuhr, Bonn 1837, σειρές 267-278.
[xiv]         Υπάρχουν μόνο αόριστες φιλολογικές πληροφορίες γι’  αυτό.
[xv]         Krautheimer, σ. 261.
[xvi]         Προκόπιος, Λόγος Α,51
[xvii]         Πρόκειται για τον τρούλλο που σχεδίασε και κατασκεύασε ο Ανθέμιος. Η καμπυλότητα του τρούλλου αυτού ήταν πολύ μικρή, πράγμα που ίσως ήταν και η αιτία της πτώσης του. Η καμπυλότητα του τρούλλου του Ανθέμιου ακολουθούσε την εξωτερική καμπυλότητα των σφαιρικών τυμπάνων, πράγμα που σήμερα δεν ισχύει, αφού ο τρούλλος που σήμερα υφίσταται έχει πολύ μεγάλη καμπυλότητα.  Το 558 μετά από σεισμούς ο τρούλλος του Ανθέμιου κατέρρευσε. Η επανακατασκευή του ανατέθηκε στον Ισίδωρο τον Νεότερο, ανιψιό του Ισιδώρου, ο οποίος, όπως και ο Ανθέμιος, είχε τότε πεθάνει. Σύμφωνα με τον Αγαθία, ο οποίος είχε εμπειρία και από τους δύο τρούλλους, ο αρχικός τρούλλος του Ανθέμιου συνιστούσε το κύριο και ουσιώδες στοιχείο του εσωτερικού και του εξωτερικού της Αγίας Σοφίας και γεννούσε απεριόριστο θαυμασμό, περισσότερο από αυτόν που γεννούσε ο τρούλλος που τον αντικατέστησε. Ο Αγαθίας σχολιάζει μάλιστα το ότι ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεότερου ήταν πιο καμπύλος και πιο στενός από τον αρχικό του Ανθέμιου, πράγμα που περιόριζε την ομορφιά του. (Ιστορία v.9.3.) Αλλά και ο τρούλλος του Ισίδωρου του Νεώτερου κατέπεσε το 989 και πάλι το 1346, ενώ αργότερα κατά τον 19ο αιώνα ενισχύθηκε κατά την ανακαίνιση που επιχείρησαν οι αδελφοί Fossati.
[xviii]        Δεν υπάρχει ιστορική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τη συνηθισμένη αναφορά ότι ο Ανθέμιος σχεδίασε την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, που είναι σχεδόν σύγχρονη με την Αγία Σοφία και συχνά θεωρείται ως πρωτόλειό της.
[xix]  Κατά τον Προκόπιο  «ο βασιλεύς αφροντιστήσας χρημάτων απάντων εις την οικοδομήν σπουδή ίετο, και τους τεχνίτας εκ πάσης γης ήγειρεν άπαντας».
[xx] Ιδίως η εσωτερική ορθομαρμάρωση, οι κολώνες και τα κιονόκρανα έχουν κατασκευαστεί από εξαιρετικής ποιότητας μάρμαρα και βρίσκονται σε περίπλοκη αρμονική διάταξη σε σχέση με το μέγεθος, τις αναλογίες και το χρώμα τους. Τα χρώματα των μαρμάρων αποκρύπτουν και εξαϋλώνουν το βάρος της πέτρας και των κεραμικών υλικών. Η πολυμορφία των υλικών είναι και σήμερα ορατή στην Αγία Σοφία. Μπορούμε μεταξύ άλλων να διακρίνουμε μαύρες πέτρες από τον Βόσπορο, πράσινο μάρμαρο από την Κάρυστο, πολυχρωματική πέτρα από την Φρυγία, πορφυρό γρανίτη με ασημένιες γραμμές από την Αίγυπτο, πράσινο ανοικτό μάρμαρο από τη Σπάρτη, μάρμαρο από την Ισαυρία με κόκκινες και λευκές φλέβες, κίτρινη πέτρα από τη Λιβύη, ποικιλίες όνυχα, όπως και το τοπικό μάρμαρο από την Προκόννησο με το οποίο είναι στρωμένο το δάπεδο του ναού.
[xxi]         Σε μεγάλο βαθμό η εντύπωση που το φως της Αγίας Σοφίας προξενούσε ξεκινούσε από τον φωτισμό του αρχικού τρούλλου που σχεδίασε ο Ανθέμιος. Ο τρούλλος αυτός όπως φαίνεται είχε τη μοναδική δυνατότητα να φωτίζεται σταθερά ανεξάρτητα από τη θέση του ήλιου στον ουρανό και την εποχή του έτους.  Ο Ανθέμιος είχε επιτύχει να απαντήσει στο θεμελιώδες αίτημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής πραγματοποιώντας την εντύπωση του «άκτιστου φωτός», που πηγή του είναι η κορυφή του τρούλλου, όπου και η εικόνα του Παντοκράτορα.  Ο σχεδιασμός της εσωτερικής επιφάνειας του τρούλλου αποτελούσε στην ουσία ένα κάτοπτρο, το οποίο δημιουργούσαν οι χρυσές ψηφίδες που περιέβαλαν τον μεγάλο σταυρό που υπήρχε στο μέσον του τρούλλου. Τα δε παράθυρα στη βάση του τρούλλου είχαν φαίνεται σχεδιασθεί ως ελλειπτικά κάτοπτρα διπλής καμπυλότητας ώστε να είναι «φέγγους διαρκώς αγωγοί», (Προκόπιος: Λόγος Α, σ. 43). Το πρόβλημα του κατόπτρου που θα μπορούσε να κατευθύνει τις ακτίνες του ηλίου σε κάποιο ορισμένο σημείο ενός κτηρίου, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θέσεις του ήλιου κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε επιλυθεί από τον Ανθέμιο στην πραγματεία του «περί παραδόξων μηχανημάτων» (Huxley, σ.6-9). Εκεί ο Ανθέμιος είχε θέσει με σαφήνεια και προνοητικότητα το πρόβλημα:  «ζητείται η πρόσκρουση μιας ακτίνας του ηλίου προς μία ορισμένη σταθερή θέση, χωρίς ποτέ η ακτίνα να απομακρύνεται σε οποιαδήποτε ώρα ή εποχή του έτους» (Huxley, σ.6) 
[xxii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 30, 31.
[xxiii]         Προκόπιος, Λόγος Α, 21.
[xxiv]         Μενέξενος, 19.
[xxv] Σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του  Immanuel Kant.