Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης


1) Οἱ ἑλληνικές κοινότητες στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Οἱ ἑλληνικές κοινότητες κατά τήν Τουρκοκρατία ἀποτελοῦν σπουδαῖο, ἀλλά λίγο γνωστό ἐπίτευγμα. Τήν ἀπαθλίωση καί τήν ἐξάρθρωση τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς δύο πρώτους αἰῶνες μετά τήν ἅλωση, ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξή του. Ἡ μακραίωνη πολιτική παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνδυάζεται μέ τήν ἐκκλησιαστική εὐχαριστιακή σύναξη μέσα στήν ἐμπειρία τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος. Ὁ θεσμός τῶν κοινοτήτων ἀνήκει στούς μεσοβυζαντινούς χρόνους, ὅταν ἀναφέρονται κοινότητες διοικούμενες ἀπό "πρωτεύοντες καί πατέρες τῶν πόλεων". Ἡ αὐτοδιοίκηση τῶν κοινοτήτων εἶναι ἕνα λαμπρό παράδειγμα ὑπεύθυνης κοινωνικῆς δημοκρατίας, ἀλληλεγγύης, φιλανθρωπίας, ἐπαγγελματικῆς συντεχνιακῆς ὀργάνωσης καί συνείδησης τῆς ἀξίας τῆς παιδείας. Πρόκειται στήν οὐσία γιά ἕνα ἐπιτυχές πολιτικό σύστημα, πού βασίζεται σέ μία ἀντίληψη συμμετοχικῆς ἄμεσης δημοκρατίας καί ἔχει ὡς πυρῆνα τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ κοινοτική ὀργάνωση συμπληρώνεται μέ τήν ἵδρυση σχολείων καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Παράλληλα, οἱ Ρωμηοί ἐπαγγελματίες ὀργανώνονταν οἰκονομικά σέ συντεχνίες (ἰσνάφια). Οἱ συντεχνίες ἦταν στενοί σύνδεσμοι ὁμοτέχνων καί εἶναι συνέχεια τῆς ἀνάλογης βυζαντινῆς πρακτικῆς. Τίς συντεχνίες ἀνέχθηκαν οἱ Τοῦρκοι γιατί συνέφεραν οἰκονομικά.
Οἱ Ρωμηοί, —ὑπήκοοι δεύτερης κατηγορίας—, ἀνέρχονται μέ τή βοήθεια τῆς συνθήκης τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774) καί τῆς ὀθωμανικῆς μεταρρύθμισης τοῦ "Τανζιμάτ" (1839) καί γίνονται σημαντικό τμῆμα τῆς ἀστικῆς τάξης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶναι οἱ Ρωμηοί τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ὀργανωμένοι σέ κοινότητες πολιτικά ὑποταγμένες, ἀλλά πολιτιστικά καί οἰκονομικά κυρίαρχες. Τίς ἑλληνικές κοινότητες ὁδηγεῖ ἡ συναίσθηση ἑνός ἔθνους οἰκουμενικοῦ μέ συνείδηση τοῦ ἱστορικοῦ καί πολιτιστικοῦ του  χρέους.
Οἱ ρωμαίικες κοινότητες ἐπωφελοῦνται ἀπό τίς σχετικές ἐλευθερίες, πού ἐπιτρέπουν οἱ ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις, καί ἐπιτυγχάνουν οὐσιαστικά νά αὐτοδιοικοῦνται. Στήν Ξάνθη, ἡ Δημογεροντία φροντίζει τά σχολεῖα, διαχειρίζεται τά ἔσοδα τῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν μοναστηριῶν, ὅπως καί τήν κοινοτική περιουσία, κανονίζει μέ ψηφοφορία προβλήματα καί διαφωνίες, ἐνῶ ἐπιβάλλει σωφρονιστικές ποινές. Στήν πραγματικότητα ἡ Δημογεροντία διοικεῖ, διαχειρίζεται καί τιμωρεῖ. Οἱ ἴδιοι οἱ Δημογέροντες ἐκλέγονται μέ γενική συνέλευση τῶν Ρωμηῶν τῆς πόλης.

2) Οἱ σύλλογοι καί ἡ παιδεία στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Μεγάλη εἶναι ἡ αἴγλη τῆς παιδείας στούς ρωμαίικους πληθυσμούς τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, τόσο ὥστε ἡ παιδεία γίνεται μία ἀπό τίς πιό σπουδαῖες μέριμνες τῶν κοινοτήτων.
Ἡ παιδεία, πραγματώνεται κατά τόν 19ο αἰῶνα μέ τούς συλλόγους. Ἡ ἱστορία τῶν ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων τῆς Θράκης ἀρχίζει μέ τήν ἵδρυση τοῦ "Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" τό 1861, πού ἀμέσως ἀνέπτυξε λαμπρή δράση ὡς ὀργανωτής τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ ἀλύτρωτου Ἑλληνισμοῦ. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ἱδρύθηκαν σέ ὅλη τήν Ἀνατολή, τήν Μακεδονία καί τήν Θράκη καί ἰδίως στήν Ἀνατολική Θράκη, ὅπου ὑπῆρχαν συμπαγεῖς καί ἀκμαῖοι ἑλληνικοί πληθυσμοί, ("Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ραιδεστοῦ" 1871, "Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ἀδριανουπόλεως" 1872). Στήν Ξάνθη, μετά τά παλιά "Ταμεῖα τοῦ Ἐλέους", τόν "Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο" καί τήν "Ἑταιρεία τῶν Ξένων", ἱδρύεται τό 1900 ὁ "Μουσικογυμναστικός Σύλλογος Ὀρφεύς".
Τά μέλη τῶν συλλόγων ἀποκαλοῦνταν μεταξύ τους ἀδελφοί. Οἱ τάσεις αὐτές ἐνισχύονται ἀπό τούς ἐθνικιστικούς ἀνταγωνισμούς πού ἐπικρατοῦν στή Βαλκανική πρίν καί, κυρίως, μετά τό 1878. Ἡ βουλγαρική ἐθνικιστική ἀφύπνιση μαζί μέ τήν ἀπειλή τοῦ πανσλαβισμοῦ, τῆς προσχώρησης στή βουλγαρική ἐξαρχία καί τήν ἀπειλούμενη ἐθνική ταυτότητα τῶν Ρωμηῶν, ὁδηγοῦν τούς Ρωμηούς ἀστούς τῆς Κωνσταντινούπολης σέ ἀνάληψη δράσης, στήν ὁποία πρωτοστατοῦν οἱ κυριώτεροι εκπρόσωποι τοῦ παροικιακοῦ κεφαλαίου, ἄνθρωποι μέ μεγάλη οἰκονομική, κοινωνική καί πολιτική δύναμη.
Οἱ σύλλογοι τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης ὑποστηρίζονται ἀπό τόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", πού ἱδρύθηκε στήν Ἀθήνα τό 1869 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
Οἱ σκοποί τῶν συλλόγων ἦταν κυρίως ἐκπαιδευτικοί καί ἀπέβλεπαν πρωτίστως στή μόρφωση τῆς νεολαίας καί δευτερευόντως τῶν ἐνηλίκων, φιλοδοξώντας στήν ἀνάδειξη καί τόνωση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἦταν μία ἔκφραση τῆς ἀνόδου τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τῶν συλλόγων πρωτοστατοῦσαν οἱ ἀστοί ἔμποροι καί βιοτέχνες μέ θαυμαστό ζῆλο καί λαχτάρα γιά τή μόρφωση τῆς νεολαίας. Ἡ δράση αὐτή ἱκανοποιεῖ τό ἐθνικό τους αἴσθημα καί τούς κάνει ὑπερήφανους.
Εἶναι μία εἰκόνα ἐθνικῆς ἀναγέννησης καί ἀλυτρωτικῆς συνείδησης. Οἱ Ἕλληνες εἶναι περήφανοι γιά τούς συλλόγους τους καί ἡ δράση τους εἶναι στά μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους.
Ἡ ἀφύπνιση καί ἐνδυνάμωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ρωμαίικων πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀκολουθεῖ παράλληλο δρόμο μέ τήν ἀναπτύξη τῶν ἐθνικισμῶν στή Δυτική Εὐρώπη, ἀλλά ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο. Μέσα στά σκοτάδια πού τούς ἀπειλοῦν καί τούς περιβάλλουν, λάμπουν καί ἀκτινοβολοῦν γιά τούς Ρωμηούς οἱ ἑλληνικοί αἰῶνες. Τήν ἧττα, τήν ταπείνωση καί τήν ἀμάθεια, ἀκολουθοῦν ἡ αὐτοσυνείδηση καί ἡ ἀναγέννηση. Μέσα ἀπό τή λαμπρότητα τῆς ἐκκλησίας, τῆς ἱερατικῆς γλώσσας καί τοῦ βυζαντινοῦ τυπικοῦ, ἐπιμένει σταθερά τό αὐτοκρατορικό παρελθόν, ἡ νοσταλγία τῆς μεγάλης Ρωμανίας καί τῆς ἀνωτερότητάς της, πού ὑπόσχεται τή βέβαιη ἀνόρθωση μέσα ἀπό τήν κατάπτωση καί τήν τυραννία. Πρόκειται γιά μία ἐθνοτική ἀναβίωση καί τή βεβαίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ρωμηῶν, ἡ ὁποία πιστή στήν παράδοση, ἀγνοεῖ καί περιφρονεῖ τίς φυλετικές καταβολές καί στηρίζεται σέ πανίσχυρους ἀκατάλυτους μύθους.
Ὁ Γάλλος ἀρχαιολόγος A. Dumont, κατά τήν ἀρχαιολογική περιήγηση τῆς Θράκης τό 1868, διαπιστώνει πώς οἱ Ἕλληνες κατόρθωσαν μέσα στίς ἀντιξοότητες νά κρατήσουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ζωντανή σχέση τῆς Ἑλλήνων μέ τή λόγια παράδοση καί ἡ ἐπιβίωση ἑνός ἤθους, πού ἑδράζεται σέ μακραίωνες καί δοκιμασμένες πολιτισμικές παραδόσεις. Στίς βάσεις αὐτές, ἡ ἐγκύκλιος παιδεία δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά πνευματική ἄνθηση καί προσφέρει στέρεη γνώση.
Ἐντύπωση προκαλεῖ τό 1871 στόν ἀνταποκριτή τῆς γαλλικῆς "Ἐπιθεώρησης τῶν Δύο Κόσμων", ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία[1]. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὅτι, σέ ἄσημο χωριό τῆς περιφέρειας τῆς Ραιδεστοῦ, ὁ ταπεινός δάσκαλος διαθέτει προσωπική βιβλιοθήκη μέ κείμενα τῶν Ἑλλήνων κλασσικῶν. Μένει κατάπληκτος ἀπό τήν ἐμμονή τῶν Ἑλλήνων νά διαφυλάξουν τήν ἐθνική τους πολιτισμική ταυτότητα. Ἡ παρουσία μιᾶς ἑλληνικῆς ἐκλεπτυσμένης κοινωνίας εἶναι κυρίαρχη. Ἀναφέρει χαρακτη­ριστικά ὅτι οἱ Βούλγαροι τύπωσαν τό πρῶτο βιβλίο στή γλῶσσα τους, μόλις τό 1806.
Ὅπως φαίνονται σήμερα, οἱ σύλλογοι καί ἡ ἀνάδειξη τῆς παιδείας ὡς πρωτεύουσας ἀξίας ἦταν ἀποφασιστικές προσπάθειες γιά τήν αὐτογνωσία καί πιστοποίηση τῆς ἐθνικῆς καί τῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, μέ προοπτική τίς μεγάλες καί δραματικές ἀνακατατάξεις τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα.

3)  Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης ὡς δημιούργημα τῶν ρωμαίικων κοινοτήτων

Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπως διασώζεται σήμερα, εἶναι δημιούργημα τῆς νεοελληνικῆς κοινοτικῆς ἀντίληψης. Ἐκμεταλλευόμενες τόν πλοῦτο πού προσκομίζει ἡ καλλιέργεια καί ἡ ἐμπορία τοῦ  καπνοῦ (πού ἀρχίζει στήν Ξάνθη μέ τόν 18ο αἰῶνα) καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ  δυτικοευρωπαϊκοῦ κεφαλαίου, οἱ ρωμαίικες κοινότητες κυριαρχοῦν κοινωνικά καί οἰκονομικά κατά τά μέσα τοῦ  19ου αἰῶνα στήν περιφέρεια τῆς Ξάνθης καί τῆς Καβάλας καί ἀνοικοδομοῦν, μετά τό 1840, τήν σέ παρακμή εὐρισκόμενη πόλη τῆς Ξάνθης, δημιουργῶντας ἑνα ἀστικό, ἐμπορικό, βιοτεχνικό καί βιομηχανικό κέντρο.
Στήν πόλη τῆς Ξάνθης συγκεντρώνεται σημαντικός πλοῦτος, ὄχι μόνο λόγω τοῦ  καπνοῦ, ἀλλά καί λόγω τῆς θέσης τῆς πόλης πάνω στόν δρόμο πρός τήν Βόρεια Θράκη (σημερινή Βουλγαρία), τῆς ἀνάπτυξης τοῦ  ἐμπορίου καί τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηρο­δρομικῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης – Ἀδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης (1891). Ὁ πλοῦτος αὐτός θυμίζει τόν ἀνάλογο πλοῦτο τῶν γειτονικῶν Ἀβδήρων κατά τήν κλασική καί ἑλληνιστική ἐποχή.

4) Τό πνεῦμα τῆς εὐεργεσίας καί οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης

Μαζί μέ τήν ἀνάδειξη τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἀναδεικνύεται καί ἐκδηλώ­νεται μέ ἔνταση ἡ συλλογική συγκρότηση τῶν κοινοτήτων. Ὁ ἑλληνικός κοινοτισμός πραγματώνεται μέ τήν συνεχή μέριμνα πρός τήν ἐκκλησία, τήν συντεχνιακή ὀργάνωση, τήν φιλανθρωπία καί τήν μέριμνα γιά τήν παιδεία. Οἱ συντεχνίες τῶν Ρωμηῶν κινητο­ποι­οῦνται καί προσφέρουν ἀφιλοκερδή ἀτομική ἐργασία. Οἱ κτίστες καί οἱ μαστόροι ἐργάζονται ἀμισθί γιά τήν ἀνέγερση σχολικῶν κτηρίων καί μεγάρων γιά τούς συλλό­γους, ἐνῶ οἱ πλούσιοι ἔμποροι ἀνταγωνίζονται σέ δωρεές. Ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ αὐθυπέρβαση, πού ἐμπνέουν ἡ κοινοτική συνείδηση, ὁδηγοῦν τούς πλούσιους σέ εὐεργεσίες. Ἡ πρακτική τῶν εὐεργεσιῶν καί τῆς διάθεσης τοῦ  πλούτου γιά τήν ἐθνική καί θρησκευτική κοινότητα ἐκδηλώνεται μετά τά μέσα τοῦ  18ου αἰώνα σέ ὅλες τίς ἑλληνικές παροικίες, ἀπό τήν Δυτική Εὐρώπη μέχρι τήν Ἐγγύς Ἀνατολή καί ἀπό τήν Ἀφρική μέχρι τήν Ρωσία. 
Ἡ διάθεση γιά εὐεργεσίες εἶναι ἀποτέλεσμα χαρακτηριστικῶν ἀξιῶν τίς ὁποῖες διαθέτουν οἱ Ἕλληνες μετά τόν 18ο αἰῶνα. Θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε τόν εὐεργετισμό σάν μία ἐκδήλωση λεβεντιᾶς γιά πραγμάτωση τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους. Ἡ νεοελληνική λέξη λεβεντιά, βέβαια, εἶναι ἀμετάφραστη σέ ξένες γλῶσσες καί ἐκφράζει μία σύζευξη ἤθους καί δύναμης. Ἡ νεοελληνική λεβεντιά συμπληρώνεται μέ τό ἐπίσης νεοελληνικό φιλότιμο. Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἡ διάθεση τῆς οἰκονομικῆς δύναμης νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία τοῦ ἤθους. Πρόκειται γιά μεγέθη ποιοτικά, προϊόντα τοῦ ὀρθόδο­ξου ἀταξικοῦ ἤθους καί τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους τῆς Ὀρθοδοξίας, τά ὁποῖα διδά­σκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτοσκοπός καί ὄχι ἀντικείμενο ἤ μέσο τῆς οἰκονομίας.
Στήν Ξάνθη, πόλη ὅπου ὑπῆρχαν πολλοί πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ, ὁ εὐεργε­τισμός ἐκδηλώνεται μέσα στήν κοινότητα μέ τήν δημιουργία σχολείων καί τήν πραγμα­το­ποίηση φιλανθρωπίας.  Στήν Ξάνθη, οἱ κοινότητες φροντίζουν γιά τήν ἵδρυση σχολείων πού πρόθυμα ἐνισχύουν οἱ πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ. Διατηρεῖται καί λειτουργεῖ ἀκόμη σήμερα τό σχολεῖο στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ  Ἁγίου Βλασίου, ἐνῶ ἡ Ἑλληνική Σχολή, τό Παρθεναγωγεῖο Ματσίνη καί τό Νηπιαγωγεῖο Στάλιου, βρίσκονται μαζί μέ τό μητροπολιτικό μέγαρο δίπλα στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ  Τιμίου Προδρόμου.
Ἀπό τούς μεγάλους εὐεργέτες τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ ἔμπορος Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης, ὁ ὁποῖος ἴδρυσε τήν Ματσίνειο Σχολή μέ τήν ἀνέγερση μεγάλου κτηρίου (1860), "πρός φωτισμόν καί ἐκπαίδευσιν ἁπάσης τῆς νεολαίας Ξάνθης". Ὁ Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης φρόντισε νά προικίσει τό σχολεῖο μέ μόνιμα ἔσοδα ἀπό ἀγρούς, καταστήματα καί καπναποθῆκες πού ἐδώρησε, ὅπως καί μέ κληροδότημα πού περιέλαβε στή διαθήκη του λίγο πρίν τόν θάνατό του (1870).
Ἄλλος μεγάλος εὐεργέτης τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ Παναγιώτης Στάλιος, καπνέμπορος ἀπό τήν Στενήμαχο μέ εὐρεία ἐπιχειρηματική δράση στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πανα­γιώτης Στάλιος ἀνήγειρε, μαζί μέ τήν σύζυγό του Φωτεινή, τό λαμπρό νηπιαγωγεῖο (1881), κομψό κτίσμα σέ σχέδια Ἰταλοῦ ἀρχιτέκτονα μέ πρότυπα νεοαναγεννησιακά καί μέ τά ἴδια διακοσμητικά στοιχεῖα μέ τό ἀρχοντικό Στάλιου στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ὁ Παναγιώτης Στάλιος δώρισε τήν ἔκταση ὅπου σήμερα τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. Στήν διαθήκη του προνόησε γιά τά σχολεῖα καί τίς μονές.
Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας, καπνέμπορος, μεγαλοσχολίτης καί πατριδολάτρης, ἀνήγειρε νηπιαγωγεῖο στήν συνοικία Σαμακώβ, πού λειτουργεῖ μέχρι σήμερα προικισμένο μέ κληροδοτήματα. Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας ἄφησε καί κληροδότημα στόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", ὥστε "ἐκ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ ἐν λόγῳ σύλλογος θέλει ἐπιμελεῖσθαι νά σπουδάζωσι τρία ἤ καί πλείονα ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος ἄρρενα παιδία ἐκ τῆς πατρίδος μου Ξάνθης". Οἱ ὑπότροφοι, ἀφοῦ συνέχιζαν τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό, εἶχαν τήν ὑποχρέωση "νά διδάξωσι ἐν τῇ πατρίδι μου Ξάνθῃ καί ἄν αὐτή δέν ἔχει ἀνάγκην, εἰς ἄλλα μέρη τῆς Θράκης ἤ τῆς Μακεδονίας κατά τήν ἔγκρισιν τοῦ Συλλόγου". Ὁ ἴδιος ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας πραγματοποίησε δωρεές γιά τόν ἑλληνικό στόλο, τό ὀρφανοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τό ἑλληνικό νοσοκομεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τό ἑλληνικό ὀρφανοτροφεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί τή Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή.
Ὁ Ἠπειρώτης καπνέμπορος Χατζησταῦρος Χεκίμογλου (1829-1889) δώρισε οἰκοδόμημα στήν νέα συνοικία Χατζησταύρου γιά νά λειτουργήσει ὡς δημοτικό σχολεῖο, ὅπως καί οἰκόπεδο ὅπου ἀνεγέρθη ὁ ναός τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων.
Ὁ καπνέμπορος Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου πλούτισε τήν νέα συνοικία τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων μέ νηπιαγωγεῖο καί τό ἐπροίκησε μέ κληροδότημα γιά τή συντήρησή του.
Οἱ Ρωμηοί τῆς  καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς εἶναι περήφανοι γιά τά σχολεῖα τους καί ἡ μόρφωση εἶναι στά  μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ  πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους. Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης πρόσφεραν μέγα ἐθνικό ἔργο, ἀφοῦ ἔθεσαν τίς βάσεις γιά νά δημιουργηθοῦν οἱ πνευματικές προϋποθέσεις ὥστε νά ἀντιμετωπισθεῖ ὁ βουλγαρικός ἐθνικισμός κατά τήν πρώτη δεκαετία τοῦ  20οῦ αἰώνα.
Τό πνεῦμα τοῦ  εὐεργετισμοῦ συνεχίστηκε καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πόλης τοῦ 1919. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά τίς διαθῆκες: τοῦ ἰατροῦ Γεωργίου Μαλετσίδη (1921), ὁ ὁποῖος ἄφησε ποσό γιά τό νοσοκομεῖο, τῆς Ἀγλαΐας Κωνστ. Χασιρτζόγλου (1940), ἡ ὁποία ἄφησε κληροδότημα στό νοσοκομεῖο, τῆς Πολυξένης Παντ. Κουγιουμ­τζόγλου (1943), τῆς Εὐαγγελινῆς Κωνστ. Βάρδα (1955), τοῦ  Παναγιώτη Νικολαΐδη (1953) πάλι γιά τό νοσοκομεῖο καί, τέλος, τήν δωρεά τῆς Ἄννας Καλούδη–Κουγιουμ­τζόγλου (1971). Ἡ Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου ἦταν ἐγγονή τοῦ Χατζησ­ταύ­ρου Κεκίμογλου. Δώρισε στήν πόλη τά ἀρχοντικά τῆς ὁδοῦ Ἀντίκα ὅπου στεγάζονται σήμερα ὑπηρεσίες τοῦ  Δήμου καί τό λαογραφικό μουσεῖο. Στήν διαθήκη της ἔγραψε: "Μοναδική εὐχή καί ἐλπίδα μου εἶναι τά σπίτια αὐτά νά ἀποκτήσουν ἕναν ἐθνικό προορισμό".


Μέ συγκίνηση, εὐγνωμοσύνη καί ὑπερηφάνεια μνημονεύουμε τούς ἀφανεῖς καί φανερούς εὐεργέτες καί ὑποστηρικτές τῆς πόλης καί τῆς κοινότητας. Αὐτούς πού σέ καιρούς ἀνάγκης ξεπέρασαν τά ἀτομικά ὅρια καί ἔδωσαν παραδείγματα.
Ὅλοι πρέπει νά γνωρίζουν.


Εὐεργέτες τῆς πόλης τῆς Ξάνθης:
Εὐαγγελινή Κωνστ. Βάρδα
Θεόδωρος Ζαλάχας
Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου
Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου
Πολυξένη Παντ. Κουγιουμτζόγλου
Γεώργιος Μαλετσίδης
Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης
Παναγιώτης Νικολαΐδης
Παναγιώτης Στάλιος
Ἀγλαΐα Κωνστ. Χασιρτζόγλου
Χατζησταῦρος Χεκίμογλου

Ὅσοι παρέμειναν ἀνώνυμοι καί ὅσοι μένουν ἀκόμη ἄγνωστοι.



[1]   Ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία καί ἡ συνεχής, ἔστω τυπολατρική, ἐπιδίωξή της, παραμένει πάγια καί ἀκλόνητη. Κατά τόν ἱστορικό Γεώργιο Φίνλεϋ, οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες εἴχαν μικρότερο ποσοστό ἀναλφαβητισμοῦ ἀπό τούς Δυτικούς Εὐρωπαίους τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐθνεγερσίας.

Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης στίς 4.10.1919.



Ἡ Ξάνθη καί οἱ κατακτητές

Ἀπό τήν ἀρχαιότητα χρονολογεῖται ἡ ὑπαρξη τῆς πόλης τῆς Ξάνθης. Κατά τήν μοιραία, λοιπόν, Πρώτη Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς Λατίνους τῆς Δ΄ Σταυροφορίας τό 1204 ἡ Ξάνθη εἶχε ἤδη ἱστορία αἰώνων. Μέ τόν διαμοιρασμό τότε τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν μεταξύ τῶν Λατίνων κατακτητῶν ἡ Ξάνθη φαίνεται ὅτι ἔπεσε στό μερίδιο τῆς Βενετίας. Ἀπό τότε ἀρχίζουν τά πάθη τῆς πόλης, τήν ὁποία διεκδικοῦν ποικίλοι κατακτητές, ἐνῶ ἡ διακοπτόμενη βυζαντινή κυριαρχία κρατᾶ μέχρι τό 1375 περίπου, ὅταν ἡ πόλη καταλαμβάνεται ἀπό τούς Ὀθωμανούς Τούρκους. Ἱδρύεται τότε στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης μιά νέα ὀθωμανική πόλη ἡ Γενισέα Καρασοῦ, τήν ὁποία οἱ κατακτητές ἐποικοῦν, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα μουσουλμανικό διοικητικό, οἰκονομικό καί θρησκευτικό κέντρο. Δημιουργεῖται ἕνα δίπολο μέ τή μουσουλμανική Γενισέα διοικητικό καί οἰκονομικό κέντρο καί τή χριστιανική Ξάνθη πολλές φορές ἀνταγωνιστική της Γενισέας. Ὡστόσο, ἡ πόλη τῆς Ξάνθης δέν παρακμάζει καί συνεχίζει νά παραμένει ὡς ὁ πολυπληθέστερος οἰκισμός τῆς περιοχῆς στόν ὁποῖο κατοικοῦν κυρίως Χριστιανοί. Στίς κεντρικές χριστιανικές συνοικίες τῆς Ξάνθης εἶναι σήμερα ἐλάχιστα τά ἴχνη μουσουλμανικῶν ἐγκαταστάσεων, ἐνῶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις τῆς παρουσίας τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν στίς σημερινές τους θέσεις τουλάχιστον ἀπό τόν 16ο αἰῶνα.


Ἡ Ξάνθη κατά τήν Τουρκοκρατία

Ἡ Ξάνθη λαμβάνει κατά τήν Τουρκοκρατία τόν ρόλο καί τόν χαρακτῆρα ἑνός καταφύγιου, στό ὁποῖο συγκεντρώνονται οἱ βυζαντινοί πληθυσμοί τῆς πεδιάδας καί ὁρισμένων χωριῶν τῆς πρός Βορρᾶ ὀρεινῆς περιοχῆς. Ἀπό τότε, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ἡ πόλη ἀπό τίς ἐμπειρίες τῆς συμβίωσης τοῦ ἀνήσυχου καί δραστήριου ἑλληνικοῦ στοιχείου μέ ἄλλους λαούς.
      Τήν πρώτη τρομερή ἐμπειρία τῆς κατάκτησης ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξη τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Οἱ Τοῦρκοι ὡς νομαδικός λαός δέν διέθεταν διοικητικό μηχανισμό γιά τόν ἔλεγχο τῶν πολυπληθῶν κατακτημένων χριστιανικῶν πληθυσμῶν καί, κυρίως, δέν διέθεταν τή δυνατότητα συλλογῆς φόρων. Οἱ ὑπόδουλοι λαοί διαχωρίζονται καί ὀργανώνονται σέ θρησκευτικά ἔθνη (μιλλέτ). Τά θρησκευτικά ἔθνη κατοικοῦν στίς πόλεις σέ διακριτές συνοικίες καί εἶναι ὀργανωμένα κάθετα μέ δικούς τους θεσμούς. Πολυπληθέστερο καί σημαντικότερο ἀπό αὐτά ἦταν τό χριστιανικό μέ κεφαλή τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τούς κατά τόπο Μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι καί ἦταν ὑπόλογοι ἀπέναντι στήν τουρκική διοίκηση. Οἱ κοινότητες ἀναλαμβάνουν πλέον τήν αὐτοδιοίκηση τους. Διοικητικό καί ἐκτελεστικό ὄργανο εἶναι ἡ Δημογεροντία τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης. Τή συλλογική ὀργάνωση συμπλήρωνε ἡ ὀργάνωση σέ συντεχνίες, σέ συσσωματώσεις ἐπαγγελματιῶν μέ κοινά συμφέροντα καί κοινή εἰδίκευση.
      Οἱ ἰδεολογικές κατευθύνσεις τοῦ ὑπόδουλου Γένους συνεχίζουν καί βασίζονται στήν μακραίωνη καί ἔνδοξη παράδοση. Κεντρική ἰδέα καί πολιτική καί στρατηγική ἰδεολογία τοῦ ὀρθόδοξου μιλλέτ ἀποτελεῖ ἡ Μεγάλη Ἰδέα, ἡ ὁποία γεννήθηκε στήν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ τήν αὐγή τῆς 29ης Μαΐου 1453. Εἶναι ἰδέα ἀναστάσιμη ἀλλά καί ἰδέα πολιτισμική, ἀφοῦ εὐαγγελίζεται τόν ἑλληνικό πολιτισμό ὡς ὁδηγό Δύσης καί Ἀνατολῆς.
      Σάν τήν σπίθα πού κρυβόταν στή στάχτη οἱ μακραίωνες πολιτικές παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ συναντοῦν τό ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν εὐχαριστιακή σύναξη καί δημιουργοῦν ἕνα ἐξαιρετικά ἐπιτυχές κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Στήν Ξάνθη τό κοινοτικό σύστημα δημιουργεῖ τήν ἴδια τήν πόλη, ἀφοῦ κτήτορές της, μετά τήν καταστροφή της ἀπό σεισμούς τό 1829, εἶναι ἡ κοινότητα καί ἡ Ἐκκλησία μέ κεφαλή τόν τότε Μητροπολίτη Εὐγένιο.


Ἡ Ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Τόν 17ο αἰῶνα ἐμφανίζονται συνθῆκες οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τῆς μεταποίησης καί τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Τόν 18ο αἰῶνα οἱ ρωμαίικες κοινότητες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀκμάζουν καί δημιουργοῦν τήν πραγματικότητα πού ὀνομάζουμε καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Ἕνα χῶρο ὅπου παρά τήν στέρηση πολιτικῆς ἐλευθερίας οἱ Ρωμηοί γίνονται οἰκονομικά καί πολιτιστικά κυρίαρχοι. Ὁ 18ος καί ὁ 19ος αἰώνας εἶναι ἐποχή μεγάλης ἀκμῆς γιά τόν Ἑλληνισμό γενικότερα καί γιά τή Θράκη εἰδικότερα. Ἡ μεγάλη ἑλληνική ἐπανάσταση θά ξεσπάσει μέ τήν ἐπίδραση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καί τήν ἐμψύχωση τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Στή Θράκη ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση θά καταπνιγεῖ, ἀφοῦ ἡ Θράκη βρισκόταν κοντά στό κέντρο τῆς δύναμης τῶν Ὀθωμανῶν.
      Στήν Ξάνθη ἡ εἰσαγωγή τῆς καλλιέργειας τοῦ καπνοῦ προσπορίζει μεγάλο πλοῦτο. Ἡ πόλη γίνεται γνωστή ἀπό τόν 17ο αἰῶνα ὡς κέντρο παραγωγῆς ἐκλεκτῆς ποιότητας καπνοῦ. Τό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα ἡ πόλη ἔχει ἐξελιχθεῖ πλέον σέ διοικητικό, οἰκονομικό, βιομηχανικό καί ἐμπορικό κέντρο. Ἐμφανίζεται μία κοσμοπολίτικη τάξη Ἑλλήνων ἐμπόρων οἱ ὁποῖοι ἀνοικοδομοῦν τήν πόλη ὡς ἕνα ἀρχιτεκτονικό ὑβρίδιο τῆς παραδοσιακῆς «ἀρχοντικῆς» ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Νότιας Ἑλλάδας καί τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ ἐκλεκτικισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης. Θυμίζει ἔτσι ἡ Ξάνθη, ὅπως διαμορφώνεται στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, τό Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου κυριαρχοῦσε ἡ ρωμαίικη ἐμπορευματική τάξη.
      Μέ τήν ἔλευση τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶναι πλέον φανερό ὅτι ὁ ἀνατολικός δεσποτισμός καί οἱ παρωχημένες διοικητικές καί κοινωνικές δομές τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας δέν θά τῆς ἐπιτρέπουν πλέον νά ἐπιβιώσει γιά μακρό διάστημα. Ὁ πανσλαυισμός, ἐθνικιστική ἰδεολογία τήν ὁποία στήριζε ἡ ὀρθόδοξη Ρωσία, προβάλλει τή Βουλγαρία ὡς διάδοχο τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στή Θράκη. Στήν πόλη τῆς Ξάνθης δέν ὑπάρχει βουλγαρικός πληθυσμός. Τήν ἴδια ἐποχή τό Νέο Ἑλληνικό Κράτος, ἄν και ἐμπνεόμενο ἀπό τή Μεγάλη Ἰδέα, δέν εἶχε τήν ἀντικειμενική δυνατότητα νά διεκδικήσει τή θέση του στή Θράκη. Ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας πού ἐπεκτάθηκε καί στή Θράκη ἐξασφάλισε τήν ἑλληνική παρουσία στή Μακεδονία.


Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι καί ἡ πρόσκαιρη ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης.      

Ἡ δεκαετία 1912-1922 εἶναι ἡ κρίσιμη περίοδος πού καθόρισε τή μοίρα τῆς Θράκης καί κατέληξε στόν διαμοιρασμό της ἀπό τρία ἐθνικά κράτη. Ἡ ἀδυναμία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἔδωσε τήν εὐκαιρία στά μικρά βαλκανικά κράτη νά διεκδικήσουν μερίδιο ἀπό τήν κατάρρευσή της.
      Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-1913 θά καταστήσουν καί πάλι τό Αἰγαῖο ἑλληνική λίμνη. Ἡ Θράκη βρίσκεται πλέον στά ὅρια τῶν δυνατοτήτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
      Στίς 8.11.1912, ἕνα μῆνα μετά τήν ἔκρηξη τοῦ Πρώτου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ βουλγαρικός στρατός κατέλαβε ἀμαχητί τήν Ξάνθη. Τέλειωσε ἔτσι ἡ μακραίωνη ὀθωμανική κυριαρχία. Ὡστόσο, γρήγορα οἱ Ξανθιῶτες διαπίστωσαν ὅτι ὁ ἐμφανιζομενος ὡς σύμμαχος ὁμόδοξος λαός δέν ἦταν παρά ἕνας καινούργιος κατακτητής. Ἄλλωστε, ἡ εὔθραυστη συμμαχία Ἑλλάδας-Βουλγαρίας ὁδήγησε πολύ σύντομα στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στόν ὁποῖο ἡ κατακτητική καί ἀλαζονική Βουλγαρία ἀντιμετώπισε συνασπισμένους ὅλους τούς πρώην συμμάχους της.
      Οἱ ἑλληνικές νίκες κατά τόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο ἔφεραν καί τό ποθούμενο στήν Ξάνθη. Στίς 12.7.1913 ὁ Ἑλληνικός Στρατός ἀπελευθέρωσε τήν πόλη καί εἰσῆλθε σ’ αὐτή μέσα σέ ἐνθουσιώδη ἀτμόσφαιρα. Ἡ ἀπελευθέρωση ἔγινε ἀπό ἀποσπάσματα τῆς 8ης Ἑλληνικῆς Μεραρχίας, ἡ ὁποία προέλασε ἀπό τήν περιοχή τῆς Χρυσούπολης, πέρασε τόν Νέστο καί εἰσῆλθε στήν πόλη ἀπό τόν δρόμο τῆς Καβάλας. Φαινόταν ἐκείνη τή μέρα ὅτι οἱ ἐλπίδες καί οἱ πόθοι αἰώνων εἶχαν φθάσει στήν πραγμάτωσή τους. Ὡστόσο, οἱ πολιτικές συνθῆκες στή Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέβαλαν ἄλλες λύσεις. Μέ τή Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου καί κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν ἰσχυρῶν ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει τή Θράκη καί νά δεχθεῖ τά ἑλληνικά σύνορα στόν Νέστο.
      Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1913 ἡ βουλγαρική διοίκηση ἐπέστρεψε στήν Ξάνθη. Τώρα τά πράγματα ἦταν πολύ δύσκολα. Μέ τήν βεβαιότητα τῆς μόνιμης καί νομότυπης παρουσίας της ἡ Βουλγαρία συνέχισε καί ἐνέτεινε τήν πολιτική ἐθνοκάθαρσης πού εἶχε ἤδη ἀρχίσει νά ἐφαρμόζει. Μεγάλο τμῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀναγκάσθηκε τώρα νά ἐγκαταλείψει τήν πόλη καί νά καταφύγει στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, πέραν τοῦ Νέστου. Στήν πόλη ἐγκαταστάθηκε ἀριθμός ἐποίκων. Συντονισμένα μέτρα ἐκβουλγαρισμοῦ ἄρχισαν νά ἐφαρμόζονται. Ἐπιδιώχθηκε μιά πολιτιστική γενοκτονία. Οἱ ἐκκλησίες καί τά σχολεῖα ἔγιναν βουλγαρικά. Οἱ δάσκαλοι καί οἱ ἱερεῖς ἐκδιώχθηκαν. Ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος συνελήφθηκε καί ἐκτοπίσθηκε. Ἐκτός ἀπό τή ζώσα ἑλληνική παρουσία ἐπιχειρήθηκε καί ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Οἱ κώδικες τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης συγκεντρώθηκαν καί μεταφέρθηκαν στή Σόφια, ὅπου σήμερα συνεχίζουν νά παραμένουν. Ὅ,τι ἑλληνικό ἐξαφανίσθηκε, ἡ ἑλληνική γλώσσα ἀπαγορεύτηκε, οἱ ἐπιγραφές ἐκβουλγαρίσθηκαν, τά ὀνόματα ἄλλαξαν, τά ἀρχεῖα καί τά βιβλία κάηκαν.


Ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος καί ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης

Ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος θά ἀνατρέψει τήν παλιά τάξη πραγμάτων. Οἱ αὐτοκρατορίες διαλύονται καί ἀντικαθίστανται ἀπό ἐθνικά κράτη. Οἱ νικητές τοῦ πολέμου ξαναμοιράζουν τόν κόσμο. Ἡ κραταιά Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία θά παύσει νά ὑπάρχει. Στίς 11.10.1918 ὑπογράφεται στόν Μοῦδρο ἡ συνθηκολόγηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ Σύμμαχοι τῆς Ἀντάντ καταλαμβάνουν τήν Κωνσταντινούπολη καί ὁ ἑλληνικός στόλος ἀγκυροβολεῖ στόν Βόσπορο. Ἡ Βουλγαρία, σύμμαχος τῶν κεντρικῶν δυνάμεων, εἶναι καί πάλι ἡττημένη. Τίς τελευταίες μέρες τοῦ πολέμου ὁ Ἑλληνικός Στρατός εἶναι καί πάλι νικητής στή Μακεδονία.
      Στή Διάσκεψη Εἰρήνης στίς Βερσαλλίες ἡ Ἑλλάδα ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, τοῦ ὁποίου ἡ διπλωματική ἰδιοφυία εἶναι ὁ καλύτερος ἐγγυητής τῶν συμφερόντων της. Στίς ἀρχές τοῦ 1919 ἄρχισε στίς Βερσαλλίες ἡ συζήτηση γιά τήν τύχη τῆς Θράκης. Θά ἀποδιδόταν στήν Ἑλλάδα ; Θά παρέμενε ὡς κτήση τῆς Βουλγαρίας ; Θά γινόταν αὐτόνομη ; Θά γινόταν γαλλικό προτεκτοράτο ; Θά ἀποτελοῦσε τήν ἐνδοχώρα ἑνός νέου κράτους μέ πρωτεύουσα τήν Κωνσταντινούπολη ; Οἱ συζητήσεις ἐξέτασαν πολλά ἐνδεχόμενα. Μετά ἀπό παλινωδίες, ἡ συμμαχική Στρατιά τῆς Ἀνατολῆς ἀνέλαβε τήν προσωρινή διοίκηση τῆς Δυτικῆς Θράκης. Ἀποτελεῖ τύχη ἀγαθή τό ὅτι τό σῶμα κατοχῆς τῆς Δυτικῆς Θράκης, πού ἀποτελοῦνταν ἀπό γαλλικά κυρίως στρατεύματα, περιελάμβανε καί τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Στίς 4.10.1919 ἡ 9η Ἑλληνική Μεραρχία μέ διοικητή τόν στρατηγό Γ. Λεοναρδόπουλο ἀπελευθέρωσε ὁριστικά τήν Ξάνθη.
      Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης ἀπό τήν 9η Μεραρχία ἔγινε μέ τήν εἴσοδο ἀποσπασμάτων της ἀπό τόν ὀρεινό δρόμο τῆς Σταυρούπολης, τά ὁποῖα διέσχισαν τήν πόλη, μέσα σέ ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις τῶν Ἑλληνων καί τῶν Μουσουλμάνων καί ἔφθασαν στό τότε Δημαρχεῖο τῆς πόλης, κοντά στή σημερινή Κεντρική Πλατεία, ὅπου τώρα τό ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας. Ἐκεῖ στό Δημαρχεῖο ὑψώθηκε ἡ ἑλληνική σημαία καθώς ἡ μπάντα τῆς Μεραρχίας ἀνέκρουε τόν ἑλληνικό ἐθνικό ὕμνο. Αὐτή εἶναι καί ἡ πραγμάτωση μιᾶς μακραίωνης ἐλπίδας πού κρατήθηκε γιά αἰῶνες σάν κερί μέσ’ στό σκοτάδι.
      Ἀκολούθησε ἔντονη διπλωματική δραστηριότητα, ἀφοῦ ἡ τύχη τῆς Δυτικῆς καί σήμερα Ἑλληνικῆς Θράκης δέν εἶχε ἀκόμη ἀποφασισθεῖ. Ἡ κατοχή ἦταν προσωρινή καί στό ὄνομα τῶν συμμάχων. Στίς 14.5.1920, ὁ Ἑλληνικός Στρατός μέ ὁρμητήριο τήν Ξάνθη ἀπελευθέρωσε καί τήν ὑπόλοιπη Δυτική Θράκη.  Μέ τή Συνθήκη τοῦ Νεϋγύ στίς 14.11.1919 καί τή Συνθήκη τῶν Σεβρῶν στίς 28.7.1920 ἡ Δυτική Θράκη ἀποδώθηκε στήν Ἑλλάδα καί ὡς Ἑλληνική πλέον Θράκη ἐνσωματώθηκε στό Ἑλληνικό Κράτος τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1920.
      Οἱ φυγᾶδες Ξανθιῶτες ἄρχισαν νά ἐπιστρέφουν στήν πόλη ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωση γιά νά βροῦν τήν ὑποδομή τελείως κατεστραμμένη. Ἡ ἐργατικότητα καί ἡ φιλοπατρία τῶν Ξανθιωτῶν δέν ἄργησαν νά ξαναδώσουν στήν πόλη τόν ἑλληνικό της χαρακτῆρα μαζί μέ μιά νέα δυναμική. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή τόν Αὔγουστο τοῦ 1922 καί τήν Θρακική Καταστροφή κατά τόν δραματικό Ὀκτώβριο τοῦ 1922 χιλιάδες Ἕλληνες τῶν πάλαι ποτέ ἑλληνικῶν ἑστιῶν τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Πόντου καταφθάνουν καί ἐγκαθίστανται στήν πόλη. Ὁ πληθυσμός διπλασιάζεται, τά πληθυσμιακά δεδομένα ἀνατρέπονται, νέες συνοικίες δημιουργοῦνται. Μιά νέα ἐποχή ἀρχίζει.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Ο τουρισμός στην Ξάνθη.



Η πόλη της Ξάνθης γνωρίζει τα τελευταία χρόνια πανελλήνια προβολή και γίνεται ευρύτερα γνωστή. Ωστόσο, οι επισκέψεις τουριστών στην Ξάνθη και την περιοχή της παραμένουν περιορισμένες. Γενικότερα η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα ως μία χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Η κατασκευή της Εγνατίας Οδού την τελευταία δεκαετία έφερε τη Θράκη πολύ κοντύτερα στον κορμό του ελληνικού χώρου. Πιστεύουμε ότι η περιοχή της Ξάνθης έχει τις δυνατότητες ώστε να καταστεί εσωτερικός τουριστικός προορισμός με ανάλογη οικονομική, κοινωνική και εθνική ωφέλεια.
Ο εξωτισμός έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου ψάχνει να ανακαλύψει. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής, Ελλάδας παραμένει το αίτημα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη είναι ένα πολιτισμικό κεφάλαιο, που δημιουργήθηκε μετά τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και της βαλκανικής ενδοχώρας, στενά δεμένης με την ιστορία μας. Ως τέτοιο πολιτισμικό κεφάλαιο η Ελληνική Θράκη είναι χώρος για την ανάπτυξη εσωτερικού τουρισμού. Ο νομός Ξάνθης με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που τον χαρακτηρίζει παρουσίαζε μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.
Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Τα δάση της ορεινής περιοχής, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η μεγάλη ακτή του Θρακικού Πελάγους, η λίμνη Βιστωνίδα και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα αρχαία Άβδηρα, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεότερος οικισμός των Αβδήρων συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής.
Ο Νομός Ξάνθης διαθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του Νομού.
Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της Γενισέας αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό εποικισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκονται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου αποτυπώνονται τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμενοποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα. Η ξενοδοχειακή υποδομή της Ξάνθης παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Τα μουσεία της Ξάνθης μπορούν να αναπτυχθούν και να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της πόλης. Υπάρχει ήδη στη Γενισέα κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα τρία αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Έκδοση βιβλίου για τη Γενισέα Θράκης.



Ο Δήμος Βιστωνίδος εξέδωσε το βιβλίο «Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου - τόπος συνάντησης πολιτισμών», το οποίο έγραψαν ο Δημήτρης Μαυρίδης και ο Γιώργος Τσιγάρας με τη συνεργασία ομάδας ιστορικών και αρχιτεκτόνων. Το βιβλίο έχει 142 σελίδες και περιλαμβάνει 192 φωτογραφίες, 5 σχέδια και 3 χάρτες.

Πρόκειται για πλήρη παρουσίαση και μελέτη του ιστορικού οικισμού της Γενισέας και της σχέσης της με τη γειτονική Ξάνθη. Παρουσιάζονται η ίδρυση και η ιστορία του οικισμού, τα θρησκευτικά του μνημεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά, η σχέση του οικισμού με τον καπνό, οι καπναποθήκες της Γενισέας και η ανέγερσή τους από Ηπειρώτες μαστόρους και πετράδες, τα σπίτια της Γενισέας και παρατίθενται μαρτυρίες ταξιδιωτών και περιηγητών για τον οικισμό.

Η Γενισέα ιδρύθηκε ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο της μουσουλμανικής διοίκησης λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς Τούρκους τον 14ο αιώνα. Η μικρή πόλη και η περιοχή της εποικίσθηκαν από Τουρκομάνους νομάδες που μεταφέρθηκαν τότε από τη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη της γειτονικής Ξάνθης, που παρέμεινε χριστιανική, δημιούργησε ένα ιδιότυπο πολεοδομικό δίπολο, όπου οι δύο πόλεις η μουσουλμανική Γενισέα και η χριστιανική Ξάνθη συνυπήρχαν αρμονικά για σχεδόν πέντε αιώνες.

Είναι ενδιαφέρουσες οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες οι Τουρκομάνοι νομάδες έποικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έγιναν αγρότες στενά δεμένοι με τη γη τους. Με την εισαγωγή μάλιστα της καλλιέργειας του καπνού στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά τον 17ο αιώνα οι μουσουλμάνοι αγρότες της περιοχής της Γενισέας φθάνουν να παράγουν την καλύτερη ποιότητα καπνού στον τότε κόσμο. Η μεγάλη εποχή του καπνού κατά τον 18ο αιώνα συμπίπτει με την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Ο πλούτος της Γενισέας που βασίζεται στον καπνό θα προσελκύσει γρήγορα Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαστόρους και εμπόρους και θα γίνει η προϋπόθεση της συνεργασίας των παραγωγών μουσουλμάνων και των εμπόρων χριστιανών, οι οποίοι αναλαμβάνουν και την επεξεργασία του καπνού. Ταυτόχρονα οι Ηπειρώτες μαστόροι που αναλαμβάνουν την ανοικοδόμηση των καπναποθηκών της Γενισέας και μετά της Ξάνθης μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στη Θράκη.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται ενδιαφέρον εικαστικό υλικό σχετικό με την καλλιέργεια και την κατεργασία του καπνού, όπως και περιγραφές και σχέδια των καπναποθηκών που ανήγειραν οι Ηπειρώτες μαστόροι σε τοπικό ύφος, το οποίο είναι και μοναδικό.
Η ακμή της Γενισέας θα φθάσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870, όταν η Ξάνθη ανοικοδομείται και γίνεται πλέον η πρωτεύουσα του καπνού.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Ακύλας Μήλλας: "Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος - Δέρκων"

Ακύλας Μήλλας: «Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων»
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σσ. 456

Με τον τόμο αυτό ο ακούραστος ιστοριοδίφης συνεχίζει τη μελέτη της παρουσίας των Ρωμιών στην ελληνική Ανατολή, παίρνοντας ως αφορμή τις εκκλησιαστικές, κοινοτικές, σχολικές, συντεχνιακές ή εμπορικές σφρα­γίδες που σώζονται σε έγγραφα κυρίως του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα. Οι μελέτες του συγγραφέα αριθμούν ήδη, μεταξύ άλλων, τρία εξαντλητικά βιβλία για τα Πριγκηπόννησα της Προποντίδας, ενώ η μελέτη της ρωμαίικης παρουσίας με βάση τα σφραγίσματα άρχισε με τον τόμο «Σφραγίδες Κων­σταν­τι­νου­πόλεως» (1996).
Ο νέος τόμος καλύπτει τις μητροπόλεις Χαλκηδόνος και Δέρκων οι οποίες πλαισιώνουν την Κωνσταντινούπολη Δυτικά και Ανατολικά, στην Ευρώπη και την Ασία. Περιλαμβάνει δηλαδή οικισμούς και κοινότητες της ασιατικής ακτής του Βοσπόρου, της Βιθυνιακής ακτής της Προποντίδας από τη Χαλκηδόνα μέχρι το Ρύσιο (Αρετσού), των Πριγκιποννήσων, καθώς και τα δεκάδες χωριά ή κοινότητες της εκκλησιαστικής επαρχίας Δέρκων, δηλαδή την ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, με τις παρά την Πόλη ακτές της Προποντίδας και οικισμούς της μεσόγειας Θράκης.
Οι οικισμοί αυτοί, εκκενώθηκαν κατά την πλειονότητά τους, από τους Ρωμιούς μετά την συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών (1923), ενώ αριθμός τους στον Βόσπορο και στα Πριγκηπόννησα κατοικούνται από λίγους Ρωμιούς μέχρι σήμερα.
Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι περιοριστικός, η αποτύπωση των σφρα­γίδων αποτελεί την αρχή για παράθεση πλήθους στοιχείων, σχε­δίων, εγγράφων, χαρτών και φωτογραφιών που αναφέρονται στις χριστια­νικές κοινότητες.
Ο συγγραφέας σχεδίασε ο ίδιος μαζί με την Ιόλη Μήλλα τις ποικιλό­­μορφες σφραγίδες, συχνά από αχνά ελλιπή ίχνη και απο­τυ­πώματα. Παράλληλα, ο ίδιος ο συγγραφέας ζωγράφισε όψεις χαμένων, ως επί το πλείστον, οικισμών, μνημείων, επιγραφών και διακοσμήσεων και τους χάρισε μία νέα ύπαρξη.
Μετρήσαμε στο νέο τόμο σχεδόν οκτώ εκατοντάδες σφραγίδες και πάνω από εκατό λεπτομερή τοπιογραφικά ή αρχιτεκτονικά σχέδια, που συμπλη­ρώνονται από δεκάδες διακοσμήσεις, φωτογραφίες, σχέδια επιγραφών και τους απαραίτητους χάρτες.
Τα κείμενα είναι γλαφυρά, περιεκτικά και τεκμη­ριω­μένα. Η εκτύ­πωση των κειμένων των σχεδίων και των φωτογραφιών είναι πολύ καλή. Το ύφος, η σχεδίαση, το σχήμα του βιβλίου και οι γραμματο­σειρές είναι τα ίδια με τα προηγμένα βιβλία που αναφέραμε, δίνοντας σωστά την εντύπωση της σειράς και της συνέχειας. Η βιβλιογραφία είναι εξαντλητική.
Είναι συγκινητική η προσπάθεια του συγγραφέα και ζωγράφου για την διάσωση και αποτύπωση των μνημείων και των σπαραγμάτων της ρωμαίικης παρουσίας, εκεί όπου ο αστικός εφιάλτης της Κων­σταντινούπολης των 15 εκατομμυρίων νεήλυδων από την Ανατολή σαρώνει τα πάντα και εξαφανίζει και αλλοτριώνει τα ίχνη της ελλη­νικής πολιτισμικής, ιστορικής και φυσικής παρουσίας.
Ο συγγραφέας, σταθερός κληρονόμος μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσης, γνωρίζει ότι πρέπει να βιαστεί. Κάθε στιγμή κάποια από τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης αίρονται από το ετερό­δοξο, το αλλότριο και το τυχαίο. Ο χρόνος καταστρέφει, η μνήμη προσπαθεί να διασώσει. Ο συγγραφέας βρίσκεται αντιμέ­τωπος όχι μόνο με το χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλο­τρίωσης. Ένας μανιασμένος άνεμος παρασύρει τα αδύναμα οχυ­ρώματα που έστησε με υπομονή η μνήμη. Τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης και της ιστορίας πρέπει επειγόντως να κατα­γρα­φούν και να αποτυπωθούν. Ο Ακύλας Μήλλας αντιμετωπίζει με τόλμη τη διάλυση και τη φθορά. Από τα ερείπια του χρόνου μας χαρίζει, την τελευταία στιγμή, μία παρήγορη και ελπιδοφόρα μορφή αθανασίας.
Η έλλειψη πληρότητας στην παρουσίαση του χώρου και των σφραγίδων, δεν μειώνει, κατά τη γνώμη μας, το βιβλίο, αφού ο γεωγραφικός και ο ιστορικός χώρος είναι τεράστιος, ενώ ο αριθμός τέτοιων σφραγίδων φαίνεται να είναι μεγάλος και νέες σφραγίδες ανακαλύπτονται μέρα με τη μέρα. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μας, κάποια μεθοδολογικά προβλήματα στην οργάνωση και την παρου­σίαση της ύλης. Τα κεφαλαία δεν είναι εύκολα διακριτά για τον αναγνώστη, οι χάρτες δεν αντιστοιχούν χρηστικά στα κείμενα και δεν αναφέρονται στα περιεχόμενα, ώστε ο αναγνώστης να αναγκά­ζεται να ξεφυλλίζει το βαρύ βιβλίο. Πολλές λεζάντες είναι φτωχές και θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την εικονογράφηση με πρό­σθετες πληροφορίες. Τα περιεχόμενα είναι περιληπτικά και βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου.
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες. Το πάθος και το αίσθημα του συγ­γραφέα και ζωγράφου, ο πλούτος και η ευρύτητα των στοιχείων και των πληροφοριών, η εντύπωση πληρότητας πού δίνουν η ει­κονο­γράφηση και η έκδοση, χαρακτηρίζουν το βιβλίο.
Ο Κωνσταντινουπολίτης συγγραφέας μένει πιστός στην παράδοση των «πατριδογράφων» και τιμά πάλι με το νέο του βιβλίο τους υψηλούς και ευγενείς στόχους που ο ίδιος έχει θέσει.
Του ευχόμαστε να αξιωθεί να συνεχίσει, ολοκληρώνοντας το έργο του και με τους υπόλοιπους τόμους για τις θρακικές και μικρα­σια­τικές μητροπόλεις.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

"ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗ ΡΑΙΔΕΣΤΟ".

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ Δ. ΜΑΥΡΙΔΗ

1. Ο ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ. Τό βιβλίο, πού παρουσιάζουμε, ἔχει ὡς ἀφορμή ταξίδια στήν Ἀνατολική Θράκη, στή βόρεια ἀκτή τῆς Προποντίδας, ἀμέσως ἔξω ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη καί προς δυτικά κατά μῆκος τῆς ἀκτῆς, μέχρι τήν περιφέρεια τῆς Ραιδεστοῦ, μέ τό παρά τή θάλασσα Ἱερό Ὄρος καί τά 28 χωριά πού ἀποτελοῦσαν τά Γανόχωρα.
Ἡ περιοχή αὐτή δέν ἔχασε μέχρι πρόσφατα τήν ἑλληνικότητά της˙ ἔγινε, μάλιστα, χῶρος συγκέντρωσης καί συσπείρωσης ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, πού ἀπό τόν 14ο αἰῶνα, μέ τήν ἄφιξη τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων στή Βιθυνία, ζήτησαν καταφύγιο στή βόρεια ἀκτή τῆς Προποντίδας. Ἀκόμη, μετά, τόν 17ο αἰῶνα, ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ, ἰδίως στίς πλαγιές τοῦ Ἱεροῦ Ὄρους, φυγάδες ἀπό τό Αἰγαῖο καί τήν Πελοπόννησο. Στά βουνά κατέφυγαν οἱ Ἕλληνες καί τά βουνά τούς προστάτευσαν.
Τούς πρώτους τρομερούς αἰῶνες μετά τήν τουρκική κατάκτηση ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξη τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Μέ τόν Εὐρωπαϊκό Διαφωτισμό, τό οἰκονομικό ἐνδιαφέρον τῶν Δυτικῶν, τή συνθήκη τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ καί μέ τίς προσπάθειες γιά ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐμφανίζονται ἀπό τόν 18ο αἰῶνα συνθῆκες πού ἐπιτρέπουν τή δημιουργία μιᾶς ρωμαίικης ἐμπορευματικῆς τάξης καί τήν ἀνάπτυξη τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Μέ τίς ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις, στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα, οἱ ἄπιστοι Τζιμμῆδες, ὑπήκοοι δεύτερης κατηγορίας, ἀνέρχονται καί γίνονται σημαντικό τμῆμα τῆς ἀστικῆς τάξης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Παράλληλα, οἱ δημογραφικές συνθῆκες στό Αἰγαῖο καί τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα βοηθοῦν τή μετανάστευση ἑλληνικῶν πληθυσμῶν πρός τή Θράκη καί τή Μικρά Ασία. Οἱ αὐτόχθονες κοινότητες τῶν Ρωμηῶν εὐημεροῦν καί νέες κοινότητες δημιουργοῦνται.
Ὡς ἀποτέλεσμα, οἱ ἑλληνικές κοινότητες τῆς Ἀνατολῆς συνιστοῦν σημαντικό τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (τό 13% σύμφωνα μέ τήν ἀπογραφή τοῦ Πατριαρχείου τό 1912) καί δημιουργοῦν μιά πραγματικότητα στήν ὁποία, εἶναι μέν πολιτικά ὑποταγμένες, γίνονται, ὅμως, οἰκονομικά κυρίαρχες και κοινωνικά καί πολιτιστικά ἀνεξάρτητες. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι, λήγοντος τοῦ 19ου αἰῶνα, οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦν ἕνα λαό μέ χαρακτηριστικές ἰδιαιτερότητες καί προνομιοῦχο θέση στήν Ἀνατολική Μεσόγειο καί τόν Εὔξεινο.
Θεωροῦμε τήν κοινωνική καί δημογραφική ἄνοδο τῶν κοινοτήτων τῶν ἀνατολικῶν Ἑλλήνων ὡς μία περίοδο ἀκμῆς κατά τήν ὁποία ἀναδύονται μακραίωνες παραδόσεις και ἐμφανίζεται πάλι ἡ χαρακτηριστική στούς Ἕλληνες οἰκουμενικότητα.
Οἱ ἑλληνικές κοινότητες ἐλέγχουν, πρίν τό 1922, τό 50% τοῦ κεφαλαίου του ἐπενδεδυμένου στή βιομηχανία τῆς Αὐτοκρατορίας, τό 60% τῶν θέσεων ἐργασίας στούς μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχοῦν ἀπόλυτα στό εἰσαγωγικό καί τό ἐξαγωγικό ἐμπόριο. Χαρακτηριστικά ἀναφέρουμε, ὅτι τό 1914 τό 46% ἀπό τούς ἰδιοκτῆτες τραπεζῶν καί τραπεζίτες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἦταν Ρωμηοί. Τήν ἴδια χρονιά ἀπό τίς 6.507 βιομηχανίες καί βιοτεχνίες τῆς Αὐτοκρατορίας τό 49% ἀνῆκε σέ Ρωμηούς καί μόλις τό 12% σέ Τούρκους. Τό 1914 πάλι, Ἕλληνες ἦταν τό 52% τῶν γιατρῶν, τό 49% τῶν φαρμακοποιῶν, τό 52% τῶν ἀρχιτεκτόνων, τό 37% τῶν μηχανικῶν καί τό 29% τῶν δικηγόρων τῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ Ρωμηοί μαθητές ἀντιπροσωπεύουν σέ ἀπόλυτους ἀριθμούς τό διπλάσιο σχεδόν τῶν Μουσουλμάνων μαθητῶν σέ ὅλη τήν Αὐτοκρατορία. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶχε γίνει ἡ γλῶσσα τῶν ἐμπόρων καί τῆς καλῆς κοινωνίας, σέ βαθμό πού σημαντικό ποσοστό Ρωμηῶν ἀγνοοῦσε τήν τουρκική.
Ἡ ἀσύλληπτης ἔκτασης Μικρασιατική Καταστροφή καί ἡ δραματική ἐγκατάλειψη τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1922, μετά τή συνθήκη Ἀνακωχῆς τῶν Μουδανιῶν, ὑποχρέωσε τούς Ρωμηούς νά φύγουν γιά πάντα ἀπό τούς χώρους τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου κατοικοῦσαν γιά 30 αἰῶνες. Ὁ Ἀνατολικός Ἑλληνισμός ὑφίσταται τρομακτική φθορά. Οἱ ἑστίες του καί τά μνημεῖα του χάνονται. Οἱ θεσμοί του, ὁ πλοῦτος του καί τά ἐπιτεύγματά του καταστρέφονται.
Ἡ ἰδέα τοῦ κρατικοποιημένου ἔθνους, πού δρομολόγησε ὁ εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός λαμβάνει στήν Ἀνατολή ἀπόλυτες μορφές˙ με κατάληξη τίς ἐθνικές ἐκκαθαρίσεις στά Βαλκάνια καί τήν ἐξαφάνιση ὅλων τῶν χριστιανικῶν μειονοτήτων στήν Ἀνατολή.
Ἡ Μικρασιατική Καταστροφή, ἡ ὁποία ἀκόμη συνεχίζεται μέ διάφορες μορφές, ἀποτελεῖ, κατά τή γνώμη μας, κεντρικό γεγονός τῆς ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Οἱ Ἑλληνες, μετά ἀπό ὀδυνηρές διαδικασίες, βρίσκονται ὅλοι συγκεντρωμένοι στήν ἱστορική εὐρωπαϊκή τους ἑστία. Αὐτό εἶναι ἱστορικά πρωτοφανές. Μετά τό γεγονός αὐτό ὁ Νέος Ἑλληνισμός εἶναι κάτι διαφορετικό, ἐνῶ ἐντείνεται ἡ διαχρονική κρίση ταυτότητας πού τόν χαρακτηρίζει.
Ἡ Μικρασιατική ἧττα τῆς Ἑλλάδας καί ἡ ἐκκένωση ἀπό τούς Ἕλληνες τῆς Ἰωνίας, τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Κωνσταντινούπολης καί τοῦ Πόντου δημιουργοῦν συνθῆκες πού τροφοδοτοῦν μία κρίση ταυτότητας καί στίς δυό χῶρες. Στήν Τουρκία, μέ τό νά παραμένει μετέωρη καί εὔθραυστη, σάν τίς κρεμαστές γέφυρες τοῦ Βοσπόρου, ἀνάμεσα στήν Εὐρώπη καί τήν Ἀσία, ἀνάμεσα σέ ἕνα ψευδεπίγραφο δυτικό προσανατολισμό καί σέ μία ἀσιατική ταυτότητα καί ἕνα ἀσιατικό πολιτισμό. Στήν Ἑλλάδα, τροφοδοτεῖται ἡ κρίση ταυτότητας, μέ τήν προσκόλληση σέ ἕνα φαντασιακό δυτικό εὐρωπαϊκό ἰδεῶδες καί μία ἀστική παράδοση, πού δέν εἶναι δική της, ἐνῶ ἡ λαϊκή ψυχή καί οἱ πνευματικές δομές ἐπιμένουν στόν ἱστορικό τους πυρήνα. Ἡ Ἑλλάδα γίνεται μία χώρα σέ συνεχή ἀντίθεση πρός τόν ἑαυτό της. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἑλλάδα πορεύεται πιά, χωρίς τήν ἀνατολική της συνιστῶσα καί στρέφει τά νῶτα της πρός τούς ἀνατολικούς χώρους, πού συνδέονται μέ τήν ἱστορική καί πνευματική της παρουσία.

2. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ. Ἕνα ταξίδι, ὅπως καί τό γράψιμο ἑνός βιβλίου, εἶναι ἀπρόβλεπτο ποῦ θά ὁδηγήσει. Ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν ταξίδια καί πολλές αἰτίες γι' αὐτά.
Στούς τόπους τῆς πάλαι ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς πηγαίνουμε, βέβαια, πρῶτα ὡς προσκυνητές. Θέλουμε νά εἴμαστε ἐκεῖ, ὄχι γιά νά συναντήσουμε τό διαφορετικό, ἀλλά γιά νά ἐπιβεβαιώσουμε καί νά ἐπανασυνδεθοῦμε μέ τό οἰκεῖο. Τά ταξίδια αὐτά εἶναι καί νόστος, γιατί κινοῦνται καί ἀπό μία νοσταλγία στόν χῶρο τῆς φαντασίας, πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐξιδανίκευση ἑνός παρελθόντος καί ἑνός πολιτισμοῦ˙ πράγματα, τά ὁποῖα εἶναι, βέβαια, γιά πάντα χαμένα, ἀλλά προσδιορίζουν, ὥς ἕνα βαθμό, τό παρόν καί τό μέλλον. Τά ταξίδια αὐτά δέν ἔχουν σχέση μέ τόν τουρισμό. Ὁ τουρίστας ἀδυνατεῖ νά μυηθεῖ. Τά ταξίδια τῶν Ἑλλήνων στή χαμένη γι' αὐτούς Ἀνατολή σημαίνουν τήν ἀναζήτηση τοῦ οἰκείου, τήν ἐπιβεβαίωση τοῦ τί οἱ ἴδιοι εἶναι.
Οἱ διηγήσεις πού ἄκουγα μικρός ἦταν ἡ ἀρχή αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ καί τῶν ἐρωτημάτων πού τό συνόδευσαν. Δέν ἤθελα, οὔτε μποροῦσα, νά ξεφύγω ἀπό ὑποθῆκες πού μοῦ εἶχαν πολύ νωρίς ἐντυπωθεῖ, ἄν καί συχνά ἀναρωτιόμουν, τί ἔκανα ἐκεῖ καί γιατί εἶχα τόσο ἔντονο ἐνδιαφέρον γιά ἕνα περιφερειακό καί ἔξω ἀπό τόν συρμό περιβάλλον. Τί σημαίνει, λοιπόν, ἕνα τέτοιο ταξίδι; Γίνεται σέ ἕνα τόπο στόν ὁποῖο δέν ἔχω βιώσει, πλήν ἀντιλαμβάνομαι ὡς οἰκεῖο.
Ἄτομο καί τόπος δημιουργοῦν ἀκατάλυτες διαλεκτικές σχέσεις. Ὁ τόπος ἀποκτᾶ νόημα μέ τήν ἀνθρώπινη παρουσία. Κάθε τοπικότητα βασίζεται σέ μία κοσμοαντίληψη. Ὑπάρχουν πολλές μορφές ἀποξένωσης ἀπό τόν τόπο. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό συγκεκριμένους τόπους καί πολιτισμικά περιβάλλοντα εἶναι δυνατό νά τά ἐμπλουτίσει μέ μία ἰσχυρή φαντασιακή ὑπόσταση πού τά ἐξιδανικεύει. Αὐτό λέγεται ἐπαναβίωση. Ἡ ἐπαναβίωση εἶναι ἕνα γεγονός ὑπαρξιακῆς τάξης πού μᾶς ὁδηγεῖ στή σύγχρονη προβληματική. Ἀκόμη, τέτοιες ἐξιδανικεύσεις, εἶναι δυνατό νά μεταφερθοῦν στίς ἑπόμενες γενεές καί νά μεταβληθοῦν σέ αἰτήματα ἐπανατοποθέτησης τῶν ἀξιῶν στίς ἱστορικές τους βάσεις ἤ σέ αἰτήματα ἀποφασιστικῆς ἀντιμετώπισης μορφῶν πολιτισμικῆς ἀλλοτρίωσης. Οἱ καταστάσεις αὐτές ὁδηγοῦν σέ ἀναγεννητικά αἰτήματα. Ἀναγεννητικό αἴτημα εἶναι ἡ ἀπαίτηση γιά ἀνάκτηση αὐτοῦ πού ἔλαμψε καί δέν πρέπει νά χαθεῖ. Κατά τή γνώμη μου, τά ἀναγεννητικά αἰτήματα διατρέχουν τήν ἑλληνική ἱστορία.

3. ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΙΔΑ. Μετά ἀπό περιπλανήσεις καί ἀναζητήσεις σέ φτωχικά παραμελημένα χωριά, δίπλα σέ ἀχανεῖς ἄσχημες πόλεις, σχηματισμένες ἀπό νεόκτιστες τερατώδεις πολυκατοικίες˙ μέσα σέ χωράφια γεμάτα μαυρισμένες πέτρες καί σκουριασμένα ντουβάρια˙ φωτογραφίζοντας λείψανα ἐκκλησιῶν καί ἀσκηταριῶν˙ ψάχνοντας σέ ἀλάνες καί ἐρείπια, κάτω ἀπό ἐγκαταλειμένα χαμόσπιτα καί μισογκρεμισμένα ξύλινα σπίτια˙ σχημάτησα τή μορφή μιᾶς περασμένης πιά πραγματικότητας, πού τά ἴχνη της σέ λίγα χρόνια δέν θά ὑπάρχουν. Τό σπίτι τοῦ παπποῦ μου στή Ραιδεστό στέκεται ἀκόμη, σάν ἀπό θαῦμα, μέσα σέ ἕνα μαχαλᾶ πού κάηκε. Τά ξύλινα σπίτια τῆς Προποντίδας φαίνεται νά βρίσκονται σήμερα στό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀποσύνθεσης καί τῆς κονιορτοποίησης. Δέν εἶναι μόνο ὁ χρόνος πού μετατρέπει τά ἀπομεινάρια σέ σκόνη. Τά ἑκατομμύρια τῶν νεήλυδων ἀπό τήν Ἀνατολή κατακυριεύουν τόν χῶρο καί δημιουργοῦν μία νέα πραγματικότητα.
Ὁ χρόνος καταστρέφει, ἡ μνήμη προσπαθεῖ νά διασώσει. Ἕνας μανιασμένος ἄνεμος παρασύρει τά ἀδύνατα ὀχυρώματα πού ἔστησε μέ ὑπομονή ἡ μνήμη. Δέν βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μόνο μέ τόν χρόνο, ἀλλά καί μέ τή θύελα μιᾶς πολιτισμικῆς ἀλλοτρίωσης. Κάθε στιγμή, κάποια ἀπό τά ἴχνη καί τά μνημεῖα τῆς παράδοσης καί τῆς ἱστορίας ἐξαφανίζονται ἀπό τό ἑτερόδοξο καί τό ἀλλότριο. Ἔτσι, γεννιέται ἡ ἀνάγκη γιά τήν καταγραφή τῆς ἐμπειρίας τοῦ ταξιδιοῦ: ἀπό τά ἐρείπια τοῦ χρόνου θά προσπαθήσουμε νά ἀνορθώσουμε μία χάρτινη μορφή ἀθανασίας.

4. ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ. Εἶναι αὐτό παρήγορο, ἀφοῦ θά βρίσκεται σέ λίγες σελίδες βιβλίων κλεισμένων σέ ντουλάπια καί βιβλιοθῆκες; Μήπως ὅλα αὐτά δέν εἶναι παρά ἕνα ἀναχρονιστικό πάθος; Μᾶς λένε ὅτι ἡ χώρα μας θά πρέπει νά ἐγκαταλείψει τή νοσηρή καί ἔμμονη προσήλωση σέ κάποιο παρελθόν, πού δέν σημαίνει γιά τούς ἄλλους τίποτα. Τό μέλλον καί ἡ πράξη ἀπαιτοῦν τή λήθη καί τόν ἐκσυγχρονισμό. Ὁ ἑλληνοκεντρισμός εἶναι μία μορφή καθυστέρησης καί μία τροχοπέδη τῆς προόδου καί τῆς ἀνάπτυξης. Ὁ ἐκσυγχρονισμός ἀπαιτεῖ μία νέα μυθολογία. Πρέπει νά προσαρμοστοῦμε, ἀφοῦ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό ὅ,τι ἐμποδίζει τήν προσαρμογή μας. Ὁ τόπος εἶναι στενός καί ἐμποδίζει τήν ἀνάπτυξη. Ἡ τοπικότητα δέν εἶναι παρά μία προσκόλληση στόν ἀναχρονισμό. Αὐτοί πού προβάλλουν ὡς παράδειγμα, ἐπιμένουν στό ὅτι ὁ χῶρος εἶναι κενός ἀπό σημασίες καί πεδίο τῆς ὑποταγῆς καί ἐκμετάλλευσης τῆς φύσης. Κάθε ἄλλη ἀντίληψη εἶναι ἀναχρονιστική καί ἐπιζήμια.

5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ. Δέν πιστεύω ὅτι εἶναι ἔτσι. Πίσω ἀπό τίς στάσεις αὐτές βρίσκεται ἡ κρίση τοῦ Δυτικοῦ κόσμου μέ ἀποκορύφωση τή δημιουργία τῆς ἀντίθεσης Βορρᾶ – Νότου, τήν καταστροφή τοῦ τόπου καί τήν ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀντιταχθοῦμε στή λήθη καί στήν ἰσοπεδωτική ἀλλοτρίωση. Ὡς συμμέτοχοι καί συνεχιστές μιᾶς συγκεκριμένης καί διακριτῆς πολιτισμικῆς πραγματικότητας δέν μποροῦμε παρά νά ἀκολουθήσουμε τρόπους σκέψης πού μᾶς ὁδηγοῦν πολύ μακριά. Ὠφείλουμε νά δώσουμε στήν προσπάθεια γιά ἐκσυγχρονισμό τή μορφή πού μᾶς ἁρμόζει.
Ἐδῶ, λοιπόν, δέν περιγράφω μόνο ἕνα τόπο, μία πολύτιμη, ἀλλά παρωχημένη πραγματικότητα, ἀλλά ζητῶ νά κατανοήσω καί νά ἑρμηνεύσω. Ὑπάρχουν μόνο ἑρμηνείες καί οἱ ἑρμηνείες αὐτές μᾶς καθορίζουν. Δέν μοῦ ταιριάζουν οἱ θρηνωδίες γιά τίς χαμένες πατρίδες καί δέν μέ ἱκανοποιοῦν οἱ μεμψίμοιρες περιγραφές. Ἡ παράδοση ἔχει σημασία ὅταν ἀφορᾶ τό παρόν καί δίνει νόημα στό μέλλον. Γοητεύομαι ἀπό τό ἄμεσο ἱστορικό περιβάλλον, ἀλλά ἐκεῖνο πού μέ ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ παροῦσα κατάσταση.
Μέσα ἀπό τίς ἐμπειρίες καί τίς ἐντυπώσεις τῶν ταξιδιῶν ἀναδύονται σημασίες καί ξεκινοῦν σκέψεις πού ὁδηγοῦν σέ ἀναπόφευκτες προκλήσεις. Παρά τή φαντασιακή ὑπόσταση τοῦ τόπου πού εἶχα μυθοποιήσει, γρήγορα διαπίστωσα ὅτι διέθετα μία μύηση ἡ ὁποία μέ τό ταξίδι διευρυνόταν καί παρέμενε στή συνείδηση. Κατέληξα, ἔτσι, στό συμπέρασμα ὅτι πιστοποιοῦσα ἰδιαιτερότητες πού μέ ἀφοροῦσαν, ἀλλά καί ὅτι προσπαθοῦσα νά ἀποκαλύψω καί νά ἐξηγήσω τίς σημασίες τους. Τό ταξίδι αὐτό ὁδηγοῦσε, λοιπόν, σέ μεγάλα θέματα, ὅπως αὐτά τῆς παράδοσης, τῆς αὐτογνωσίας καί τῆς ταυτότητας.
Μέσα ἀπό τίς ἐμπειρίες τοῦ ταξιδιοῦ, τήν ἔρευνα στίς παλιές φωτογραφίες καί τήν περιοδεία γιά τήν καταγραφή τῶν μνημείων καί τῶν λειψάνων, ἀναδεικνύονται σύμβολα καί πραγματικότητες μέ ἰδιαίτερες καί χαρακτηριστικές σημασίες. Ἡ Κωνσταντινούπολη, "πόλις παλαιόθεν ἑλληνίς", κατανοεῖται ὡς μία ἑστία τῆς πολιτισμικῆς ἐπιβεβαίωσης τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πολιτισμική ἰδιαιτερότητα ἀναδεικνύεται ὡς τό ὀντολογικό ὑπόβαρθο τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς. Ἡ ἀσήμαντη καί ξεχασμένη Ραιδεστός φαίνεται τώρα νά εἶναι ἕνα σύμβολο τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες ἀποκαλύπτονται ὡς ἕνα φαινόμενο μέ οἰκουμενικές σημασίες. Ὁ ἑλληνικός χῶρος ὁρίζεται πολιτισμικά, δέν βρίσκεται οὔτε σέ Ἀνατολή, οὔτε σέ Δύση, ἐνῶ εἶναι ἀπολύτως διακριτός ἀπό αὐτές.
Αὐτά σημαίνουν ὅτι οἱ ἀνθρώπινες συμπεριφορές καί τά παράγωγά τους προσδιορίζονται, σέ μεγάλο βαθμό, ἀπό τό πολιτισμικό περιβάλλον, μέσα στό ὁποῖο εἶναι καλύτερα κατανοητές. Ἀλλά καί οἱ μακραίωνες ἐμπειρίες καί παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ μᾶς ὑποχρεώνουν στή θεώρηση τῆς πολιτισμικῆς πραγματικότητας ὡς θεμελιώδους χαρακτηριστικοῦ του. Ἡ κοσμοϊστορικῶν διαστάσεων παρουσία μας, τά ἐπιτεύγματά μας, οἱ ἀγῶνες μας, οἱ ἐπιτυχίες καί οἱ ἀποτυχίες μας, μποροῦν νά γίνουν κατανοητές καί ὡς πολιτισμικά φαινόμενα καί ἀντιπαραθέσεις, μέσα σέ ἕνα κόσμο μεγάλης πολιτισμικῆς πολυμορφίας, ὅπου οἱ ἀξίες, οἱ παραδόσεις καί οἱ ἀντιλήψεις μποροῦν πάντα νά ἀναιρεθοῦν ἀπό τό διαφορετικό, τό παράδοξο καί τό τυχαῖο. Ἄλλωστε, καί ἡ ἀντίληψη τῆς οἰκουμενικότητας βασίζεται σέ πολιτισμικές προϋποθέσεις, ἐνῶ ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική καί πολιτική πραγματικότητα τονίζουν, ὅλο καί περισσότερο, τόν πολιτισμικό παράγοντα.

6. ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Ὡστόσο, τό πολιτισμικό μας περιβάλλον βρίσκεται κάτω ἀπό πίεση. Σάν σύμπτωμα ἀναφέρω τό ὅτι κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, ὑποβαθμίζονται καί περιθωριοποῦνται σταθερά οἱ πολιτισμικές μας ἰδιαιτερότητες μέ τήν κυριαρχία καί τήν ἐπιβολή τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημέρωσης.
Ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι σήμερα ἡ χώρα ὅπου αὐτό πού περιλαμβάνει ἡ ἔννοια τοῦ "παραδοσιακοῦ" εἶναι καθοριστικό στούς καθόλου προσανατολισμούς, οὔτε εἶναι ἡ χώρα ὅπου τό "παραδοσιακό" ἐμφανίζεται ὡς οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς καθημερινότητας. Μποροῦμε ἴσως νά συμπεράνουμε ὅτι ὁ ἐκσυγχρονισμός καί ἡ προσαρμογή εἶναι μία ἀπό τίς κυρίαρχες ἰδεολογίες. Αὐτό, ὅμως, μᾶλλον θά ἦταν εὔκολο συμπέρασμα. Κάτω ἀπό τά ἐπιφαινόμενα καί πέρα ἀπό τά λεγόμενα, διακρίνεται, πάντα καί παντοῦ, ζῶσα καί παροῦσα, μία ἰδιαίτερη πολιτισμική πραγματικότητα.
Ἔχω σχηματίσει τή γνώμη ὅτι ἡ προσπάθεια γιά κάποια κατανόηση τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων διαπιστώνει μία αἴσθηση ἀπειλῆς πρός τούς ἑλληνικούς χώρους, φυσικούς καί νοητικούς. Αὐτό δέν εἶναι ὑπερβολή, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε νά εἶναι, καί περιγράφεται ἀπό τή σύγχρονη πολιτισμική ἀνθρωπολογία˙ ἡ ὁποία ἔχει ἀναπτύξει τό κατάλληλο θεωρητικό καί ἐννοιολογικό ὑπόβαθρο γιά τήν κατανόηση τοῦ φαινομένου. Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τήν πολιτισμική ἀνθρωπολογία, ἡ ἐπίδραση ἑνός πολιτισμοῦ πάνω σέ ἕναν ἄλλο μπορεῖ νά γίνει ἄκρως ἀπειλητική. Ἐπιπολιτισμός, εἶναι ὁ ὅρος πού χαρακτηρίζει καί περιγράφει τά φαινόμενα αὐτά. Ἡ Ἑλλάδα καί οἱ ἑλληνικοί χῶροι ἀποτελοῦν χαρακτηριστικά πεδία ἀνάπτυξης ἐπιπολιτισμοῦ.
Κάθε θεωρία τοῦ πολιτισμοῦ ἀντικατοπτρίζει τό πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο διατυπώνεται. Ὁ ἐπιπολιτισμός μελετήθηκε μέσα ἀπό τό περιβάλλον τοῦ δότη, δηλαδή τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐμεῖς, ὡς φορεῖς μιᾶς συγκεκριμένης καί διακριτῆς πολιτισμικῆς πραγματικότητας καί παράδοσης, εἴμαστε ἕνας ἀπό τούς δέκτες τῆς ἐπιπολιτισμικῆς ἐπίδρασης.

7. Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ Μ' ΑΥΤΗΝ. Ταξιδεύοντας στήν Τουρκία, διαπίστωσα ὅτι τό μέτρο τοῦ πόσο σημαντική εἶναι μία χώρα βρίσκεται στή θέση πού αὐτή κατέχει στή φαντασία μας. Μεγάλοι μῦθοι πού μᾶς προσδιορίζουν, ὅπως καί φαντασιακά στοιχεῖα στό συλλογικό μας ὑποσυνείδητο, ἔχουν ὡς γεωγραφικό χῶρο τόπους πού περιλαμβάνονται σέ αὐτό πού σήμερα ἀποτελεῖ τήν Τουρκική Δημοκρατία. Ἀλλά καί ἡ διαλεκτική τῶν ἑλληνοτουρκικῶν ὁδηγεῖ, ἀπό τήν παρατήρηση τῆς ἀνησυχητικῆς καί ἐπικίνδυνης κρίσης ταυτότητας τῆς Τουρκίας, κατευθείαν στή συνείδηση τῆς δικῆς μας διαχρονικῆς κρίσης ταυτότητας. Μέ λίγα λόγια, ἡ φαντασιακή εἰκόνα τῆς Τουρκίας στήν ἱστορική καί τήν πολιτισμική μας συνείδηση εἶναι στενά δεμένη μέ τή δική μας ἰδεολογική καί ἐμπειρική αὐτοβεβαίωση. Ἡ ταυτότητα, ὡς κατασκευή μιᾶς προσωπικῆς πιστοποίησης, γίνεται μετά τή συνείδηση αὐτοῦ πού εἶναι ἀντίθετο. Αὐτά, μαζί μέ τήν παρουσία τῆς ἐπαναβίωσης, μποροῦν ἴσως νά ἐξηγήσουν τό φαινομενικά παράδοξο γεγονός, τοῦ ὅτι τό ἐρώτημα γιά τή νεοελληνική ταυτότητα τίθεται σέ ἕνα ταξίδι ἔξω ἀπό τά ἑλληνικά σύνορα καί σέ χώρους ὅπου δέν κατοικοῦν πλέον Ἕλληνες.

8. ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ. Ἡ ἀναγωγή ἀπό τίς ἐμπειρίες τῶν ταξιδιῶν στά ἐρωτήματα πού γεννιῶνται κατέληξε σέ ἕνα παράδοξο: μέσα ἀπό ἕνα περιφερειακό περιβάλλον ἀναδύονται μεγάλα θέματα. Περιγράφοντας, ὅμως, τήν ἐμπειρία καθ' ἑαυτή δέν εἶναι ἀρκετό. Μιά περιγραφή τῆς σύνθετης πραγματικότητας, πού διερευνᾶ τό βιβλίο, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἑρμηνευτική καί δέν μπορεῖ νά μήν συναντήσει τά προβλημάτα πού ἀντιμετωπίζουμε ὡς χώρα, ὡς ἔθνος καί ὡς πολιτισμός. Μέ ποιό τρόπο μπορεῖ νά γίνει αὐτό; Τώρα τά πράγματα γίνονται δύσκολα. Τό αἴτημα τῆς περιγραφῆς αὐτῆς τῆς πραγματικότητας καί τῆς σημασίας της ἀπαιτεῖ τήν κατάλληλη μέθοδο καί τόν ἀντίστοιχο ἐννοιολογικό γλωσσικό ἐξοπλισμό.

Ἐδῶ, θά πρέπει νά ἀνοίξουμε μία παρένθεση. Θά προσπαθήσουμε νά ἐξηγήσουμε μία περιγραφική μέθοδο, ὅπως τήν διατύπωσε ὁ φιλόσοφος Gilbert Ryle καί τήν ἀνέπτυξε ὁ ἀνθρωπολόγος Clifford Geertz.
Ἄς πάρουμε ἕνα ἁπλό παράδειγμα: στόν περίβολο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ὑπάρχει τό κενοτάφιο τῆς Εὐθαλίας Δαβίδοβιτς πού κοσμεῖται ἀπό ἕνα ἄγαλμα. Τό ἄγαλμα αὐτό παριστᾶ μία γυναικεία μορφή πού γονατίζει. Ἄν θελήσουμε νά διατυπώσουμε μία περιγραφή τοῦ ἀγάλματος θά ποῦμε αὐτό ἀκριβῶς: τό ἄγαλμα παριστάνει μία γυναικεία μορφή πού γονατίζει καί αὐτό εἶναι. Διατυπώνουμε ἔτσι μία "ἀραιή περιγραφή", ἀφοῦ φαινομενικά ἔχουμε μπροστά μας κάτι πολύ ἁπλό: ἡ μορφή πού παριστάνεται στό ἄγαλμα γονατίζει καί αὐτό εἶναι ὅλο.
Βέβαια, ἡ "ἀραιή" αὐτή περιγραφή δέν εἶναι ἀρκετή. Μέ μία προσεκτικότερη παρατήρηση τοῦ ἀγάλματος διαπιστώνουμε πώς ἡ μορφή αὐτή εἶναι συμβολική, ἐκφράζει κάποια θλίψη, κρατᾶ ἕνα στέφανο καί συλλογίζεται. Ἐπί πλέον τό ἄγαλμα αὐτό κατασκευάσθηκε γιά τή μνήμη τῆς Εὐθαλίας Δαβίδοβιτς, πού γεννήθηκε στήν Ξάνθη καί πέθανε στό Κίεβο. Στή βάση τοῦ ἀγάλματος ὑπάρχει λόγιο ἐπίγραμμα. Τό ἴδιο τό ἄγαλμα ἔχει ἀκαδημαϊκό νεοκλασσικό ὕφος καί ἄψογη τεχνική. Γιά νά συμπληρώσουμε καί νά ὁλοκληρώσουμε, λοιπόν, τήν περιγραφή μας θά πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅ,τι βλέπουμε, ὅ,τι κατανοοῦμε καί ὅ,τι φανταζόμαστε. Ἡ "ἀραιή περιγραφή", λοιπόν, δέν εἶναι ἱκανοποιητική καί πρέπει νά πυκνώσει.
Ἄς ὑποθέσουμε τώρα ὅτι θέλουμε νά περιγράψουμε μία περίπλοκη κατάσταση. Ὅπως ἕνα πολιτισμικό περιβάλλον. Ἡ "ἀραιή περιγραφή" δέν εἶναι πιά ἀρκετή. Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι αὐτό εἶναι καί τελείωσε. Πρέπει νά κατανοήσουμε καί νά περιγράψουμε πολλές σημασίες σέ διαφορετικά ἐπίπεδα.
Ἄς ὑποθέσουμε, γιά παράδειγμα, ὅτι βρισκόμαστε στήν αὐλή τῆς Ἁγίας Σοφίας βλέποντας τόν κόσμο πού μπαινοβγαίνει. Τί κάνουν ὅλοι αὐτοί οἱ ἐπισκέπτες τῆς Ἁγίας Σοφίας; Τό νά ποῦμε ὅτι ἐπισκέπτονται τό μνημεῖο ὡς τουρίστες δέν εἶναι ἀρκετό. Ὑπάρχουν ἐπισκέπτες ἀπό πολλές χῶρες, πού μποροῦμε νά τούς βάλουμε σέ μία γενική κατηγορία. Αὐτοί ψάχνουν νά βροῦν ἕνα ἐξωτικό περιβάλλον, κάτι διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ζοῦν κάθε μέρα. Εἶναι τουρίστες. Ὑπάρχουν, ὅμως, καί ἐπισκέπτες ἀπό τήν Τουρκία καί τήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι κάνουν κάτι κάπως διαφορετικό ἀπό τόν ἁπλό τουρισμό ἤ κάνουν καί κάτι ἄλλο μαζί μέ τόν τουρισμό.
Οἱ Ἕλληνες ἐπισκέπτες ἔχουν γιά τήν Ἁγία Σοφία μορφές ἐμπειρίας. Πρίν τή σημερινή τους ἐπίσκεψη εἶχαν ἤδη στή συνείδησή τους μία ἀντίληψη γιά τήν Ἁγία Σοφία. Ἀντίληψη πού εἶναι ἀποτέλεσμα ἱστορικῶν, ἰδεολογικῶν, συναισθηματικῶν προϋποθέσεων, ἀλλά καί προσωπικῶν βιωμάτων.
Οἱ Τοῦρκοι ἐπισκέπτες διαθέτουν μία ἀντίληψη πού ἔχει νά κάνει μέ τό μεγαλεῖο τοῦ Ἰσλάμ καί τόν κατακτητικό θρίαμβο τῶν Ὀθωμανῶν. Πράγματα ἀκατανόητα γιά μᾶς.
Οἱ Δυτικοί ἐπισκέπτες ἔχουν μία μᾶλλον ἀντικειμενική ἀντίληψη, πού δέν ἔχει μεγάλη σχέση μέ τή δική μας συναισθηματικά, ἱστορικά καί ἰδεολογικά φορτισμένη εἰκόνα.
Δέν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νά περιγράψουμε τό τί κάνουν οἱ ἐπισκέπτες τῆς Ἁγίας Σοφίας χωρίς νά λάβουμε ὑπ' ὄψη μας τήν ἱστορία, τόν πολιτισμό, τήν ἱδεολογία καί τά βιώματα πού ἀναφέραμε. Ὅπως καί εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψουμε τήν ἴδια τήν Ἁγία Σοφία, χωρίς νά ἑρμηνεύσουμε τίς σημασίες πού τή συνοδεύουν. Γιατί γι' αὐτό ἀκριβῶς πρόκειται: γιά σημασίες.
Καί γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς: δέν μποροῦμε νά περιγράψουμε τό τί κάνουν οἱ ἐπισκέπτες τῆς Ἁγίας Σοφίας χωρίς νά ὑποχρεωθοῦμε νά προσεγγίσουμε μεγάλα θέματα, ὅπως εἶναι ὁ κλασικός πολιτισμός, ὁ βυζαντινός πολιτισμός, ἡ βυζαντινή τέχνη, ὁ δυτικός πολιτισμός, ἡ ἑλληνική ἱστορία, ἡ πραγματικότητα τῶν Τούρκων, ἡ Μεγάλη Ἰδέα καί πολλά ἄλλα, πού δέν εἶναι μόνο θέματα ἱστορίας, ἀλλά καί ζητήματα ἰδεολογίας, πίστης καί πολιτισμικῆς συγκρότησης.
Ἔχουμε ἐδῶ τήν ἀνάγκη μιᾶς "πυκνῆς περιγραφῆς" καί τήν παρουσία ἑνός "πολιτισμικοῦ σχετικισμοῦ". Ἡ "πυκνή περιγραφή" εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά περιγράψουμε κάτι πού εἶναι γεμάτο ἀπό ἰδιαίτερες σημασίες. Ὁ "πολιτισμικός σχετικισμός" ἀφορᾶ στή διαφορά στίς σημασίες καί στίς ἑρμηνείες τους, ὅπως τίς ἀντιλαμβάνονται ἄτομα μέ διαφορετικές πολιτισμικές προϋποθέσεις. Ὁ "πολιτισμικός σχετικισμός" εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ἀπόλυτη πολιτισμική ἀλήθεια. Ὑπάρχουν μόνο διαφορετικές πραγματικότητες, διαφορετικές σημασίες καί διαφορετικές ἑρμηνείες.

9. Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ. Στό βιβλίο μας, λοιπόν, προσπαθώντας νά περιγράψουμε μία πραγματικότητα πού ἀποδεικνύεται ἐξαιρετικά σύνθετη, δηλαδή ἕνα πολιτισμικό περιβάλλον, ἀκολουθήσαμε μία μέθοδο, πού μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι μία "πυκνή περιγραφή". Γιά νά μπορέσουμε νά τό κάνουμε αὐτό, δημιουργήσαμε τρία διακριτά πεδία περιγραφῶν καί ἀναλύσεων. Τά πεδία αὐτά, παρ' ὅλο πού ἀλληλοσυνδέονται, εἶναι ἀνεξάρτητα καί μποροῦν νά διαβαστοῦν χωριστά.
Τό πρῶτο πεδίο ἀποτελεῖ ἡ ἐξιστόρηση τοῦ ταξιδιοῦ, τῆς ἐσωτερικῆς διεργασίας καί τῆς μυστικῆς ζωῆς, πού προηγήθηκε, τό συνόδευσε καί τό ἀκολούθησε.
Οἱ παλιές φωτογραφίες, πού πολλές εἶναι ἀνέκδοτες καί μοναδικές καί μαζεύτηκαν μέ μεγάλο κόπο, εἶναι γεμάτες δυναμισμό καί ἔνταση καί δροῦν σάν πύρινες ἑστίες στή συνείδησή μας. Ἡ παρουσίαση τῶν φωτογραφιῶν γίνεται στό δεύτερο πεδίο μέ ἐκτεταμένο ὑπομνηματισμό, ὥστε κάθε φωτογραφία νά σχολιάζεται καί νά περιγράφεται μέ λεπτομέρειες. Ἐδῶ οἱ φωτογραφίες βοηθοῦν καί συμπληρώνουν τά κείμενα. Δέν θέλησα νά κάνω ἕνα λεύκωμα.
Τό τρίτο πεδίο ἀποτελεῖται ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν θεμάτων πού ἀναδύονται. Ἐδῶ μέ ἀναγωγή μεταβαίνουμε ἀπό τίς συγκεκριμένες ἐμπειρίες σέ γενικά χαρακτηριστικά πού περιγράφουν καθολικά μία κατάσταση. Τό ὅλον προσεγγίζεται μέσα ἀπό τίς λεπτομέρειες καί οἱ λεπτομέρειες ἔχουν νόημα μέσα στό ὅλον. Ὁ κόσμος εἶναι πληρέστερα κατανοητός στόν βαθμό πού τόν ἀντιλαμβανόμαστε ὡς σύνολο.
Τέλος, οἱ πολυσήμαντοι ὅροι, πού εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά χρησιμοποιήσουμε, ἀναλύονται σέ ἕνα τέταρτο πεδίο - ἐργαλεῖο, ὥστε νά εἶναι κατανοητή ἡ ἰδιαίτερη σημασία μέ τήν ὁποία γίνεται ἡ χρήση τους. Τά ὅρια τῆς κατανόησής μας καθορίζονται ἀπό τά ὅρια τῆς γλῶσσας μας. Ἔτσι καί τά ζητήματα πού ἀναδύονται, ἀποδίδονται μέσα ἀπό τίς ἰδιαίτερες σημασίες πού δίνουμε στούς ὅρους πού χρησιμοποιοῦμε.
Μετά τήν πυκνή περιγραφή, ἡ μεθοδολογία τοῦ βιβλίου στηρίζεται στή δημιουργία αὐτοδύναμων μικρῶν συνόλων, ἕκαστο ἀπό τά ὁποῖα ἀφορᾶ συγκεκριμένο θέμα. Τό ταξίδι περιγράφεται σέ 31 διαφορετικά ἐδάφια. Οἱ φωτογραφίες ὑπομνηματίζονται μέ 48 μικρά κείμενα. Ἡ ἀναγωγή στή θεωρία ἀποτελεῖται ἀπό 41 μικρά δοκίμια. Οἱ σημασίες τῶν ὅρων ἀναλύονται σέ 60 σύντομα κείμενα ὁρισμῶν. Ἀθροίζουμε ἔτσι ἕνα πλέγμα μέ 180 κυψέλες, κάθε μία μέ ἀνεξάρτητο ἀντικείμενο καί αὐτοδύναμο ἐννοιολογικό περιεχόμενο. Κάθε κυψέλη μπορεῖ νά διαβαστεῖ ἀνεξάρτητα. Μία τέτοια μέθοδος ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ παρόντος. Σήμερα ὁ χρόνος εἶναι ἀνεπαρκής καί τό διάβασμα συνήθως γίνεται σέ κερματικές χρονικές διάρκειες. Ἀλλά καί ὁ σημερινός καταιγισμός τῶν λέξεων καί ἡ πλημμυρίδα τῶν πληροφοριῶν ἐπιβάλλουν τήν οἰκονομία στά κείμενα. Οἱ προτάσεις καί τά ἐδάφια πρέπει νά εἶναι περιεκτικά καί νά σπαθίζουν.
Τώρα. Ποιά εἶναι τά θέματα τοῦ βιβλίου; Κύριο θέμα καί πλαίσιο τοποθετήθηκε ἡ ἀφορμή, δηλαδή ἡ περιγραφή ἑνός ἰδιαίτερου περιβάλλοντος τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρόκειται, βέβαια, γιά κάποιες ἀπό τίς λεγόμενες "χαμένες πατρίδες". Ὡστόσο, δέν θέλουμε νά τυλίξουμε τίς χαμένες πατρίδες σέ σάβανα. Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι στήν ἐνασχόληση μέ ὅ,τι ὀνομάζουμε "χαμένες πατρίδες" κρύβεται συχνά μία ἀμηχανία: ἐξαίρεται μία πραγματικότητα τοῦ παρελθόντος καί ἐπιχειρεῖται μέ ὡραῖα λόγια νά παρηγορηθοῦμε γιά τό χαμό της. Ἐδῶ προσπαθοῦμε νά συνδέσουμε τό παρόν μέ τό ἄμεσα ἀντιληπτό παρελθόν καί νά ψηλαφήσουμε τό μέλλον. Αὐτό εἶναι ἀσυνήθιστο γιά ἕνα βιβλίο, ἄς ποῦμε, ἱστορικῆς γεωγραφίας. Γιατί τό κάνουμε αὐτό;
Πιστεύω ὅτι στή σημερινή συγκυρία τό ἀνέφικτο αἴτημα γιά ἀνάκτηση ἑνός χαμένου κόσμου δέν μπορεῖ παρά νά ὁδηγεῖ σέ ἐρωτήματα γιά τήν παροῦσα κατάσταση. Δέν ὑπάρχει παρόν καί μέλλον χωρίς παρελθόν. Τό ἀναγεννητικό αἴτημα σκοπεύει στο μέλλον. Ἡ συγκυρία εἶναι δυσχερής καί πνιγηρή, ἀφοῦ τό αἴτημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ἀποτελεῖ προϋπόθεση ἐπιβίωσης σέ ἕνα κόσμο καί μία πραγματικότητα, πού δέν ἐπιτρέπουν ἀπόκλιση ἀπό στόχους οἱ ὁποῖοι θέτονται ἀπό ἄλλους, μακριά ἀπό μᾶς. Εἶναι ἀναγκαῖο νά κατανοήσουμε, νά προσαρμόσουμε, νά ἐνσωματώσουμε καί, τέλος, νά δώσουμε στόν ἐκσυγχρονισμό τή μορφή πού μᾶς ἁρμόζει.
Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου, αὐθόρμητα προσδιορίζεται τό φαινόμενο τῆς ἐπαναβίωσης καί τό γεγονός τοῦ ἐπιπολιτισμοῦ. Ἡ ἀφήγηση τοῦ ταξιδιοῦ ὁδηγεῖ, μέσα ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτοῦ πού εἶναι διαφορετικό, στό ἐρώτημα γιά τή νεοελληνική ταυτότητα, ἀφοῦ καί συζητεῖται τό μεγάλο πρόβλημα τῆς νεοελληνικῆς κρίσης ταυτότητας. Τό ἐρώτημα γιά τήν νεοελληνική ταυτότητα συνδέεται μέ τό πολυσυζητημένο πρόβλημα γιά τό ποῦ ἀνήκει ἡ Ἑλλάδα. Οἱ διαφορές μας μέ τή Δύση παρουσιάζονται καί συζητοῦνται. Τέλος, μεγάλο τμῆμα τῆς προβληματικῆς τοῦ βιβλίου ἀφορᾶ τήν πορεία τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Τουρκίας ὡς ἐθνικῶν πλέον κρατῶν. Εἶναι σημαντικό ὅτι τό μέλλον τῆς πορείας αὐτῆς θεωροῦμε πώς ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐξέλιξη τῆς Τουρκίας. Μέ τήν ἐμπειρία μίας σχέσης δέκα αἰώνων, δέν πιστεύω ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει "εὐρωπαϊκή προοπτική". Ἡ θέση μου εἶναι ὅτι δέν θά μᾶς βοηθήσει μία τέτοια προοπτική. Τό ἀντίθετο μάλιστα.
Τελικά, τί πραγματοποιήθηκε; Σέ ποιό εἶδος ἀνήκει αὐτό τό βιβλίο; Δέν εἶναι μόνο ἕνα ταξιδιωτικό ἀφήγημα. Δέν εἶναι μόνο ἕνα λεύκωμα. Οὔτε εἶναι μόνο ἕνα δοκίμιο καί μιά μονογραφία γιά τή νεοελληνική ἰδεολογία. Σ' αὐτό δέν ἔχω ἀπάντηση. Δέν χρειάζεται, ἄλλωστε.
Στόν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου αἰσθάνθηκα τήν ἀνάγκη νά ἀπολογηθῶ καί νά δικαιολογήσω τή μεθοδολογία τοῦ βιβλίου καί τήν ὕπαρξη ἑνός βιβλίου μέσα σέ βιβλίο. Ἐδῶ, λοιπόν, περιγράφεται ἕνα ἱστορικό περιβάλλον καί πολλαπλά δίδεται ἡ εὐκαιρία γιά σχόλια πού ἀφοροῦν τή σύγχρονη ἑλληνική προβληματική, μέ ἀφανῆ κατάληξη τό αἴτημα γιά ἀναζήτηση διεξόδων ἀπό τή δεινή θέση στήν ὁποία σήμερα βρισκόμαστε καί τήν ἀνάγκη γιά ὑπέρβαση τῆς πνιγηρῆς κατάστασης, στήν ὁποία ὁδηγηθήκαμε μετά τή Μικρασιατική Καταστροφή.
Τό ἄμεσα ἀντιληπτό θέμα τοῦ βιβλίου εἶναι δυνατό νά προκαλέσει τή συνηθισμένη κατηγορία γιά ἀλυτρωτισμό. Εἶναι μία στερεότυπη μομφή, ἀπό τήν ὁποία δέν γλυτώνουν ἀκόμη καί ὅσοι ἀντιλαμβάνονται καί περιγράφουν τήν τρίτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τῆς Δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τά σαράντα ἑκατομμύρια τῶν νεήλυδων ἀπό τήν Ἀνατολή. Ὑπάρχει διάχυτη στή χώρα μας μία ἀνασφάλεια, πού ἐκδηλώνεται μέ ἐθνικιστικές ἐξάρσεις, ἀλλά καί μέ τίς ἕτοιμες κατηγορίες γιά ἐθνικισμό, ὅπως καί μέ τήν ἀνοχή τῶν ἐθνικισμῶν τῶν ξένων. Ἐκδηλώνεται ἀκόμη, στίς ἐκδόσεις πού μᾶς κατακλύζουν, τίς γεμάτες παραδοξολογίες καί σύγχυση, ὅπως, γιά παράδειγμα, αὐτές πού προβάλλουν τό νεοπαγανισμό ἤ διαδίδουν ἕνα μυστικιστικό ἐθνικισμό.
Προτίμησα γιά τό βιβλίο αὐτό τήν πολυτονική γραφή, ὄχι μόνο γιατί εἶναι σφάλμα τό νά πιστέψουμε ὅτι ἡ ἁπλοποίηση – καί δέν ἐννοῶ βέβαια τήν ἁπλότητα – βοηθᾶ στήν πνευματική συγκρότηση, ὄχι μόνο γιατί ἡ πολυτονική γραφή εἶναι αὐτή πού ἔμαθα στό σχολεῖο, ὄχι μόνο γιατί μέ τούς τόνους καί τά πνεύματα τό κείμενο ὁλοκληρώνεται γιά τό βλέμμα αἰσθητικά, οὔτε μόνο γιατί τά ἀποσπάσματα ἀπό παλιά κείμενα φτωχαίνουν καί ἀσχημίζουν μέ τή μονοτονική γραφή, ἀλλά, κυρίως, γιατί ἡ ἰδιομορφία τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς εἶναι ἕνα χαρακτηριστικό στοιχεῖο ταυτότητας. Τό θέμα αὐτό ἔχει πρό πολλοῦ πάρει τόν, συνηθισμένο στή χώρα μας, δρόμο τῶν διχασμῶν καί τῶν ἀντιθέσεων. Ἐδῶ ἁπλῶς ἐκφράζουμε ἰδιαιτερότητες καί ζητᾶμε τήν πολυμορφία. Αὐτό εἶναι ἕνας πλοῦτος, ἄν ἀποφύγουμε τίς ἀπαιτήσεις γιά ἀπόλυτη κυριαρχία τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἄποψης.
Ὅσο γιά τό ὕφος αὐτό ἀποτελεῖ τή βάση τῆς ἀποδοχῆς τοῦ κειμένου ἀπό τόν ἀναγνώστη. Προσπάθησα νά βρῶ ἕνα ὕφος, ὅσο μποροῦσα βέβαια. Ἕνα βιβλίο ἀρχίζει νά ὑπάρχει μέσα ἀπό τόν ἀναγνώστη. Ἕνα βιβλίο εἶναι ἕνα παράδοξο ὅπου συναντῶνται οἱ μυστικές ζωές.
Ἀντιλαμβάνομαι τό βιβλίο ὡς ἕνα περίπλοκο σύμβολο καί ἕνα ἀντικείμενο μέ αὐτοδύναμη ὑπόσταση. Τό βιβλίο δέν εἶναι ἕνα τεχνικό ἀντικείμενο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα βιβλίο πρέπει νά ὑπάρχει αἰσθητικά καί νά γεννᾶ τέρψη. Μέ τούς στόχους αὐτούς πραγματοποιήθηκε τό βιβλίο.

10. Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ. Αὐτός πού τόν ἀπασχολεῖ ἕνας συγκεκριμένος τόπος καί ἐνδιαφέρεται γι' αὐτόν, εἶναι ἀπαραίτητο νά χρησιμοποιεῖ καί τίς πρακτικές καί ἐπαγγελματικές δυνατότητες αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἔτσι, αὐτές ἐπιβιώνουν καί ἀναπτύσσονται. Μαζί τους ἐπιβιώνει καί ἀναπτύσσεται καί ὁ τόπος. Τό βιβλίο μας τυπώθηκε στήν Ξάνθη καί πιστεύω ὅτι ὁ τυπογράφος ἔδωσε ἕνα παράδειγμα πρός συνέχιση.
Στήν Ξάνθη δέν ὑπάρχει τυπογραφική παράδοση. Τό ΠΑΚΕΘΡΑ ἐκδίδοντας βιβλία, ἄρχισε ἀπό τό μηδέν. Ψάξαμε γιά νά βροῦμε πῶς γίνεται ἡ ἐπιμέλεια ἑνός βιβλίου. Στό τέλος, μελετήσαμε τή σχετική βιβλιογραφία. Τό βιβλίο μας βασίζεται στό ἐγχειρίδιο τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου Thames and Hudson καί στή δουλειά τοῦ βραβευμένου Ἑλβετοῦ Jost Hochuli, ὁ ὁποῖος ἐπιμελεῖται κυρίως ἐκδόσεις τοπικότητας. Ἐπιλέξαμε στοιχεῖα ἀπό τήν ἑλληνική τυπογραφική παράδοση τῆς Βενετίας, ἔχοντας κατά νοῦ μία μεταμοντέρνα αἰσθητική.
Καί, ἀφοῦ μιλᾶμε γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ βιβλίου, θά κλείσω μέ κάτι χαρακτηριστικό: Ὅταν ἀρχίσαμε νά σχεδιάζουμε τό βιβλίο συνοψίσαμε τήν πρώτη μας συζήτηση μέ τόν φιλόδοξο στόχο: "Νά προσπαθήσουμε νά κάνουμε ἕνα βιβλίο, πού γι' αὐτό θά ποῦν: κοιτάξτε τί ἔκαναν αὐτοί ἐκεῖ στήν Ξάνθη!". Τήν ἴδια ἐποχή, γνωστός μου ἐκδότης ἐξαιρετικά φροντισμένων βιβλίων, ἀκούγοντας τά σχέδιά μου, μοῦ εἶπε: "Εἶστε ἐρασιτέχνες. Θά κάνετε ἐκεῖ στήν Ξάνθη ἕνα βιβλίο Καραγκιόζη!". Πρίν λίγο καιρό, βρέθηκα σέ κάποιο βιβλιοπωλεῖο στήν Ἀθήνα καί ἔδειξα τό βιβλίο μου στόν βιβλιοπώλη. Κατά τύχη βρισκόταν ἐκεῖ κοντά μας κάποιος ἄλλος ἐκδότης. Πλησίασε καί ἄρχισε νά περιεργάζεται τό βιβλίο. Τέλος, μέ ρώτησε: "Αὐτό τό βιβλίο τό φτιάξατε στήν Ξάνθη;", καί γυρίζοντας πρός τόν βιβλιοπώλη, τοῦ εἶπε: "Κοίταξε τί ἔκαναν αὐτοί ἐκεῖ στήν Ξάνθη! "

Εμπειρίες και φαντασίες.

…Καθοριστική, μόνιμη και μακροχρόνια είναι η σχέση μου με την παλιά Ξάνθη. Πάντα εδώ γυρίζω και ξαναγυρίζω. Γιατί δεν χορταίνω να περιεργάζομαι αυτά τα παράξενα σπίτια και τί με τραβά στις ξεχασμένες αυτές γωνιές;
Μυαλωμένοι μου φαίνεται πως ήταν εκείνοι που πρώτοι κτίσαν τα σπίτια τους στην πλαγιά αυτή, που αγναντεύει τον γεμάτο θαμπάδα και υγρασία κάμπο της Θράκης, όπως αυτός απλώνεται στα πόδια της πόλης όλο ανεξήγητη θλίψη. Εδώ, ανάμεσα στα βουνά και στην πεδιάδα, ο αέρας είναι κρυστάλλινος και διαυγής χάρη στον άνεμο που φυσά μέσα απ’ τη χαράδρα. Τη χαράδρα τη δημιούργησε σχίζοντας το βουνό το ποτάμι της Ξάνθης, ο Κόσσινθος. Ο άνεμος, που διώχνει τους ατμούς από την πόλη, ξεκινά μακριά, ψηλά, από τα γεμάτα μυστήριο δασωμένα βουνά, που βρίσκονται βόρεια και πάνω από την πόλη. Από κει υπερχειλίζουν και διαρρέουν και τα νερά, που τα μεταφέρει ο Κόσσινθος κάτω στην πεδιάδα για να ποτίσει το λιπαρό χώμα και να δώσει ζωή στον καπνό˙ αυτό που φέρνει πλούτο στην πολιτεία.
Πιο πάνω από την πόλη, στα άξενα, σκοτεινά βουνά, βυζαντινά μοναστήρια που ημερώνουν τον τόπο και στεφανώνουν την πόλη προστατευτικά. Είναι γι’ αυτό αγγελοφύλακτη και αγγελόκαστρη η πόλη κάτω απ’ τα βουνά, που καταλήγουν σε παράξενες ιδιόμορφες κορυφές.
Την πολιτεία, όπως είναι σήμερα, την έφτιαξαν όλοι όσοι έζησαν και ζουν εδώ. Όμως, εγώ πιστεύω ότι τη σήκωσε πάνω από την ανάγκη και της έδωσε ψυχή η Ρωμηοσύνη, όταν ανορθώθηκε πάλι, αναγεννήθηκε κι έγινε και πάλι κυρίαρχη, όντας τότε μαζί πολιτικά υποταγμένη σε δυνάστη και κατακτητή σκληρό, – που λίγο έλειψε για να την αφανίσει. Λέω ψυχή και εννοώ εκείνο που φαίνεται απόμακρο, άγνωστο και είναι περιφρονημένο, πλην σε στιγμές εξαιρετικές ή και σε τόπους μυθικούς, όπως η Κωνσταντινούπολη, ανορθώνεται και αναβρύζει, παραδόξως και μυστικώς καταλάμπον. Λέω ψυχή και καταλαβαίνω αυτό που ξεχωρίζει μια πόλη από ένα οικισμό. Δηλαδή, ό,τι διακρίνει μια πόλη από το συνονθύλευμα των κατοικιών, που είναι πάντα το ίδιο, χωρίς καμιά οικειότητα, έτσι που κάνει τους τόπους ξένους. Λέω ψυχή και αναζητώ αυτό που λείπει από τούς οικισμούς, όπου δεν μπορώ να γνωρίσω αυτούς που τους δημιούργησαν και που ζουν στο δομημένο χάος.
Για όλους έχει θέση η πολιτεία…
...Φαντάζομαι πλούσιους και μεροκαματιάρηδες σε αρχοντικά και ξεχαρβαλωμένα χαμόσπιτα δίπλα-δίπλα. Κοσμοπολίτες, πάμπλουτους εμπόρους, που διεκδικούν με σκληρά παζάρια και το τελευταίο γρόσι και που, όταν έρθει η ώρα, τα χαρίζουν όλα για να γίνουν σχολεία. Κυρίες ντυμένες με ακριβές δαντέλες, φερμένες κατευθείαν από τη Γάνδη. Μαζεμένους, φαρμακωμένους αρχοντάνθρωπους, πρόσφυγες από τις πολιτείες της Προποντίδας, που προσπαθούν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς και ζουν με την ανάμνηση του χαμένου τους πλούτου. Δερβίσηδες της μυστικής Ανατολής, που μετράν κομπολόγια με 99 χάντρες και κρατούν συμβολικά στο χέρι το πελέκι τους. Σχιστομάτηδες με εξογκωμένα μάγουλα, που οι νομάδες παππούδες τους ζούσαν σε γιούρτ, περιπλανώμενοι πέρα από τον Καύκασο και την Κασπία. Χωριάτες, αλαφιασμένους και απαρηγόρητους από τα μέρη της Προύσας, που ακόμη δεν έχουν δεχθεί ότι χάσαν τους δικούς τους κι επιμένουν να τους ψάχνουν με τον Ερυθρό Σταυρό. Εργατικούς, αυστηρούς Πομάκους με σφιγμένα χείλη, που δεν γελάν ποτέ και που φοράν μάλλινα ρούχα κατακαλόκαιρο. Ολιγαρκείς Τσιγγάνους, που φτιάχνουν καλάθια και που, παρά τη φτώχεια τους, δεν χάνουν ποτέ το κέφι τους για πανηγύρι. Αυθεντικούς νέγρους, φερμένους σαν σκλάβους από την Άνω Αίγυπτο πριν αιώνες για να καλλιεργήσουν τα βαμβάκια. Χριστιανούς Καραμανλήδες από τα χωριά της Νίγδης, που ακόμη μιλάνε τούρκικα μεταξύ τους. Σαρακατσάνες με τις εξωπραγματικές μαυρόασπρες φορεσιές τους, φτιαγμένες λες από φουτουριστή ζωγράφο…
Για όλους έχει κάτι να προσφέρει η πολιτεία...
...Προς τα έξω βρίσκεται το ενδιαφέρον εδώ. Βγαίνω πάντα από την πόρτα περιμένοντας κάτι καλό. Πλημμυρίζουν οι δρόμοι, τα πάρκα, τα κέντρα από τον κόσμο. Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Σάββατο, κατεβαίνουν όλοι στον ελεύθερο χώρο που άφησε το ποτάμι όταν ξεράθηκε η δεύτερη κοίτη του. Εκεί γίνεται το παζάρι. Εγώ προτιμώ να βλέπω. Εδώ δεν χρειάζομαι κανένα για να μου υποδείξει το τί και το πώς. Εδώ δεν χρειάζομαι ερμηνείες. Μόνο βλέπω. Οφθαλμοί γαρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες.
Με γοητεύουν τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα εργαστήρια και τα εργοστάσια, που κουβαλούν άλλες μακρινές αναμνήσεις και ξένες φαντασίες. Γεμάτα είναι τα κτίσματα αυτά από όνειρα και φαντασιώσεις φερμένες μετά από ταξίδια στη μακρινή Δύση. Σχέδια και ρυθμοί ξένων αρχιτεκτόνων, που παραδόξως πάντα ταιριάζουν με το ύφος το ντόπιο και που φτιάχτηκαν από μαστόρους ντόπιους με τέχνη και μεράκι πολύ. Ζωγραφιές από τεχνίτες ξένους, που μεταφέρουν εδώ τα ρομαντικά ονειροπολήματα της Κεντρικής Ευρώπης. Σπίτια που θέλουν να εντυπωσιάσουν, για να δείξουν τον πλούτο αυτού που μόλις ξέφυγε από τη φτώχεια. Σπίτια νεοκλασικά με αετώματα και πήλινα κοσμήματα φερμένα από το Ελληνικό Βασίλειο. Πάνω τους μυστικώς κυματίζει η πολύπόθητη γαλανόλευκη. Εκκλησίες βασιλικές, όπως αυτές της Κωνσταντινούπολης, πυρήνες των μαχαλάδων των Ρωμηών, σε μια εποχή που οι Ρωμηοί αναθαρρούν και δεν φοβούνται πια να κτίσουν τούς ναούς που τούς αξίζουν. Στα δάπεδά τους, ανάγλυφος σε μάρμαρο είναι ο Δικέφαλος Αετός, σύμβολο του βασιλικού γένους των Ρωμηών και υπόσχεση ανόρθωσης στην αρχαία δόξα. Μέσα στα σκοτάδια, που τούς τριγυρίζουν και τούς απειλούν, λάμπουν και ακτινοβολούν για τούς Ρωμηούς οι ελληνικοί αιώνες. Με τη λαμπρότητα της εκκλησίας, την ιερατική γλώσσα και το βυζαντινό τυπικό επιμένει σταθερά το αυτοκρατορικό παρελθόν, η νοσταλγία της μεγάλης Ρωμανίας και της ανωτερότητάς της, που υπόσχεται τη βέβαιη ανόρθωση μέσα από την κατάπτωση και την τυραννία. Σχολεία κτισμένα ως προσφορές μέσα στον περίβολο εκκλησίας. Ταπεινοί δάσκαλοι της παιδείας και του ήθους, που βρίσκονται πάνω από την ανάγκη και την επιτυχία.
Γύρω-γύρω βλέπω τούς μαχαλάδες των μουσουλμάνων, που ζουν κι αυτοί τη δική τους ζωή στην πόλη. Είναι φερμένοι από μακριά ή είναι κι αυτοί ντόπιοι, ζηλωτές, νεοφώτιστοι της καινούργιας τους πίστης. Ποιοί είναι αυτοί που με κοιτάζουν μέσα από τα κατάκλειστα περιμαντρωμένα σπίτια; Ελάχιστα τούς ξέρω και δεν μπορώ να τούς γνωρίσω. Στα τζαμιά τους υψώνονται κατάλευκοι μιναρέδες, που λογχίζουν τα σύννεφα, γυρεύοντας τη θέση τους στην πολιτεία.
Κοιτάζω τις σκουριασμένες πέτρες, περιεργάζομαι τα ξεβαμμένα, ξεφτισμένα ντουβάρια, εξετάζω τα κάγκελα και τις σιδεριές, ξαναδιαβάζω τις μισοσβυσμένες επιγραφές, κρυφοκοιτάζω μέσα από τις πόρτες και τα μεγάλα παράθυρα, στέκομαι κάτω από τα σαχνισιά, περπατώ άσκοπα στους στενούς δρόμους... Είναι οι τρόποι μιας πολιτείας που πρόκοψε κι ακούστηκε με τον μόχθο της, την παραγωγή της και το εμπόριό της κι έγινε η ίδια μια εικόνα τους, καθώς καθρέφτης του εαυτού της.
Ερήμωσαν, γκρεμίζονται και χάνονται τα παζάρια, τα χάνια και τα καπνομάγαζα, που ένα καιρό τα γέμιζαν ζωή οι Ρωμηοί της Ελληνικής Ανατολής, που κατανοούσε ως ίση τη Δύση και την αφομοίωνε, χωρίς να θέλει να τη μιμηθεί. Της Ρωμηοσύνης, πού συνέχιζε να είναι, που ήταν, και πού θα έπρεπε να είναι πάντα ο οδηγός και ο πόλος της μεγάλης, ακατάλυτης Ανατολής.
Κι εμείς, σήμερα, τί;
Γύρισε ο τροχός του χρόνου κι άλλαξαν οι καιροί και τα πράγματα του κόσμου. Χρειάζεται κι εμείς πάλι σήμερα, όπως χρειαζόταν και θα χρειάζεται πάντα, να επινοήσουμε τούς τρόπους και να ανοίξουμε τούς δρόμους τούς δικούς μας για να τούς κάνουμε πραγματικότητα, δηλαδή έκφραση και συνέχεια αυτού που μας ορίζει και μας χαρακτηρίζει. Όπως το κατόρθωσαν οι Έλληνες της Ανατολής κι όπως αυτό φαίνεται σ’ ό,τι απομένει από την πολιτεία της Ξάνθης. Σπουδαία και επίκαιρα επιτεύγματα, που εμείς φερόμαστε σήμερα σα να τα αγνοούμε…
Κάθομαι στην ευλογημένη γωνιά μου, στο σπίτι μου, κουρνιάζω κι επιμένω να τα αναλογίζομαι όλ’ αυτά… Τελειώνει η μέρα, πέφτει το δειλινό κι εγώ δεν ανάβω το φως. Αφουγκράζομαι τους ειρηνικούς θορύβους κι όλα είναι γαλήνια και φιλικά. Μια γνώριμη, ευχάριστη θλίψη με κυριεύει. Ένα συναίσθημα, που σήμερα με τη συνεχή κίνηση, τον θόρυβο των αυτοκινήτων και τη μόνιμη παρουσία της τηλεόρασης, δυστυχώς γεννιέται σπάνια. Τα ψηλοτάβανα αυτά κτήρια με τα πολύχρωμα τζάμια στο υπέρθυρο της εισόδου, τον φωτισμό με τη λάμπα πετρελαίου, με κεριά η με αχνούς γλόμπους, ταιριάζουν στην αίσθηση αυτής της ευχάριστης θλίψης, που συνήθως απλώνεται το σούρουπο μετά τον καφέ και μέσα στο ημίφως και τη σιωπή ή τις ψιθυριστές ομιλίες. Θυμάμαι τέτοια δειλινά στις προσφυγικές γειτονιές, όταν αργά το απόγευμα, μετά τη δουλειά, η θλίψη των σκληρών βιωμάτων και η άφατη νοσταλγία για τον χαμένο κόσμο της νιότης και της πατρίδας, ξετυλίγονταν μαζί με μία ανέκφραστη ελπίδα. Αυτή η παράδοξη χαροποιός ελπίδα μέσα στη θλίψη της υπαρξιακής απογοήτευσης, αυτή η χάρη που μας επιτρέπει να "ανυψούμεθα ταπεινούμενοι", δεν είναι μόνο ένα από τα πολύτιμα στολίδια της ιδιόμορφης παράδοσής μας. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά που μοιάζουν αυταπάτες, αλλά βρίσκονται πάντα μαζί μας.
"Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ.
Μα, ωστόσο, λάμπει."