Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες


Γεώργιος Κ. Παπάζογλου. Ταφικά μνημεία της Πόλης. Α. Σισλί-έμποροι και τραπεζίτες (Θρακική Βιβλιοθήκη 8), Εργαστήριο Παλαιογραφίας–Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνή, 2005, σχήμα 30Χ24  σσ 464

Παρά τους προσδιορισμούς στον τίτλο επιμένει ο συγγραφέας να διευκρινίζει και να προσθέτει στον εσώτιτλο κάτω από τον τίτλο του βιβλίου: Οι τάφοι λαλούσι. Και έτσι είναι. Μέσα από το βιβλίο προσεγγίζουμε ένα τεθνεώτα Ελληνισμό που συνεχίζει την πνευματική και πολιτιστική ακτινοβολία του, χάρη στην προσπάθεια και τον μόχθο του συγγραφέα να ταξινομήσει και να περιγράψει, ώστε να προστατεύσει και να εξασφαλίσει την ιστορική παρουσία των Ρωμηών της Κωνσταντινούπολης. Ο γιγαντισμός και η ανεξέλεγκτη επέκταση του σύγχρονου αστικού εφιάλτη της Κωνσταντινούπολης εξαφανίζει τα ίχνη του παρελθόντος.  Δεν είναι μόνο η φθορά του χρόνου, αλλά κυρίως η θύελλα των εκατομμυρίων νεήλυδων που κατακυριεύουν τον χώρο και δημιουργούν νέες πραγματικότητες.
Παρά την νομοθετική προστασία ο μεγάλος αριθμός των κτηρίων, που συνθέτουν την πολιτιστική κληρονομιά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, κινδυνεύει και απειλείται. Η δημογραφική παρακμή της ρωμαίικης μειονότητας αποστερεί το δομημένο περιβάλλον της από φορείς ζωής. Τα ελληνικού ενδιαφέ­ροντος κτήρια της Κωνσταντινούπολης είναι εκτεθειμένα στους κινδύνους της εντατικής αστικοποίησης, και κυρίως απειλούνται οι χώροι των δεκαοκτώ νεκροταφείων που διαθέτει ο Ελληνισμός στο κέντρο της Πόλης και στα προάστια του Βοσπόρου.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποτυπώσει τον τεράστιο πλούτο που συσσώρευσε το πέρασμα των γενεών σε ένα από τα σημαντικότερα νεκροταφεία του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής και το σημαντικότερο της Κωνσταντινούπολης: το Νεκροταφείο του Σισλί στις παρυφές του Γαλατά. Πρόκειται για φιλόδοξο εγχείρημα μεγάλων διαστάσεων και ιδιαίτερης σημασίας.
Ο συγγραφέας αποθησαυρίζει φωτογραφίες και πληροφορίες για τα πρόσωπα που αναπαύονται στο μεγάλο αυτό νεκροταφείο, και για τα μνημεία τα ίδια. Εκεί αναπαύονται τα πιο σημαντικά μέλη της ρωμαίικης κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, εποχή μεγάλης οικονομικής ακμής  και πολιτιστικής ανόδου της Κωνσταντινούπολης ειδικότερα και του Ελληνισμού γενικότερα. Συγκεντρώνει πληροφορίες για τους καλλιτέχνες και τους μαστόρους που κατέθεσαν εκεί την τέχνη και την τεχνική τους. Παραθέτει επιγραφές και επιτάφια επιγράμματα, αλλά και παραστάσεις και κοσμήματα που συγκροτούν ένα απόθεμα στοιχείων για τον ιστορικό, τον λαογράφο, τον κοινωνιολόγο, αλλά και τον απλό ευαίσθητο αναγνώστη. Εντυπωσιάζει η επιμονή και η φροντίδα του συγγραφέα για να αποτυπώσει ό,τι είναι δυνατόν να αποτυπωθεί φωτογραφικά, να το αποθησαυρίσει και να το παραδώσει ως χάρτινη αιωνιότητα, πιο ασφαλή σίγουρα από τα ίδια τα υλικά αντικείμενα. Άλλωστε χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση σε σημείωση του συγγραφέα, αμέσως μάλιστα πριν τον πρόλογο του βιβλίου, για τις καταστροφές που έγιναν μέσα σε μόλις τρία χρόνια ,που μεσολάβησαν από τη φωτογράφηση μέχρι την έκδοση του βιβλίου.
Στο νεκροταφείο του Σισλί διακρίνεται με ενάργεια η πραγματικότητα και τα επιτεύγματα του Ελληνισμού της Ανατολής σε μια περίοδο δημογραφικής, οικονομικής και εθνικής ακμής του. Με την αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18ο αιώνα εμφανίζονται στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν τη δημιουργία μιας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Στα τέλη του 18ου το ρωμαίικο μιλλέτ της Αυτοκρατορίας διεκδικεί όχι μόνο την εθνική του αποκατάσταση, αλλά και με τους Φαναριώτες τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση και την συνδιαχείριση ολόκληρης της Αυτοκρατορίας. Η ελληνική επανάσταση θα σημάνει την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους στις παρυφές του τότε Ελληνισμού, αλλά και την συντριβή των Φαναριωτών από τον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄. Ωστόσο, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης κατορθώνουν να ανορθωθούν με χαρακτη­ριστική ταχύτητα. Οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό της Αυτο­κρατορίας στα μέσα του 19ου αιώνα τους επιτρέπουν να αναλάβουν ξανά μεγάλους ρόλους. Οι άπιστοι Τζιμμήδες, υπήκοοι δεύτερης κα­τηγορίας, ανέρχονται και γίνονται η αστική τάξη της Οθω­μα­νικής Αυτοκρατορίας. Δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι ρωμαίικες κοινότητες παραμένουν πολιτικά υποταγ­μένες, αλλά γίνονται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά κυρίαρχες. Παράλλη­λα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοη­θούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες δημιουργούνται.
Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυ­ριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευ­ματικής τάξης. Το Φανάρι πέφτει σε δεύτερη μοίρα. Η Κωνσταντινού­πολη, "πόλις παλαιόθεν Ἑλληνίς", η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για 16 αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων.
Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφα­λαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν από­λυτα στο εισαγωγικό και το εξαγω­γικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέ­ρουμε, ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρο­νιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Ρωμηούς και μόλις το 12% σε Τούρκους. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχι­τε­κτό­νων, το 37% των μηχανι­κών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρα­τορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσω­πεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρα­τορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνο­ούσε την τουρ­κική.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα, η οποία εικονίζεται στο ταφικό περιβάλλον του Σισλί και αυτή την πραγματικότητα προσπαθεί να περιγράψει ο συγγραφέας, ώστε να διασφαλιστεί η μνήμη της. Ας επανέλθουμε, όμως, στο βιβλίο προσπαθώντας να περιγράψουμε τα περιεχόμενα και τη διάρθρωσή του. 
Η βιβλιογραφία εστιάζεται στην αστική κοινότητα του Γαλατά των μέσων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού και παρατίθεται μετά τον πρόλογο του συγγρα­φέα. Η εξαντλητική εισαγωγή παρουσιάζει το κοιμητήριο του Σισλί και αναλυτικά πληροφορίες και στοιχεία για τους σημαντικότερους συγκεκριμένους δημιουργούς, όπως γλύπτες και αρχιτέκτονες, που εργάσθηκαν εκεί. Ακολουθεί περιγραφή των μνημείων και κατάταξή τους σε τύπους με χωριστή ανάλυση της αρχιτεκτονικής, των διακοσμήσεων και των επιγραφών.
Στο κύριο σώμα του βιβλίου παρουσιάζονται αναλυτικά και με εξαντλητικές λεπτομέρειες τα ταφικά μνημεία του Σισλί που αφορούν εμπόρους και τραπεζίτες. Παρουσιάζονται σε 375 πυκνοτυπωμένες σελίδες 142 ταφικά μνημεία, έκαστο των οποίων ανήκει σε μία οικογένεια.
Κάθε ταφικό μνημείο περιγράφεται εξαντλητικά σε χωριστά κεφάλαια. Στην αρχή εικονίζεται το μνημείο και δίνονται τα γενικά χαρακτηριστικά του: τύπος, διαστάσεις, υλικό, όνομα, χρονολόγηση, υπογραφή, κατάσταση. Ακολουθούν αναλυ­τική περιγραφή, παράθεση όλων των επιγραφών, παράθεση των επιγραμ­μάτων. Τα ιστορικά του μνημείου δίδονται με εντυπωσιακή πληρότητα και αφορούν την ιστορία των τεθαμμένων και των οικογενειών τους με την παράλληλη παράθεση φωτογραφιών και κειμένων από τα έντυπα της εποχής. Συχνά δίδονται γενεολογικά δένδρα. Η περιγραφή συμπληρώνεται με εξαντλητική βιβλιογραφία την οποία εντόπισε ο ακαταπόνητος ερευνητής σε εφημερίδες, έγγραφα και έντυπα της εποχής. Η βιβλιογραφία πλαισιώνεται με αποσπάσματα εφημερίδων με αγγελίες και νεκρολογίες.
Ο τόμος κλείνει με πίνακες και ευρετήρια που δίνουν όλα τα ονόματα των τεθνεώτων, χρόνο γέννησης, θανάτου, καταγωγή, επάγγελμα, όπως και ευρετήριο συμβολικών παραστάσεων των  μνημείων.
Ο μεγάλος πολυτελής τόμος τυπώθηκε στην Κομοτηνή. Το αναφέρουμε αυτό σαν ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι η τυπογραφία στην ελληνική επαρχία δεν μπορεί πια να χαρακτηρισθεί επαρχιώτικη και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτά που γίνονται στην Αθήνα. Η γραφιστική επεξεργασία, η εκτύπωση των φωτο­γραφιών και η βιβλιοδεσία του τόμου είναι πολύ ικανοποιητικές. Ωστόσο, δεν κρύβουμε την προτίμησή μας στην "όρθια" διάταξη τέτοιων βιβλίων, ακόμη και αν περιέχουν πλήθος φωτογραφιών. Κατά την αντίληψή μας δεν συντρέχει λόγος για τη σχεδίαση του συγκεκριμένου βιβλίου σε "πλάγια" διάταξη, αφού μάλιστα οι φωτογραφίες δεν απαιτούν τέτοια παρουσίαση. Η "πλάγια" διάταξη συνηθίζεται σε βιβλία τοπιογραφικού περιεχομένου και δημιουργεί προβλήματα στην ανάγνωση και στη βιβλιοθέτηση.
Το όλο έργο είναι αφιερωμένο στη Μεγάλη Εκκλησία και στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Χορηγός είναι το " Ίδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος".
 Ευχόμαστε στον συγγραφέα να συνεχίσει, όπως ο τίτλος του τόμου υπόσχεται, και να πραγματοποιήσει και την έκδοση άλλων τόμων, ολοκληρώνοντας τη μνημειώδη παρουσίαση, όπως φιλοδοξεί.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Η καθ’ ημάς Ανατολή δεν υπήρξε ποτέ





Οι εορτασμοί, οι εκδηλώσεις και οι εκθέσεις που πρόσφατα διοργανώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με ευκαιρία την ανακήρυξή της ως «πολιτισμικής πρωτεύουσας της Ευρώπης» δίνουν μια καθαρή εικόνα του ιδεολογικού κλίματος και των εθνικών στόχων που κυριαρχούν στη γειτονική χώρα. Το δόγμα, ότι η ασφαλέστερη ανεξαρτησία βασίζεται στην πολιτισμική αυτοδυναμία ενώ η μονιμότερη υποδούλωση ξεκινά από την πολιτισμική αλλοτρίωση, επιβεβαιώνεται ότι ισχύει όχι μόνον για τη σημερινή Τουρκία, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, αλλά δυστυχώς και για τη δική μας χώρα, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του. Δεν θα σταθώ στα ενθουσιώδη φληναφήματα των κ.κ. Παύλου Γερουλάνου, Νικήτα Κακλαμάνη και Αλέκου Φασιανού, ούτε θα επισημάνω την σημειολογική μόνιμη επισήμανση της οθωμανικής «κατάκτησης», η οποία διατυμπανίζεται ως θεμελιώδης «αρετή» του τουρκικού έθνους σε κάθε ευκαιρία. Θα αναφερθώ απλώς πρόχειρα σε χαρακτηριστικές  περιπτώσεις που βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία και συνέχεια με την αντίληψη περί του πολιτισμικού υπόβαθρου που συγκροτεί η τουρκική παρουσία, όπως μας την παρουσίασε πρόσφατα ο κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Η εκδοτική δραστηριότητα, η σχετική με θέματα της τουρκικής ταυτότητας και της τουρκικής παρουσίας, βρίσκεται σήμερα σε έξαρση στην Τουρκία. Και όχι μόνο αυτό. Ποικίλες μελέτες και δραστηριότητες, μέσα σε πλαίσια μίμησης του εργαλειακού χαρακτήρα που κυριαρχεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια, έχουν ως αντικείμενο την ιστορική αλλά και τη σημερινή Τουρκία.
Είναι ενδιαφέρον και μας αφορά άμεσα το ότι η ιστορική και γενικότερη επιστημονική έρευνα στην Τουρκία, όπως και η πιστοποίηση και η αυτογνωσία των ίδιων των Τούρκων, είναι ασύμβατα όχι μόνο με τη δική μας πιστοποίηση και αυτογνωσία, αλλά και με τα ιστορικά δεδομένα και τα συμπεράσματα της σχετικά αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας.
Αυτό επίσης, το οποίο είναι ασύμβατο με τη δική μας ιστοριογραφία και πιστοποίηση, είναι η απόλυτη αντίληψη των Τούρκων για μηδενική βάση στην ιστορική αντίληψη για τον χώρο τον οποίο σήμερα κατέχουν. Εννοούμε την ανεδαφική αντίληψη του ότι η ιστορική πραγματικότητα στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια αρχίζει με την τουρκική κατάκτηση. Έτσι, για παράδειγμα, τα ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αλλά και γενικότερα οι μορφές των παραδοσιακών κατοικιών στη Μικρά Ασία θεωρούνται ως εξέλιξη του γιούρτ, της αρχαίας σκηνής των νομάδων Τούρκων, η οποία συναντάται ακόμη σήμερα στην Κεντρική Ασία. Έτσι, με μια τερατώδη ιστορική προσαρμογή αγνοείται το γεγονός ότι οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι, οι οποίοι κατέκλυσαν μετά τον 11ο αιώνα τη Μικρά Ασία, βρέθηκαν σε ένα χώρο με αστική και οικιστική παράδοση πολλών αιώνων1.
Αυτά όμως είναι κοινότοπο να τα λέμε και να τα επαναλαμβάνουμε. Το παρελθόν δεν έχει στην Τουρκία αντικειμενική υπόσταση. Η μνήμη είναι επιλεκτική ή κατασκευασμένη. Το παρελθόν είναι ό,τι επιβάλλεται και ό,τι διδάσκεται και γράφεται. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επικυρωθεί έμπρακτα από εξέχουσες προσωπικότητες της Τουρκίας, όπως ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Τουργκούτ Οζάλ2 και βρίσκονται πάλι στην επικαιρότητα χάρη στον κ. Αχμέτ Νταβούτογλου.
Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την αντίληψη την οποία καλλιεργούν οι Τούρκοι σχετικά με το ιστορικό βάθος του χώρου, τον οποίο σήμερα κατέχουν, με τη γνωστή ρήση του Όργουελ: «Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον : αυτός που ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν».
Σήμερα, σαρώνονται και εξαφανίζονται τα ίχνη της παρουσίας των Ανατολικών Ελλήνων στους τόπους όπου κατοικούσαν μέχρι πρόσφατα. Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με τον χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Τα εκατομμύρια των νεήλυδων από την Ανατολή κατακυριεύουν τους χώρους και δημιουργούν ένα νέο δομημένο χώρο. Η Δυτική Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Βιθυνία και ο Πόντος σαρώνονται από την ανοικοδόμηση. Μόνο η φτωχή και περιφερειακή Καππαδοκία φαίνεται να αποφεύγει προς το παρόν αυτό που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως Τρίτη Άλωση.
Ειδικότερα στην Προποντίδα, που για αιώνες ήταν «θάλασσα της Ρωμηοσύνης», αλλά και στη Θράκη, αρχαία κοιτίδα Ελληνισμού, τα ιστορικά δεδομένα παραποιούνται, αλλά και αγνοούνται με τρόπο τερατώδη.

Ο Δήμος του Τεκίρ Νταγκ στην Προποντίδα εξέδωσε πρόσφατα ένα λεύκωμα για να περιγράψει και να διαφημίσει την πόλη του, που δεν είναι άλλη από την αρχαία πόλη της Ραιδεστού, της οποίας το όνομα, όπως και τα ονόματα Βισάνθη, Ρησιστός ή Ροσιστός ή Ροδόστος ή Ροντόστο, πουθενά δεν αναφέρονται. Το λεύκωμα αρχίζει την ανάπτυξη του θέματός του από την προϊστορία. Στη σελίδα 13, μετά από κείμενο μιας σελίδας, αναφέρεται η τουρκική κατάκτηση, χωρίς να έχει γίνει λόγος για Έλληνες, ελληνικό πολιτισμό, ή Βυζάντιο. Ακολουθούν 190 σελίδες και 400 περίπου φωτογραφίες, όπου παρουσιάζονται ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία και προβάλλεται η πόλη. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο παντελώς απουσιάζουν. Χωρίς να γίνεται αναφορά σε Έλληνες, ή έστω σε Ρωμηούς, εικονίζεται στη σελίδα 22 ένα παραδοσιακό σπίτι που αναφέρεται ως «σπίτι του Κωνσταντίνου». Στη σελίδα 29 εικονίζονται ρωμαϊκά νομίσματα της γειτονικής Περίνθου. Οι συγγραφείς δεν γνωρίζουν, ή θέλουν να αγνοούν, ότι το Τεκίρ Νταγκ ως αποικία των Σαμίων με το όνομα Βισάνθη και ως τόπος εγκατάστασης των Αθηναίων κληρούχων είχε κόψει ήδη νομίσματα από τον 4ο  πΧ αιώνα. Στη σελίδα 40 υπάρχει μεγάλη φωτογραφία του τεμένους του Ρουστέμ Πασά, κτισμένου το 1537, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ότι στον χώρο όπου κτίσθηκε το τέμενος υπήρχε το βυζαντινό κάστρο του Χριστού, έργο του Ιουστινιανού κατά τον 6ο  μΧ αιώνα και, αργότερα, το πάλαι ποτέ πτωχοκομείο του Πανοικτίρμονος, το οποίο ίδρυσε ο Μιχαήλ Ατταλειάτης το 1077. Στις σελίδες 68 έως 74 υπάρχουν παλιές φωτογραφίες των κεντρικών συνοικιών του Τεκίρ Νταγκ με τα παλιά χαρακτηριστικά ξύλινα σπίτια της Προποντίδας, αρκετά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για τις μέχρι το 1922 κεντρικές συνοικίες της πόλης της Ραιδεστού, στην οποία οι τουρκικές συνοικίες βρισκόταν στην περιφέρεια μακριά από την θάλασσα. Μόνο στη σελίδα 69 σε παλιά φωτογραφία η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας αναφέρεται ως «προτεσταντική εκκλησία»! Η εκκλησία αυτή έχει σήμερα κατεδαφισθεί, στη θέση της υψώνεται η λέσχη των αξιωματικών της φρουράς του Τεκίρ Νταγκ. Στη σελίδα 75 παρουσιάζονται φωτογραφίες από την απελευθέρωση της Ραιδεστού τον Ιούλιο του 1920. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως Γιουνάν και εμφανίζονται ως κατακτητές, ώστε οι φωτογραφίες αυτές να ακολουθούνται από φωτογραφίες εορτασμών της επανόδου των Τούρκων. Στη σελίδα 82 παρουσιάζεται παλιά φωτογραφία της κεντρικής παραθαλάσσιας συνοικίας της Παναγίας της Φανερωμένης, η οποία ονομάζεται μαχαλάς Ερτουγκρούλ, όνομα που φέρει σήμερα προς τιμήν του ομώνυμου τούρκου κατακτητή. Ακολουθούν φωτογραφίες με ανάλογη ιστορική αντίληψη, με την εξαίρεση μιας φωτογραφίας στη σελίδα 96, όπου γίνεται αόριστη αναφορά σε Ρωμηούς. Περιττό να σημειώσουμε ότι πουθενά δεν φαίνεται να γίνεται λόγος για το μεγάλο πλήθος των Αρμενίων που ζούσαν στην πόλη της Ραιδεστού από τον 16ο  αιώνα. Όσο για τα λαμπρά εκπαιδευτικά ιδρύματα των Ρωμηών, τα νεοκλασικά πέτρινα κτήριά τους διασώζονται και χρησιμοποιούνται ακόμη ως σχολεία, όμως οι παλιές ελληνικές επιγραφές στα υπέρθυρα έχουν σβηστεί με κτυπήματα με καλέμι.
Αλλά, η οργουελλιανή μεταχείριση της ιστορίας από τους Τούρκους διανοούμενους, πολιτικούς και το τουρκικό κράτος δεν περιορίζεται στα εδάφη τα οποία κατέκτησαν οι Τούρκοι και τα οποία βάσει συνθηκών κατέχουν σήμερα, αλλά απλώνεται και στις γειτονικές χώρες, κατακτήσεις κάποτε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελληνική Θράκη είναι βέβαια ένας χώρος όπου τρέφονται επιβουλές και καλλιεργούνται διεκδικήσεις. Έτσι, σε τεύχος του προπαγανδιστικού περιοδικού Cornucopia –που εκδίδεται στην Αγγλία– και σε άρθρο για την παρουσία των Τούρκων στη Θράκη αποκαλύπτεται η σύγχρονη τουρκική αντίληψη για την Ελληνική Θράκη. Σε πληθώρα ωραίων και μεγάλων φωτογραφιών δίδεται μία τουρκική-ισλαμική εικόνα της Ελληνικής Θράκης, όπου οι Έλληνες εμφανίζονται σχεδόν ως κατακτητές. Έτσι, φωτογραφίζεται η συνοικία της Μητροπόλεως στο κέντρο της Παλιάς Ξάνθης ως κατοικούμενη από Τούρκους, πράγμα που ποτέ δεν έγινε, αφού οι κεντρικές συνοικίες της Ξάνθης βρισκόταν πάντα υπό τον έλεγχο της ισχυρής ρωμαίικης κοινότητας. Όπως είναι γνωστό, η Ξάνθη και η Ραιδεστός διατήρησαν καθ’ όλη την Τουρκοκρατία την παρουσία των Ρωμηών στις κεντρικές τους συνοικίες και είναι αμφότερες παλιές βυζαντινές πόλεις, όπου διακρίνονται εισέτι στον πολεοδομικό τους σχεδιασμό οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την οργάνωση και την καθαγίαση του χώρου. Ο πληρωμένος Άγγλος δημοσιογράφος ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι η σύγχρονη Ξάνθη ιδρύθηκε από τους Τούρκους μπέηδες εμπόρους που εγκατέλειψαν την γειτονική Γενισέα μετά την καταστροφή της, το 1870. Ψευδέστατος και αναιδέστατος είναι αυτός ο ισχυρισμός. Όχι μόνο η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η παρουσία των Ρωμηών στην πόλη της Ξάνθης είναι συνεχής, καθοριστική και αδιάσπαστη3, αλλά και η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι η ζώσα, μόνιμη και σταθερή απόδειξη της ελληνικότητάς της.
Δεν είναι μόνο η Ελληνική Θράκη πεδίο για την κακοποίηση της τοπικής ιστορίας από τους Τούρκους. Όπως διαβάζουμε πρόσφατα στην εφημερίδα Αντιφωνητής, που εκδίδεται στην Κομοτηνή, και η Φιλιππούπολη στη Βόρεια Θράκη, κέντρο Ελληνισμού και ελληνικής παιδείας, έχει επιλεγεί ως πεδίο παραχάραξης της ιστορίας. Συνεργάτης της εφημερίδας βρέθηκε στη Φιλιππούπολη, όπου διάβασε κάποιο άρθρο σε περιοδικό που εκδίδεται στην Τουρκία. Στο άρθρο αυτό δίνεται μία εικόνα της Φιλιππούπολης ως αμιγώς τουρκικής πόλης και της αρχιτεκτονικής της ως αμιγώς τουρκικής, παρόμοιας με αυτή των τουρκικών πόλεων όπως η Προύσσα. Δεν αναφέρεται καν η παρουσία της κυρίαρχης κοινότητας των Ρωμηών, ούτε βέβαια το ότι η πόλη ιδρύθηκε από τους Μακεδόνες Έλληνες. Αγνοείται πλήρως η βουλγαρική παρουσία, αν και η Φιλιππούπολη βρίσκεται σήμερα στη βουλγαρική επικράτεια. Αναφέρονται μόνο οι τρεις λόφοι ως ανοικτό μουσείο τουρκικής αρχιτεκτονικής. Τίποτε για τα λαμπρά ελληνικά εκπαιδευτήρια, τα παρακείμενα στους λόφους της ελληνικότατης Φιλιππούπολης.



1. Αναφερόμαστε στο βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Ο εκτουρκισμός της Μικράς Ασίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998.
2. Αναφερόμαστε στο Ινστιτούτο Ιστορικών Μελετών που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ και στο βιβλίο του Τουργκούτ Οζάλ Η Τουρκία στην Ευρώπη. Βλέπε και το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη, Το τουρκικό κράτος και η Ιστορία, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998.
3. Βλέπε μεταξύ άλλων το πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος – 17ος αι.), Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2008.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης


1) Οἱ ἑλληνικές κοινότητες στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Οἱ ἑλληνικές κοινότητες κατά τήν Τουρκοκρατία ἀποτελοῦν σπουδαῖο, ἀλλά λίγο γνωστό ἐπίτευγμα. Τήν ἀπαθλίωση καί τήν ἐξάρθρωση τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς δύο πρώτους αἰῶνες μετά τήν ἅλωση, ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξή του. Ἡ μακραίωνη πολιτική παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ συνδυάζεται μέ τήν ἐκκλησιαστική εὐχαριστιακή σύναξη μέσα στήν ἐμπειρία τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος. Ὁ θεσμός τῶν κοινοτήτων ἀνήκει στούς μεσοβυζαντινούς χρόνους, ὅταν ἀναφέρονται κοινότητες διοικούμενες ἀπό "πρωτεύοντες καί πατέρες τῶν πόλεων". Ἡ αὐτοδιοίκηση τῶν κοινοτήτων εἶναι ἕνα λαμπρό παράδειγμα ὑπεύθυνης κοινωνικῆς δημοκρατίας, ἀλληλεγγύης, φιλανθρωπίας, ἐπαγγελματικῆς συντεχνιακῆς ὀργάνωσης καί συνείδησης τῆς ἀξίας τῆς παιδείας. Πρόκειται στήν οὐσία γιά ἕνα ἐπιτυχές πολιτικό σύστημα, πού βασίζεται σέ μία ἀντίληψη συμμετοχικῆς ἄμεσης δημοκρατίας καί ἔχει ὡς πυρῆνα τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ κοινοτική ὀργάνωση συμπληρώνεται μέ τήν ἵδρυση σχολείων καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Παράλληλα, οἱ Ρωμηοί ἐπαγγελματίες ὀργανώνονταν οἰκονομικά σέ συντεχνίες (ἰσνάφια). Οἱ συντεχνίες ἦταν στενοί σύνδεσμοι ὁμοτέχνων καί εἶναι συνέχεια τῆς ἀνάλογης βυζαντινῆς πρακτικῆς. Τίς συντεχνίες ἀνέχθηκαν οἱ Τοῦρκοι γιατί συνέφεραν οἰκονομικά.
Οἱ Ρωμηοί, —ὑπήκοοι δεύτερης κατηγορίας—, ἀνέρχονται μέ τή βοήθεια τῆς συνθήκης τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774) καί τῆς ὀθωμανικῆς μεταρρύθμισης τοῦ "Τανζιμάτ" (1839) καί γίνονται σημαντικό τμῆμα τῆς ἀστικῆς τάξης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶναι οἱ Ρωμηοί τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ὀργανωμένοι σέ κοινότητες πολιτικά ὑποταγμένες, ἀλλά πολιτιστικά καί οἰκονομικά κυρίαρχες. Τίς ἑλληνικές κοινότητες ὁδηγεῖ ἡ συναίσθηση ἑνός ἔθνους οἰκουμενικοῦ μέ συνείδηση τοῦ ἱστορικοῦ καί πολιτιστικοῦ του  χρέους.
Οἱ ρωμαίικες κοινότητες ἐπωφελοῦνται ἀπό τίς σχετικές ἐλευθερίες, πού ἐπιτρέπουν οἱ ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις, καί ἐπιτυγχάνουν οὐσιαστικά νά αὐτοδιοικοῦνται. Στήν Ξάνθη, ἡ Δημογεροντία φροντίζει τά σχολεῖα, διαχειρίζεται τά ἔσοδα τῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν μοναστηριῶν, ὅπως καί τήν κοινοτική περιουσία, κανονίζει μέ ψηφοφορία προβλήματα καί διαφωνίες, ἐνῶ ἐπιβάλλει σωφρονιστικές ποινές. Στήν πραγματικότητα ἡ Δημογεροντία διοικεῖ, διαχειρίζεται καί τιμωρεῖ. Οἱ ἴδιοι οἱ Δημογέροντες ἐκλέγονται μέ γενική συνέλευση τῶν Ρωμηῶν τῆς πόλης.

2) Οἱ σύλλογοι καί ἡ παιδεία στήν καθ' ἡμᾶς Ἀνατολή.

Μεγάλη εἶναι ἡ αἴγλη τῆς παιδείας στούς ρωμαίικους πληθυσμούς τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς, τόσο ὥστε ἡ παιδεία γίνεται μία ἀπό τίς πιό σπουδαῖες μέριμνες τῶν κοινοτήτων.
Ἡ παιδεία, πραγματώνεται κατά τόν 19ο αἰῶνα μέ τούς συλλόγους. Ἡ ἱστορία τῶν ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων τῆς Θράκης ἀρχίζει μέ τήν ἵδρυση τοῦ "Ἑλληνικοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" τό 1861, πού ἀμέσως ἀνέπτυξε λαμπρή δράση ὡς ὀργανωτής τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ ἀλύτρωτου Ἑλληνισμοῦ. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ἱδρύθηκαν σέ ὅλη τήν Ἀνατολή, τήν Μακεδονία καί τήν Θράκη καί ἰδίως στήν Ἀνατολική Θράκη, ὅπου ὑπῆρχαν συμπαγεῖς καί ἀκμαῖοι ἑλληνικοί πληθυσμοί, ("Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ραιδεστοῦ" 1871, "Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ἀδριανουπόλεως" 1872). Στήν Ξάνθη, μετά τά παλιά "Ταμεῖα τοῦ Ἐλέους", τόν "Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο" καί τήν "Ἑταιρεία τῶν Ξένων", ἱδρύεται τό 1900 ὁ "Μουσικογυμναστικός Σύλλογος Ὀρφεύς".
Τά μέλη τῶν συλλόγων ἀποκαλοῦνταν μεταξύ τους ἀδελφοί. Οἱ τάσεις αὐτές ἐνισχύονται ἀπό τούς ἐθνικιστικούς ἀνταγωνισμούς πού ἐπικρατοῦν στή Βαλκανική πρίν καί, κυρίως, μετά τό 1878. Ἡ βουλγαρική ἐθνικιστική ἀφύπνιση μαζί μέ τήν ἀπειλή τοῦ πανσλαβισμοῦ, τῆς προσχώρησης στή βουλγαρική ἐξαρχία καί τήν ἀπειλούμενη ἐθνική ταυτότητα τῶν Ρωμηῶν, ὁδηγοῦν τούς Ρωμηούς ἀστούς τῆς Κωνσταντινούπολης σέ ἀνάληψη δράσης, στήν ὁποία πρωτοστατοῦν οἱ κυριώτεροι εκπρόσωποι τοῦ παροικιακοῦ κεφαλαίου, ἄνθρωποι μέ μεγάλη οἰκονομική, κοινωνική καί πολιτική δύναμη.
Οἱ σύλλογοι τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης ὑποστηρίζονται ἀπό τόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", πού ἱδρύθηκε στήν Ἀθήνα τό 1869 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
Οἱ σκοποί τῶν συλλόγων ἦταν κυρίως ἐκπαιδευτικοί καί ἀπέβλεπαν πρωτίστως στή μόρφωση τῆς νεολαίας καί δευτερευόντως τῶν ἐνηλίκων, φιλοδοξώντας στήν ἀνάδειξη καί τόνωση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἦταν μία ἔκφραση τῆς ἀνόδου τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τῶν συλλόγων πρωτοστατοῦσαν οἱ ἀστοί ἔμποροι καί βιοτέχνες μέ θαυμαστό ζῆλο καί λαχτάρα γιά τή μόρφωση τῆς νεολαίας. Ἡ δράση αὐτή ἱκανοποιεῖ τό ἐθνικό τους αἴσθημα καί τούς κάνει ὑπερήφανους.
Εἶναι μία εἰκόνα ἐθνικῆς ἀναγέννησης καί ἀλυτρωτικῆς συνείδησης. Οἱ Ἕλληνες εἶναι περήφανοι γιά τούς συλλόγους τους καί ἡ δράση τους εἶναι στά μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους.
Ἡ ἀφύπνιση καί ἐνδυνάμωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ρωμαίικων πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀκολουθεῖ παράλληλο δρόμο μέ τήν ἀναπτύξη τῶν ἐθνικισμῶν στή Δυτική Εὐρώπη, ἀλλά ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο. Μέσα στά σκοτάδια πού τούς ἀπειλοῦν καί τούς περιβάλλουν, λάμπουν καί ἀκτινοβολοῦν γιά τούς Ρωμηούς οἱ ἑλληνικοί αἰῶνες. Τήν ἧττα, τήν ταπείνωση καί τήν ἀμάθεια, ἀκολουθοῦν ἡ αὐτοσυνείδηση καί ἡ ἀναγέννηση. Μέσα ἀπό τή λαμπρότητα τῆς ἐκκλησίας, τῆς ἱερατικῆς γλώσσας καί τοῦ βυζαντινοῦ τυπικοῦ, ἐπιμένει σταθερά τό αὐτοκρατορικό παρελθόν, ἡ νοσταλγία τῆς μεγάλης Ρωμανίας καί τῆς ἀνωτερότητάς της, πού ὑπόσχεται τή βέβαιη ἀνόρθωση μέσα ἀπό τήν κατάπτωση καί τήν τυραννία. Πρόκειται γιά μία ἐθνοτική ἀναβίωση καί τή βεβαίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ρωμηῶν, ἡ ὁποία πιστή στήν παράδοση, ἀγνοεῖ καί περιφρονεῖ τίς φυλετικές καταβολές καί στηρίζεται σέ πανίσχυρους ἀκατάλυτους μύθους.
Ὁ Γάλλος ἀρχαιολόγος A. Dumont, κατά τήν ἀρχαιολογική περιήγηση τῆς Θράκης τό 1868, διαπιστώνει πώς οἱ Ἕλληνες κατόρθωσαν μέσα στίς ἀντιξοότητες νά κρατήσουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ζωντανή σχέση τῆς Ἑλλήνων μέ τή λόγια παράδοση καί ἡ ἐπιβίωση ἑνός ἤθους, πού ἑδράζεται σέ μακραίωνες καί δοκιμασμένες πολιτισμικές παραδόσεις. Στίς βάσεις αὐτές, ἡ ἐγκύκλιος παιδεία δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις γιά πνευματική ἄνθηση καί προσφέρει στέρεη γνώση.
Ἐντύπωση προκαλεῖ τό 1871 στόν ἀνταποκριτή τῆς γαλλικῆς "Ἐπιθεώρησης τῶν Δύο Κόσμων", ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία[1]. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὅτι, σέ ἄσημο χωριό τῆς περιφέρειας τῆς Ραιδεστοῦ, ὁ ταπεινός δάσκαλος διαθέτει προσωπική βιβλιοθήκη μέ κείμενα τῶν Ἑλλήνων κλασσικῶν. Μένει κατάπληκτος ἀπό τήν ἐμμονή τῶν Ἑλλήνων νά διαφυλάξουν τήν ἐθνική τους πολιτισμική ταυτότητα. Ἡ παρουσία μιᾶς ἑλληνικῆς ἐκλεπτυσμένης κοινωνίας εἶναι κυρίαρχη. Ἀναφέρει χαρακτη­ριστικά ὅτι οἱ Βούλγαροι τύπωσαν τό πρῶτο βιβλίο στή γλῶσσα τους, μόλις τό 1806.
Ὅπως φαίνονται σήμερα, οἱ σύλλογοι καί ἡ ἀνάδειξη τῆς παιδείας ὡς πρωτεύουσας ἀξίας ἦταν ἀποφασιστικές προσπάθειες γιά τήν αὐτογνωσία καί πιστοποίηση τῆς ἐθνικῆς καί τῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, μέ προοπτική τίς μεγάλες καί δραματικές ἀνακατατάξεις τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα.

3)  Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης ὡς δημιούργημα τῶν ρωμαίικων κοινοτήτων

Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπως διασώζεται σήμερα, εἶναι δημιούργημα τῆς νεοελληνικῆς κοινοτικῆς ἀντίληψης. Ἐκμεταλλευόμενες τόν πλοῦτο πού προσκομίζει ἡ καλλιέργεια καί ἡ ἐμπορία τοῦ  καπνοῦ (πού ἀρχίζει στήν Ξάνθη μέ τόν 18ο αἰῶνα) καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ  δυτικοευρωπαϊκοῦ κεφαλαίου, οἱ ρωμαίικες κοινότητες κυριαρχοῦν κοινωνικά καί οἰκονομικά κατά τά μέσα τοῦ  19ου αἰῶνα στήν περιφέρεια τῆς Ξάνθης καί τῆς Καβάλας καί ἀνοικοδομοῦν, μετά τό 1840, τήν σέ παρακμή εὐρισκόμενη πόλη τῆς Ξάνθης, δημιουργῶντας ἑνα ἀστικό, ἐμπορικό, βιοτεχνικό καί βιομηχανικό κέντρο.
Στήν πόλη τῆς Ξάνθης συγκεντρώνεται σημαντικός πλοῦτος, ὄχι μόνο λόγω τοῦ  καπνοῦ, ἀλλά καί λόγω τῆς θέσης τῆς πόλης πάνω στόν δρόμο πρός τήν Βόρεια Θράκη (σημερινή Βουλγαρία), τῆς ἀνάπτυξης τοῦ  ἐμπορίου καί τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηρο­δρομικῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης – Ἀδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης (1891). Ὁ πλοῦτος αὐτός θυμίζει τόν ἀνάλογο πλοῦτο τῶν γειτονικῶν Ἀβδήρων κατά τήν κλασική καί ἑλληνιστική ἐποχή.

4) Τό πνεῦμα τῆς εὐεργεσίας καί οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης

Μαζί μέ τήν ἀνάδειξη τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἀναδεικνύεται καί ἐκδηλώ­νεται μέ ἔνταση ἡ συλλογική συγκρότηση τῶν κοινοτήτων. Ὁ ἑλληνικός κοινοτισμός πραγματώνεται μέ τήν συνεχή μέριμνα πρός τήν ἐκκλησία, τήν συντεχνιακή ὀργάνωση, τήν φιλανθρωπία καί τήν μέριμνα γιά τήν παιδεία. Οἱ συντεχνίες τῶν Ρωμηῶν κινητο­ποι­οῦνται καί προσφέρουν ἀφιλοκερδή ἀτομική ἐργασία. Οἱ κτίστες καί οἱ μαστόροι ἐργάζονται ἀμισθί γιά τήν ἀνέγερση σχολικῶν κτηρίων καί μεγάρων γιά τούς συλλό­γους, ἐνῶ οἱ πλούσιοι ἔμποροι ἀνταγωνίζονται σέ δωρεές. Ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ αὐθυπέρβαση, πού ἐμπνέουν ἡ κοινοτική συνείδηση, ὁδηγοῦν τούς πλούσιους σέ εὐεργεσίες. Ἡ πρακτική τῶν εὐεργεσιῶν καί τῆς διάθεσης τοῦ  πλούτου γιά τήν ἐθνική καί θρησκευτική κοινότητα ἐκδηλώνεται μετά τά μέσα τοῦ  18ου αἰώνα σέ ὅλες τίς ἑλληνικές παροικίες, ἀπό τήν Δυτική Εὐρώπη μέχρι τήν Ἐγγύς Ἀνατολή καί ἀπό τήν Ἀφρική μέχρι τήν Ρωσία. 
Ἡ διάθεση γιά εὐεργεσίες εἶναι ἀποτέλεσμα χαρακτηριστικῶν ἀξιῶν τίς ὁποῖες διαθέτουν οἱ Ἕλληνες μετά τόν 18ο αἰῶνα. Θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε τόν εὐεργετισμό σάν μία ἐκδήλωση λεβεντιᾶς γιά πραγμάτωση τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους. Ἡ νεοελληνική λέξη λεβεντιά, βέβαια, εἶναι ἀμετάφραστη σέ ξένες γλῶσσες καί ἐκφράζει μία σύζευξη ἤθους καί δύναμης. Ἡ νεοελληνική λεβεντιά συμπληρώνεται μέ τό ἐπίσης νεοελληνικό φιλότιμο. Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἡ διάθεση τῆς οἰκονομικῆς δύναμης νά τεθεῖ στήν ὑπηρεσία τοῦ ἤθους. Πρόκειται γιά μεγέθη ποιοτικά, προϊόντα τοῦ ὀρθόδο­ξου ἀταξικοῦ ἤθους καί τοῦ κοινοβιακοῦ ἰδεώδους τῆς Ὀρθοδοξίας, τά ὁποῖα διδά­σκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτοσκοπός καί ὄχι ἀντικείμενο ἤ μέσο τῆς οἰκονομίας.
Στήν Ξάνθη, πόλη ὅπου ὑπῆρχαν πολλοί πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ, ὁ εὐεργε­τισμός ἐκδηλώνεται μέσα στήν κοινότητα μέ τήν δημιουργία σχολείων καί τήν πραγμα­το­ποίηση φιλανθρωπίας.  Στήν Ξάνθη, οἱ κοινότητες φροντίζουν γιά τήν ἵδρυση σχολείων πού πρόθυμα ἐνισχύουν οἱ πλούσιοι ἔμποροι τοῦ  καπνοῦ. Διατηρεῖται καί λειτουργεῖ ἀκόμη σήμερα τό σχολεῖο στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ  Ἁγίου Βλασίου, ἐνῶ ἡ Ἑλληνική Σχολή, τό Παρθεναγωγεῖο Ματσίνη καί τό Νηπιαγωγεῖο Στάλιου, βρίσκονται μαζί μέ τό μητροπολιτικό μέγαρο δίπλα στόν μητροπολιτικό ναό τοῦ  Τιμίου Προδρόμου.
Ἀπό τούς μεγάλους εὐεργέτες τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ ἔμπορος Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης, ὁ ὁποῖος ἴδρυσε τήν Ματσίνειο Σχολή μέ τήν ἀνέγερση μεγάλου κτηρίου (1860), "πρός φωτισμόν καί ἐκπαίδευσιν ἁπάσης τῆς νεολαίας Ξάνθης". Ὁ Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης φρόντισε νά προικίσει τό σχολεῖο μέ μόνιμα ἔσοδα ἀπό ἀγρούς, καταστήματα καί καπναποθῆκες πού ἐδώρησε, ὅπως καί μέ κληροδότημα πού περιέλαβε στή διαθήκη του λίγο πρίν τόν θάνατό του (1870).
Ἄλλος μεγάλος εὐεργέτης τῆς Ξάνθης εἶναι ὁ Παναγιώτης Στάλιος, καπνέμπορος ἀπό τήν Στενήμαχο μέ εὐρεία ἐπιχειρηματική δράση στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πανα­γιώτης Στάλιος ἀνήγειρε, μαζί μέ τήν σύζυγό του Φωτεινή, τό λαμπρό νηπιαγωγεῖο (1881), κομψό κτίσμα σέ σχέδια Ἰταλοῦ ἀρχιτέκτονα μέ πρότυπα νεοαναγεννησιακά καί μέ τά ἴδια διακοσμητικά στοιχεῖα μέ τό ἀρχοντικό Στάλιου στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ὁ Παναγιώτης Στάλιος δώρισε τήν ἔκταση ὅπου σήμερα τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. Στήν διαθήκη του προνόησε γιά τά σχολεῖα καί τίς μονές.
Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας, καπνέμπορος, μεγαλοσχολίτης καί πατριδολάτρης, ἀνήγειρε νηπιαγωγεῖο στήν συνοικία Σαμακώβ, πού λειτουργεῖ μέχρι σήμερα προικισμένο μέ κληροδοτήματα. Ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας ἄφησε καί κληροδότημα στόν "Σύλλογο πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων", ὥστε "ἐκ τῶν τόκων τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ ἐν λόγῳ σύλλογος θέλει ἐπιμελεῖσθαι νά σπουδάζωσι τρία ἤ καί πλείονα ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος ἄρρενα παιδία ἐκ τῆς πατρίδος μου Ξάνθης". Οἱ ὑπότροφοι, ἀφοῦ συνέχιζαν τίς σπουδές τους στό ἐξωτερικό, εἶχαν τήν ὑποχρέωση "νά διδάξωσι ἐν τῇ πατρίδι μου Ξάνθῃ καί ἄν αὐτή δέν ἔχει ἀνάγκην, εἰς ἄλλα μέρη τῆς Θράκης ἤ τῆς Μακεδονίας κατά τήν ἔγκρισιν τοῦ Συλλόγου". Ὁ ἴδιος ὁ Θεόδωρος Ζαλάχας πραγματοποίησε δωρεές γιά τόν ἑλληνικό στόλο, τό ὀρφανοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τό ἑλληνικό νοσοκομεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τό ἑλληνικό ὀρφανοτροφεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί τή Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή.
Ὁ Ἠπειρώτης καπνέμπορος Χατζησταῦρος Χεκίμογλου (1829-1889) δώρισε οἰκοδόμημα στήν νέα συνοικία Χατζησταύρου γιά νά λειτουργήσει ὡς δημοτικό σχολεῖο, ὅπως καί οἰκόπεδο ὅπου ἀνεγέρθη ὁ ναός τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων.
Ὁ καπνέμπορος Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου πλούτισε τήν νέα συνοικία τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων μέ νηπιαγωγεῖο καί τό ἐπροίκησε μέ κληροδότημα γιά τή συντήρησή του.
Οἱ Ρωμηοί τῆς  καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς εἶναι περήφανοι γιά τά σχολεῖα τους καί ἡ μόρφωση εἶναι στά  μάτια τους μία ἀπόδειξη τῆς ἰδιαιτερότητας τοῦ  πολιτισμοῦ καί τῆς ἱστορίας τους. Οἱ εὐεργέτες τῆς Ξάνθης πρόσφεραν μέγα ἐθνικό ἔργο, ἀφοῦ ἔθεσαν τίς βάσεις γιά νά δημιουργηθοῦν οἱ πνευματικές προϋποθέσεις ὥστε νά ἀντιμετωπισθεῖ ὁ βουλγαρικός ἐθνικισμός κατά τήν πρώτη δεκαετία τοῦ  20οῦ αἰώνα.
Τό πνεῦμα τοῦ  εὐεργετισμοῦ συνεχίστηκε καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πόλης τοῦ 1919. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά τίς διαθῆκες: τοῦ ἰατροῦ Γεωργίου Μαλετσίδη (1921), ὁ ὁποῖος ἄφησε ποσό γιά τό νοσοκομεῖο, τῆς Ἀγλαΐας Κωνστ. Χασιρτζόγλου (1940), ἡ ὁποία ἄφησε κληροδότημα στό νοσοκομεῖο, τῆς Πολυξένης Παντ. Κουγιουμ­τζόγλου (1943), τῆς Εὐαγγελινῆς Κωνστ. Βάρδα (1955), τοῦ  Παναγιώτη Νικολαΐδη (1953) πάλι γιά τό νοσοκομεῖο καί, τέλος, τήν δωρεά τῆς Ἄννας Καλούδη–Κουγιουμ­τζόγλου (1971). Ἡ Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου ἦταν ἐγγονή τοῦ Χατζησ­ταύ­ρου Κεκίμογλου. Δώρισε στήν πόλη τά ἀρχοντικά τῆς ὁδοῦ Ἀντίκα ὅπου στεγάζονται σήμερα ὑπηρεσίες τοῦ  Δήμου καί τό λαογραφικό μουσεῖο. Στήν διαθήκη της ἔγραψε: "Μοναδική εὐχή καί ἐλπίδα μου εἶναι τά σπίτια αὐτά νά ἀποκτήσουν ἕναν ἐθνικό προορισμό".


Μέ συγκίνηση, εὐγνωμοσύνη καί ὑπερηφάνεια μνημονεύουμε τούς ἀφανεῖς καί φανερούς εὐεργέτες καί ὑποστηρικτές τῆς πόλης καί τῆς κοινότητας. Αὐτούς πού σέ καιρούς ἀνάγκης ξεπέρασαν τά ἀτομικά ὅρια καί ἔδωσαν παραδείγματα.
Ὅλοι πρέπει νά γνωρίζουν.


Εὐεργέτες τῆς πόλης τῆς Ξάνθης:
Εὐαγγελινή Κωνστ. Βάρδα
Θεόδωρος Ζαλάχας
Ἄννα Καλούδη-Κουγιουμτζόγλου
Ἀθανάσιος Κουγιουμτζόγλου
Πολυξένη Παντ. Κουγιουμτζόγλου
Γεώργιος Μαλετσίδης
Μιχαήλ Μεταξᾶ Ματσίνης
Παναγιώτης Νικολαΐδης
Παναγιώτης Στάλιος
Ἀγλαΐα Κωνστ. Χασιρτζόγλου
Χατζησταῦρος Χεκίμογλου

Ὅσοι παρέμειναν ἀνώνυμοι καί ὅσοι μένουν ἀκόμη ἄγνωστοι.



[1]   Ἡ προσήλωση τῶν Ἑλλήνων στήν παιδεία καί ἡ συνεχής, ἔστω τυπολατρική, ἐπιδίωξή της, παραμένει πάγια καί ἀκλόνητη. Κατά τόν ἱστορικό Γεώργιο Φίνλεϋ, οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες εἴχαν μικρότερο ποσοστό ἀναλφαβητισμοῦ ἀπό τούς Δυτικούς Εὐρωπαίους τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐθνεγερσίας.

Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης στίς 4.10.1919.



Ἡ Ξάνθη καί οἱ κατακτητές

Ἀπό τήν ἀρχαιότητα χρονολογεῖται ἡ ὑπαρξη τῆς πόλης τῆς Ξάνθης. Κατά τήν μοιραία, λοιπόν, Πρώτη Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς Λατίνους τῆς Δ΄ Σταυροφορίας τό 1204 ἡ Ξάνθη εἶχε ἤδη ἱστορία αἰώνων. Μέ τόν διαμοιρασμό τότε τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν μεταξύ τῶν Λατίνων κατακτητῶν ἡ Ξάνθη φαίνεται ὅτι ἔπεσε στό μερίδιο τῆς Βενετίας. Ἀπό τότε ἀρχίζουν τά πάθη τῆς πόλης, τήν ὁποία διεκδικοῦν ποικίλοι κατακτητές, ἐνῶ ἡ διακοπτόμενη βυζαντινή κυριαρχία κρατᾶ μέχρι τό 1375 περίπου, ὅταν ἡ πόλη καταλαμβάνεται ἀπό τούς Ὀθωμανούς Τούρκους. Ἱδρύεται τότε στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης μιά νέα ὀθωμανική πόλη ἡ Γενισέα Καρασοῦ, τήν ὁποία οἱ κατακτητές ἐποικοῦν, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα μουσουλμανικό διοικητικό, οἰκονομικό καί θρησκευτικό κέντρο. Δημιουργεῖται ἕνα δίπολο μέ τή μουσουλμανική Γενισέα διοικητικό καί οἰκονομικό κέντρο καί τή χριστιανική Ξάνθη πολλές φορές ἀνταγωνιστική της Γενισέας. Ὡστόσο, ἡ πόλη τῆς Ξάνθης δέν παρακμάζει καί συνεχίζει νά παραμένει ὡς ὁ πολυπληθέστερος οἰκισμός τῆς περιοχῆς στόν ὁποῖο κατοικοῦν κυρίως Χριστιανοί. Στίς κεντρικές χριστιανικές συνοικίες τῆς Ξάνθης εἶναι σήμερα ἐλάχιστα τά ἴχνη μουσουλμανικῶν ἐγκαταστάσεων, ἐνῶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις τῆς παρουσίας τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν στίς σημερινές τους θέσεις τουλάχιστον ἀπό τόν 16ο αἰῶνα.


Ἡ Ξάνθη κατά τήν Τουρκοκρατία

Ἡ Ξάνθη λαμβάνει κατά τήν Τουρκοκρατία τόν ρόλο καί τόν χαρακτῆρα ἑνός καταφύγιου, στό ὁποῖο συγκεντρώνονται οἱ βυζαντινοί πληθυσμοί τῆς πεδιάδας καί ὁρισμένων χωριῶν τῆς πρός Βορρᾶ ὀρεινῆς περιοχῆς. Ἀπό τότε, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ἡ πόλη ἀπό τίς ἐμπειρίες τῆς συμβίωσης τοῦ ἀνήσυχου καί δραστήριου ἑλληνικοῦ στοιχείου μέ ἄλλους λαούς.
      Τήν πρώτη τρομερή ἐμπειρία τῆς κατάκτησης ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξη τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Οἱ Τοῦρκοι ὡς νομαδικός λαός δέν διέθεταν διοικητικό μηχανισμό γιά τόν ἔλεγχο τῶν πολυπληθῶν κατακτημένων χριστιανικῶν πληθυσμῶν καί, κυρίως, δέν διέθεταν τή δυνατότητα συλλογῆς φόρων. Οἱ ὑπόδουλοι λαοί διαχωρίζονται καί ὀργανώνονται σέ θρησκευτικά ἔθνη (μιλλέτ). Τά θρησκευτικά ἔθνη κατοικοῦν στίς πόλεις σέ διακριτές συνοικίες καί εἶναι ὀργανωμένα κάθετα μέ δικούς τους θεσμούς. Πολυπληθέστερο καί σημαντικότερο ἀπό αὐτά ἦταν τό χριστιανικό μέ κεφαλή τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί τούς κατά τόπο Μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι καί ἦταν ὑπόλογοι ἀπέναντι στήν τουρκική διοίκηση. Οἱ κοινότητες ἀναλαμβάνουν πλέον τήν αὐτοδιοίκηση τους. Διοικητικό καί ἐκτελεστικό ὄργανο εἶναι ἡ Δημογεροντία τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης. Τή συλλογική ὀργάνωση συμπλήρωνε ἡ ὀργάνωση σέ συντεχνίες, σέ συσσωματώσεις ἐπαγγελματιῶν μέ κοινά συμφέροντα καί κοινή εἰδίκευση.
      Οἱ ἰδεολογικές κατευθύνσεις τοῦ ὑπόδουλου Γένους συνεχίζουν καί βασίζονται στήν μακραίωνη καί ἔνδοξη παράδοση. Κεντρική ἰδέα καί πολιτική καί στρατηγική ἰδεολογία τοῦ ὀρθόδοξου μιλλέτ ἀποτελεῖ ἡ Μεγάλη Ἰδέα, ἡ ὁποία γεννήθηκε στήν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ τήν αὐγή τῆς 29ης Μαΐου 1453. Εἶναι ἰδέα ἀναστάσιμη ἀλλά καί ἰδέα πολιτισμική, ἀφοῦ εὐαγγελίζεται τόν ἑλληνικό πολιτισμό ὡς ὁδηγό Δύσης καί Ἀνατολῆς.
      Σάν τήν σπίθα πού κρυβόταν στή στάχτη οἱ μακραίωνες πολιτικές παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ συναντοῦν τό ὀρθόδοξο ἦθος καί τήν εὐχαριστιακή σύναξη καί δημιουργοῦν ἕνα ἐξαιρετικά ἐπιτυχές κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Στήν Ξάνθη τό κοινοτικό σύστημα δημιουργεῖ τήν ἴδια τήν πόλη, ἀφοῦ κτήτορές της, μετά τήν καταστροφή της ἀπό σεισμούς τό 1829, εἶναι ἡ κοινότητα καί ἡ Ἐκκλησία μέ κεφαλή τόν τότε Μητροπολίτη Εὐγένιο.


Ἡ Ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Τόν 17ο αἰῶνα ἐμφανίζονται συνθῆκες οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τῆς μεταποίησης καί τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Τόν 18ο αἰῶνα οἱ ρωμαίικες κοινότητες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀκμάζουν καί δημιουργοῦν τήν πραγματικότητα πού ὀνομάζουμε καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Ἕνα χῶρο ὅπου παρά τήν στέρηση πολιτικῆς ἐλευθερίας οἱ Ρωμηοί γίνονται οἰκονομικά καί πολιτιστικά κυρίαρχοι. Ὁ 18ος καί ὁ 19ος αἰώνας εἶναι ἐποχή μεγάλης ἀκμῆς γιά τόν Ἑλληνισμό γενικότερα καί γιά τή Θράκη εἰδικότερα. Ἡ μεγάλη ἑλληνική ἐπανάσταση θά ξεσπάσει μέ τήν ἐπίδραση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καί τήν ἐμψύχωση τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Στή Θράκη ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση θά καταπνιγεῖ, ἀφοῦ ἡ Θράκη βρισκόταν κοντά στό κέντρο τῆς δύναμης τῶν Ὀθωμανῶν.
      Στήν Ξάνθη ἡ εἰσαγωγή τῆς καλλιέργειας τοῦ καπνοῦ προσπορίζει μεγάλο πλοῦτο. Ἡ πόλη γίνεται γνωστή ἀπό τόν 17ο αἰῶνα ὡς κέντρο παραγωγῆς ἐκλεκτῆς ποιότητας καπνοῦ. Τό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα ἡ πόλη ἔχει ἐξελιχθεῖ πλέον σέ διοικητικό, οἰκονομικό, βιομηχανικό καί ἐμπορικό κέντρο. Ἐμφανίζεται μία κοσμοπολίτικη τάξη Ἑλλήνων ἐμπόρων οἱ ὁποῖοι ἀνοικοδομοῦν τήν πόλη ὡς ἕνα ἀρχιτεκτονικό ὑβρίδιο τῆς παραδοσιακῆς «ἀρχοντικῆς» ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Νότιας Ἑλλάδας καί τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ ἐκλεκτικισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης. Θυμίζει ἔτσι ἡ Ξάνθη, ὅπως διαμορφώνεται στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, τό Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου κυριαρχοῦσε ἡ ρωμαίικη ἐμπορευματική τάξη.
      Μέ τήν ἔλευση τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶναι πλέον φανερό ὅτι ὁ ἀνατολικός δεσποτισμός καί οἱ παρωχημένες διοικητικές καί κοινωνικές δομές τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας δέν θά τῆς ἐπιτρέπουν πλέον νά ἐπιβιώσει γιά μακρό διάστημα. Ὁ πανσλαυισμός, ἐθνικιστική ἰδεολογία τήν ὁποία στήριζε ἡ ὀρθόδοξη Ρωσία, προβάλλει τή Βουλγαρία ὡς διάδοχο τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στή Θράκη. Στήν πόλη τῆς Ξάνθης δέν ὑπάρχει βουλγαρικός πληθυσμός. Τήν ἴδια ἐποχή τό Νέο Ἑλληνικό Κράτος, ἄν και ἐμπνεόμενο ἀπό τή Μεγάλη Ἰδέα, δέν εἶχε τήν ἀντικειμενική δυνατότητα νά διεκδικήσει τή θέση του στή Θράκη. Ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας πού ἐπεκτάθηκε καί στή Θράκη ἐξασφάλισε τήν ἑλληνική παρουσία στή Μακεδονία.


Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι καί ἡ πρόσκαιρη ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης.      

Ἡ δεκαετία 1912-1922 εἶναι ἡ κρίσιμη περίοδος πού καθόρισε τή μοίρα τῆς Θράκης καί κατέληξε στόν διαμοιρασμό της ἀπό τρία ἐθνικά κράτη. Ἡ ἀδυναμία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἔδωσε τήν εὐκαιρία στά μικρά βαλκανικά κράτη νά διεκδικήσουν μερίδιο ἀπό τήν κατάρρευσή της.
      Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-1913 θά καταστήσουν καί πάλι τό Αἰγαῖο ἑλληνική λίμνη. Ἡ Θράκη βρίσκεται πλέον στά ὅρια τῶν δυνατοτήτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
      Στίς 8.11.1912, ἕνα μῆνα μετά τήν ἔκρηξη τοῦ Πρώτου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ βουλγαρικός στρατός κατέλαβε ἀμαχητί τήν Ξάνθη. Τέλειωσε ἔτσι ἡ μακραίωνη ὀθωμανική κυριαρχία. Ὡστόσο, γρήγορα οἱ Ξανθιῶτες διαπίστωσαν ὅτι ὁ ἐμφανιζομενος ὡς σύμμαχος ὁμόδοξος λαός δέν ἦταν παρά ἕνας καινούργιος κατακτητής. Ἄλλωστε, ἡ εὔθραυστη συμμαχία Ἑλλάδας-Βουλγαρίας ὁδήγησε πολύ σύντομα στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στόν ὁποῖο ἡ κατακτητική καί ἀλαζονική Βουλγαρία ἀντιμετώπισε συνασπισμένους ὅλους τούς πρώην συμμάχους της.
      Οἱ ἑλληνικές νίκες κατά τόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο ἔφεραν καί τό ποθούμενο στήν Ξάνθη. Στίς 12.7.1913 ὁ Ἑλληνικός Στρατός ἀπελευθέρωσε τήν πόλη καί εἰσῆλθε σ’ αὐτή μέσα σέ ἐνθουσιώδη ἀτμόσφαιρα. Ἡ ἀπελευθέρωση ἔγινε ἀπό ἀποσπάσματα τῆς 8ης Ἑλληνικῆς Μεραρχίας, ἡ ὁποία προέλασε ἀπό τήν περιοχή τῆς Χρυσούπολης, πέρασε τόν Νέστο καί εἰσῆλθε στήν πόλη ἀπό τόν δρόμο τῆς Καβάλας. Φαινόταν ἐκείνη τή μέρα ὅτι οἱ ἐλπίδες καί οἱ πόθοι αἰώνων εἶχαν φθάσει στήν πραγμάτωσή τους. Ὡστόσο, οἱ πολιτικές συνθῆκες στή Εὐρώπη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπέβαλαν ἄλλες λύσεις. Μέ τή Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου καί κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν ἰσχυρῶν ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει τή Θράκη καί νά δεχθεῖ τά ἑλληνικά σύνορα στόν Νέστο.
      Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1913 ἡ βουλγαρική διοίκηση ἐπέστρεψε στήν Ξάνθη. Τώρα τά πράγματα ἦταν πολύ δύσκολα. Μέ τήν βεβαιότητα τῆς μόνιμης καί νομότυπης παρουσίας της ἡ Βουλγαρία συνέχισε καί ἐνέτεινε τήν πολιτική ἐθνοκάθαρσης πού εἶχε ἤδη ἀρχίσει νά ἐφαρμόζει. Μεγάλο τμῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀναγκάσθηκε τώρα νά ἐγκαταλείψει τήν πόλη καί νά καταφύγει στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, πέραν τοῦ Νέστου. Στήν πόλη ἐγκαταστάθηκε ἀριθμός ἐποίκων. Συντονισμένα μέτρα ἐκβουλγαρισμοῦ ἄρχισαν νά ἐφαρμόζονται. Ἐπιδιώχθηκε μιά πολιτιστική γενοκτονία. Οἱ ἐκκλησίες καί τά σχολεῖα ἔγιναν βουλγαρικά. Οἱ δάσκαλοι καί οἱ ἱερεῖς ἐκδιώχθηκαν. Ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος συνελήφθηκε καί ἐκτοπίσθηκε. Ἐκτός ἀπό τή ζώσα ἑλληνική παρουσία ἐπιχειρήθηκε καί ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Οἱ κώδικες τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης συγκεντρώθηκαν καί μεταφέρθηκαν στή Σόφια, ὅπου σήμερα συνεχίζουν νά παραμένουν. Ὅ,τι ἑλληνικό ἐξαφανίσθηκε, ἡ ἑλληνική γλώσσα ἀπαγορεύτηκε, οἱ ἐπιγραφές ἐκβουλγαρίσθηκαν, τά ὀνόματα ἄλλαξαν, τά ἀρχεῖα καί τά βιβλία κάηκαν.


Ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος καί ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης

Ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος θά ἀνατρέψει τήν παλιά τάξη πραγμάτων. Οἱ αὐτοκρατορίες διαλύονται καί ἀντικαθίστανται ἀπό ἐθνικά κράτη. Οἱ νικητές τοῦ πολέμου ξαναμοιράζουν τόν κόσμο. Ἡ κραταιά Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία θά παύσει νά ὑπάρχει. Στίς 11.10.1918 ὑπογράφεται στόν Μοῦδρο ἡ συνθηκολόγηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ Σύμμαχοι τῆς Ἀντάντ καταλαμβάνουν τήν Κωνσταντινούπολη καί ὁ ἑλληνικός στόλος ἀγκυροβολεῖ στόν Βόσπορο. Ἡ Βουλγαρία, σύμμαχος τῶν κεντρικῶν δυνάμεων, εἶναι καί πάλι ἡττημένη. Τίς τελευταίες μέρες τοῦ πολέμου ὁ Ἑλληνικός Στρατός εἶναι καί πάλι νικητής στή Μακεδονία.
      Στή Διάσκεψη Εἰρήνης στίς Βερσαλλίες ἡ Ἑλλάδα ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, τοῦ ὁποίου ἡ διπλωματική ἰδιοφυία εἶναι ὁ καλύτερος ἐγγυητής τῶν συμφερόντων της. Στίς ἀρχές τοῦ 1919 ἄρχισε στίς Βερσαλλίες ἡ συζήτηση γιά τήν τύχη τῆς Θράκης. Θά ἀποδιδόταν στήν Ἑλλάδα ; Θά παρέμενε ὡς κτήση τῆς Βουλγαρίας ; Θά γινόταν αὐτόνομη ; Θά γινόταν γαλλικό προτεκτοράτο ; Θά ἀποτελοῦσε τήν ἐνδοχώρα ἑνός νέου κράτους μέ πρωτεύουσα τήν Κωνσταντινούπολη ; Οἱ συζητήσεις ἐξέτασαν πολλά ἐνδεχόμενα. Μετά ἀπό παλινωδίες, ἡ συμμαχική Στρατιά τῆς Ἀνατολῆς ἀνέλαβε τήν προσωρινή διοίκηση τῆς Δυτικῆς Θράκης. Ἀποτελεῖ τύχη ἀγαθή τό ὅτι τό σῶμα κατοχῆς τῆς Δυτικῆς Θράκης, πού ἀποτελοῦνταν ἀπό γαλλικά κυρίως στρατεύματα, περιελάμβανε καί τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Στίς 4.10.1919 ἡ 9η Ἑλληνική Μεραρχία μέ διοικητή τόν στρατηγό Γ. Λεοναρδόπουλο ἀπελευθέρωσε ὁριστικά τήν Ξάνθη.
      Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης ἀπό τήν 9η Μεραρχία ἔγινε μέ τήν εἴσοδο ἀποσπασμάτων της ἀπό τόν ὀρεινό δρόμο τῆς Σταυρούπολης, τά ὁποῖα διέσχισαν τήν πόλη, μέσα σέ ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις τῶν Ἑλληνων καί τῶν Μουσουλμάνων καί ἔφθασαν στό τότε Δημαρχεῖο τῆς πόλης, κοντά στή σημερινή Κεντρική Πλατεία, ὅπου τώρα τό ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας. Ἐκεῖ στό Δημαρχεῖο ὑψώθηκε ἡ ἑλληνική σημαία καθώς ἡ μπάντα τῆς Μεραρχίας ἀνέκρουε τόν ἑλληνικό ἐθνικό ὕμνο. Αὐτή εἶναι καί ἡ πραγμάτωση μιᾶς μακραίωνης ἐλπίδας πού κρατήθηκε γιά αἰῶνες σάν κερί μέσ’ στό σκοτάδι.
      Ἀκολούθησε ἔντονη διπλωματική δραστηριότητα, ἀφοῦ ἡ τύχη τῆς Δυτικῆς καί σήμερα Ἑλληνικῆς Θράκης δέν εἶχε ἀκόμη ἀποφασισθεῖ. Ἡ κατοχή ἦταν προσωρινή καί στό ὄνομα τῶν συμμάχων. Στίς 14.5.1920, ὁ Ἑλληνικός Στρατός μέ ὁρμητήριο τήν Ξάνθη ἀπελευθέρωσε καί τήν ὑπόλοιπη Δυτική Θράκη.  Μέ τή Συνθήκη τοῦ Νεϋγύ στίς 14.11.1919 καί τή Συνθήκη τῶν Σεβρῶν στίς 28.7.1920 ἡ Δυτική Θράκη ἀποδώθηκε στήν Ἑλλάδα καί ὡς Ἑλληνική πλέον Θράκη ἐνσωματώθηκε στό Ἑλληνικό Κράτος τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1920.
      Οἱ φυγᾶδες Ξανθιῶτες ἄρχισαν νά ἐπιστρέφουν στήν πόλη ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωση γιά νά βροῦν τήν ὑποδομή τελείως κατεστραμμένη. Ἡ ἐργατικότητα καί ἡ φιλοπατρία τῶν Ξανθιωτῶν δέν ἄργησαν νά ξαναδώσουν στήν πόλη τόν ἑλληνικό της χαρακτῆρα μαζί μέ μιά νέα δυναμική. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή τόν Αὔγουστο τοῦ 1922 καί τήν Θρακική Καταστροφή κατά τόν δραματικό Ὀκτώβριο τοῦ 1922 χιλιάδες Ἕλληνες τῶν πάλαι ποτέ ἑλληνικῶν ἑστιῶν τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Πόντου καταφθάνουν καί ἐγκαθίστανται στήν πόλη. Ὁ πληθυσμός διπλασιάζεται, τά πληθυσμιακά δεδομένα ἀνατρέπονται, νέες συνοικίες δημιουργοῦνται. Μιά νέα ἐποχή ἀρχίζει.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Ο τουρισμός στην Ξάνθη.



Η πόλη της Ξάνθης γνωρίζει τα τελευταία χρόνια πανελλήνια προβολή και γίνεται ευρύτερα γνωστή. Ωστόσο, οι επισκέψεις τουριστών στην Ξάνθη και την περιοχή της παραμένουν περιορισμένες. Γενικότερα η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα ως μία χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Η κατασκευή της Εγνατίας Οδού την τελευταία δεκαετία έφερε τη Θράκη πολύ κοντύτερα στον κορμό του ελληνικού χώρου. Πιστεύουμε ότι η περιοχή της Ξάνθης έχει τις δυνατότητες ώστε να καταστεί εσωτερικός τουριστικός προορισμός με ανάλογη οικονομική, κοινωνική και εθνική ωφέλεια.
Ο εξωτισμός έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου ψάχνει να ανακαλύψει. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής, Ελλάδας παραμένει το αίτημα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη είναι ένα πολιτισμικό κεφάλαιο, που δημιουργήθηκε μετά τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’ ημάς Ανατολής, αλλά και της βαλκανικής ενδοχώρας, στενά δεμένης με την ιστορία μας. Ως τέτοιο πολιτισμικό κεφάλαιο η Ελληνική Θράκη είναι χώρος για την ανάπτυξη εσωτερικού τουρισμού. Ο νομός Ξάνθης με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που τον χαρακτηρίζει παρουσίαζε μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.
Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Τα δάση της ορεινής περιοχής, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η μεγάλη ακτή του Θρακικού Πελάγους, η λίμνη Βιστωνίδα και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα αρχαία Άβδηρα, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεότερος οικισμός των Αβδήρων συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής.
Ο Νομός Ξάνθης διαθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του Νομού.
Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της Γενισέας αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό εποικισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκονται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου αποτυπώνονται τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμενοποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα. Η ξενοδοχειακή υποδομή της Ξάνθης παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Τα μουσεία της Ξάνθης μπορούν να αναπτυχθούν και να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της πόλης. Υπάρχει ήδη στη Γενισέα κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα τρία αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Έκδοση βιβλίου για τη Γενισέα Θράκης.



Ο Δήμος Βιστωνίδος εξέδωσε το βιβλίο «Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου - τόπος συνάντησης πολιτισμών», το οποίο έγραψαν ο Δημήτρης Μαυρίδης και ο Γιώργος Τσιγάρας με τη συνεργασία ομάδας ιστορικών και αρχιτεκτόνων. Το βιβλίο έχει 142 σελίδες και περιλαμβάνει 192 φωτογραφίες, 5 σχέδια και 3 χάρτες.

Πρόκειται για πλήρη παρουσίαση και μελέτη του ιστορικού οικισμού της Γενισέας και της σχέσης της με τη γειτονική Ξάνθη. Παρουσιάζονται η ίδρυση και η ιστορία του οικισμού, τα θρησκευτικά του μνημεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά, η σχέση του οικισμού με τον καπνό, οι καπναποθήκες της Γενισέας και η ανέγερσή τους από Ηπειρώτες μαστόρους και πετράδες, τα σπίτια της Γενισέας και παρατίθενται μαρτυρίες ταξιδιωτών και περιηγητών για τον οικισμό.

Η Γενισέα ιδρύθηκε ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο της μουσουλμανικής διοίκησης λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς Τούρκους τον 14ο αιώνα. Η μικρή πόλη και η περιοχή της εποικίσθηκαν από Τουρκομάνους νομάδες που μεταφέρθηκαν τότε από τη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη της γειτονικής Ξάνθης, που παρέμεινε χριστιανική, δημιούργησε ένα ιδιότυπο πολεοδομικό δίπολο, όπου οι δύο πόλεις η μουσουλμανική Γενισέα και η χριστιανική Ξάνθη συνυπήρχαν αρμονικά για σχεδόν πέντε αιώνες.

Είναι ενδιαφέρουσες οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες οι Τουρκομάνοι νομάδες έποικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έγιναν αγρότες στενά δεμένοι με τη γη τους. Με την εισαγωγή μάλιστα της καλλιέργειας του καπνού στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά τον 17ο αιώνα οι μουσουλμάνοι αγρότες της περιοχής της Γενισέας φθάνουν να παράγουν την καλύτερη ποιότητα καπνού στον τότε κόσμο. Η μεγάλη εποχή του καπνού κατά τον 18ο αιώνα συμπίπτει με την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Ο πλούτος της Γενισέας που βασίζεται στον καπνό θα προσελκύσει γρήγορα Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαστόρους και εμπόρους και θα γίνει η προϋπόθεση της συνεργασίας των παραγωγών μουσουλμάνων και των εμπόρων χριστιανών, οι οποίοι αναλαμβάνουν και την επεξεργασία του καπνού. Ταυτόχρονα οι Ηπειρώτες μαστόροι που αναλαμβάνουν την ανοικοδόμηση των καπναποθηκών της Γενισέας και μετά της Ξάνθης μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στη Θράκη.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται ενδιαφέρον εικαστικό υλικό σχετικό με την καλλιέργεια και την κατεργασία του καπνού, όπως και περιγραφές και σχέδια των καπναποθηκών που ανήγειραν οι Ηπειρώτες μαστόροι σε τοπικό ύφος, το οποίο είναι και μοναδικό.
Η ακμή της Γενισέας θα φθάσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870, όταν η Ξάνθη ανοικοδομείται και γίνεται πλέον η πρωτεύουσα του καπνού.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Ακύλας Μήλλας: "Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος - Δέρκων"

Ακύλας Μήλλας: «Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων»
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σσ. 456

Με τον τόμο αυτό ο ακούραστος ιστοριοδίφης συνεχίζει τη μελέτη της παρουσίας των Ρωμιών στην ελληνική Ανατολή, παίρνοντας ως αφορμή τις εκκλησιαστικές, κοινοτικές, σχολικές, συντεχνιακές ή εμπορικές σφρα­γίδες που σώζονται σε έγγραφα κυρίως του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα. Οι μελέτες του συγγραφέα αριθμούν ήδη, μεταξύ άλλων, τρία εξαντλητικά βιβλία για τα Πριγκηπόννησα της Προποντίδας, ενώ η μελέτη της ρωμαίικης παρουσίας με βάση τα σφραγίσματα άρχισε με τον τόμο «Σφραγίδες Κων­σταν­τι­νου­πόλεως» (1996).
Ο νέος τόμος καλύπτει τις μητροπόλεις Χαλκηδόνος και Δέρκων οι οποίες πλαισιώνουν την Κωνσταντινούπολη Δυτικά και Ανατολικά, στην Ευρώπη και την Ασία. Περιλαμβάνει δηλαδή οικισμούς και κοινότητες της ασιατικής ακτής του Βοσπόρου, της Βιθυνιακής ακτής της Προποντίδας από τη Χαλκηδόνα μέχρι το Ρύσιο (Αρετσού), των Πριγκιποννήσων, καθώς και τα δεκάδες χωριά ή κοινότητες της εκκλησιαστικής επαρχίας Δέρκων, δηλαδή την ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, με τις παρά την Πόλη ακτές της Προποντίδας και οικισμούς της μεσόγειας Θράκης.
Οι οικισμοί αυτοί, εκκενώθηκαν κατά την πλειονότητά τους, από τους Ρωμιούς μετά την συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών (1923), ενώ αριθμός τους στον Βόσπορο και στα Πριγκηπόννησα κατοικούνται από λίγους Ρωμιούς μέχρι σήμερα.
Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι περιοριστικός, η αποτύπωση των σφρα­γίδων αποτελεί την αρχή για παράθεση πλήθους στοιχείων, σχε­δίων, εγγράφων, χαρτών και φωτογραφιών που αναφέρονται στις χριστια­νικές κοινότητες.
Ο συγγραφέας σχεδίασε ο ίδιος μαζί με την Ιόλη Μήλλα τις ποικιλό­­μορφες σφραγίδες, συχνά από αχνά ελλιπή ίχνη και απο­τυ­πώματα. Παράλληλα, ο ίδιος ο συγγραφέας ζωγράφισε όψεις χαμένων, ως επί το πλείστον, οικισμών, μνημείων, επιγραφών και διακοσμήσεων και τους χάρισε μία νέα ύπαρξη.
Μετρήσαμε στο νέο τόμο σχεδόν οκτώ εκατοντάδες σφραγίδες και πάνω από εκατό λεπτομερή τοπιογραφικά ή αρχιτεκτονικά σχέδια, που συμπλη­ρώνονται από δεκάδες διακοσμήσεις, φωτογραφίες, σχέδια επιγραφών και τους απαραίτητους χάρτες.
Τα κείμενα είναι γλαφυρά, περιεκτικά και τεκμη­ριω­μένα. Η εκτύ­πωση των κειμένων των σχεδίων και των φωτογραφιών είναι πολύ καλή. Το ύφος, η σχεδίαση, το σχήμα του βιβλίου και οι γραμματο­σειρές είναι τα ίδια με τα προηγμένα βιβλία που αναφέραμε, δίνοντας σωστά την εντύπωση της σειράς και της συνέχειας. Η βιβλιογραφία είναι εξαντλητική.
Είναι συγκινητική η προσπάθεια του συγγραφέα και ζωγράφου για την διάσωση και αποτύπωση των μνημείων και των σπαραγμάτων της ρωμαίικης παρουσίας, εκεί όπου ο αστικός εφιάλτης της Κων­σταντινούπολης των 15 εκατομμυρίων νεήλυδων από την Ανατολή σαρώνει τα πάντα και εξαφανίζει και αλλοτριώνει τα ίχνη της ελλη­νικής πολιτισμικής, ιστορικής και φυσικής παρουσίας.
Ο συγγραφέας, σταθερός κληρονόμος μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσης, γνωρίζει ότι πρέπει να βιαστεί. Κάθε στιγμή κάποια από τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης αίρονται από το ετερό­δοξο, το αλλότριο και το τυχαίο. Ο χρόνος καταστρέφει, η μνήμη προσπαθεί να διασώσει. Ο συγγραφέας βρίσκεται αντιμέ­τωπος όχι μόνο με το χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλο­τρίωσης. Ένας μανιασμένος άνεμος παρασύρει τα αδύναμα οχυ­ρώματα που έστησε με υπομονή η μνήμη. Τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης και της ιστορίας πρέπει επειγόντως να κατα­γρα­φούν και να αποτυπωθούν. Ο Ακύλας Μήλλας αντιμετωπίζει με τόλμη τη διάλυση και τη φθορά. Από τα ερείπια του χρόνου μας χαρίζει, την τελευταία στιγμή, μία παρήγορη και ελπιδοφόρα μορφή αθανασίας.
Η έλλειψη πληρότητας στην παρουσίαση του χώρου και των σφραγίδων, δεν μειώνει, κατά τη γνώμη μας, το βιβλίο, αφού ο γεωγραφικός και ο ιστορικός χώρος είναι τεράστιος, ενώ ο αριθμός τέτοιων σφραγίδων φαίνεται να είναι μεγάλος και νέες σφραγίδες ανακαλύπτονται μέρα με τη μέρα. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μας, κάποια μεθοδολογικά προβλήματα στην οργάνωση και την παρου­σίαση της ύλης. Τα κεφαλαία δεν είναι εύκολα διακριτά για τον αναγνώστη, οι χάρτες δεν αντιστοιχούν χρηστικά στα κείμενα και δεν αναφέρονται στα περιεχόμενα, ώστε ο αναγνώστης να αναγκά­ζεται να ξεφυλλίζει το βαρύ βιβλίο. Πολλές λεζάντες είναι φτωχές και θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την εικονογράφηση με πρό­σθετες πληροφορίες. Τα περιεχόμενα είναι περιληπτικά και βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου.
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες. Το πάθος και το αίσθημα του συγ­γραφέα και ζωγράφου, ο πλούτος και η ευρύτητα των στοιχείων και των πληροφοριών, η εντύπωση πληρότητας πού δίνουν η ει­κονο­γράφηση και η έκδοση, χαρακτηρίζουν το βιβλίο.
Ο Κωνσταντινουπολίτης συγγραφέας μένει πιστός στην παράδοση των «πατριδογράφων» και τιμά πάλι με το νέο του βιβλίο τους υψηλούς και ευγενείς στόχους που ο ίδιος έχει θέσει.
Του ευχόμαστε να αξιωθεί να συνεχίσει, ολοκληρώνοντας το έργο του και με τους υπόλοιπους τόμους για τις θρακικές και μικρα­σια­τικές μητροπόλεις.